Το πρώτο μέρος: Γιούργκεν Χάμπερμας: → Πολιτική ισχύς, εξουσία και επικοινωνία σύμφωνα με την Χάννα Άρεντ - Μια κριτική διερεύνηση
Τα όρια της κλασικής θεωρίας
Εάν την εντάξουμε στο πλαίσιο όπου ανήκει, αυτή η θέση της Άρεντ ερμηνεύει τα πράγματα με τρόπο κάπως απροβλημάτιστο και ισοπεδωτικό. Δεν είναι προϊόν καλά ισορροπημένων διερευνήσεων, αλλά προκύπτει από μια φιλοσοφική κατασκευή.
Εάν την εντάξουμε στο πλαίσιο όπου ανήκει, αυτή η θέση της Άρεντ ερμηνεύει τα πράγματα με τρόπο κάπως απροβλημάτιστο και ισοπεδωτικό. Δεν είναι προϊόν καλά ισορροπημένων διερευνήσεων, αλλά προκύπτει από μια φιλοσοφική κατασκευή.
Μέχρι στιγμής, προσπάθησα να παρουσιάσω εκείνες τις πτυχές της αντίληψης της Άρεντ για την ισχύ, τις οποίες θεωρώ ως ισχυρά της σημεία, καθώς και μερικές εφαρμογές τους πολλά υποσχόμενες. Τώρα θα ήθελα να προσθέσω κάποιες παρατηρήσεις σχετικές με τις αδυναμίες της.
Η Άρεντ σχηματοποιεί την εικόνα που έχει για την αρχαιοελληνική πόλιν και την παρουσιάζει ως την ουσία της πολιτικής γενικά. Αυτό είναι το υπόβαθρο για τις εννοιολογικές διχοτομίες που επιλέγει να προβάλλει: Διχοτομίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, του κράτους και της οικονομίας, της ελευθερίας και της ευημερίας, μεταξύ της πολιτικής-πρακτικής δραστηριότητας [political-practical activity - το practical με την Αριστοτελική σημασία της λέξης πράξις] αφενός και της παραγωγής αφετέρου. Είναι άκαμπτες διχοτομίες, από τις οποίες, πάντως, η σύγχρονη αστική κοινωνία και το σύγχρονο κράτος βρίσκονται σε πολύ μεγάλη απόσταση. Έτσι, ακόμη το γεγονός ότι στη νεωτερική εποχή εδραιώθηκε μαζί με την εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μια συμπληρωματική σχέση μεταξύ κράτους και οικονομίας, αντιμετωπίζεται από την Άρεντ ως ένδειξη παθολογικής κατάστασης, ως σημάδι καταστροφικής σύγχυσης:
Η Άρεντ σχηματοποιεί την εικόνα που έχει για την αρχαιοελληνική πόλιν και την παρουσιάζει ως την ουσία της πολιτικής γενικά. Αυτό είναι το υπόβαθρο για τις εννοιολογικές διχοτομίες που επιλέγει να προβάλλει: Διχοτομίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, του κράτους και της οικονομίας, της ελευθερίας και της ευημερίας, μεταξύ της πολιτικής-πρακτικής δραστηριότητας [political-practical activity - το practical με την Αριστοτελική σημασία της λέξης πράξις] αφενός και της παραγωγής αφετέρου. Είναι άκαμπτες διχοτομίες, από τις οποίες, πάντως, η σύγχρονη αστική κοινωνία και το σύγχρονο κράτος βρίσκονται σε πολύ μεγάλη απόσταση. Έτσι, ακόμη το γεγονός ότι στη νεωτερική εποχή εδραιώθηκε μαζί με την εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μια συμπληρωματική σχέση μεταξύ κράτους και οικονομίας, αντιμετωπίζεται από την Άρεντ ως ένδειξη παθολογικής κατάστασης, ως σημάδι καταστροφικής σύγχυσης:
«Στον σύγχρονο κόσμο, τα πεδία της κοινωνίας και της πολιτικής είναι πολύ λιγότερο διακριτά μεταξύ τους [...] Η μετατροπή της [πολιτικής] σε απλό λειτουργικό στοιχείο, καθιστά αδύνατο το να διακρίνουμε μιαν ευκρινή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ' αυτά τα δύο πεδία. Και αυτό δεν είναι ζήτημα θεωρίας ή ιδεολογίας· διότι με την άνοδο της κοινωνίας, δηλαδή του “νοικοκυριού” (οικία), πράγμα που σημαίνει των οικονομικών δραστηριοτήτων, στο πεδίο των δημόσιων δραστηριοτήτων, η φροντίδα για τα του οίκου και όλα τα θέματα που ανήκαν προηγουμένως στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας, έγιναν αντικείμενα “συλλογικού” ενδιαφέροντος και μέριμνας. Στον σύγχρονο κόσμο, αυτά τα δύο πεδία ρέουν διαρκώς το ένα μέσα στο άλλο, αλληλοδιεισδύουν όπως τα κύματα μέσα στο ανειρήνευτο ποτάμι της ζωής».17Η Άρεντ ορθώς επιμένει ότι η υπέρβαση της φτώχειας μέσω της τεχνικο-οικονομικής εξέλιξης, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για διασφάλιση στην πράξη της πολιτικής ελευθερίας. Όμως, με το να ισχυρίζεται ότι η «εισβολή των κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων στο δημόσιο πεδίο, η μεταμόρφωση της κυβέρνησης σε διοίκηση, η αντικατάσταση της προσωπικής διακυβένησης με μέτρα που λαμβάνονται από απρόσωπες γραφειοκρατίες και η συνακόλουθη μετάλλαξη των νόμων σε διατάγματα»18 αναγκαστικά ματαιώνει κάθε προσπάθεια παρέμβασης [των πολιτών] σε ένα πολιτικά ενεργό δημόσιο πεδίο, η ίδια η Άρεντ πέφτει θύμα μιας αντίληψης περί πολιτικής ανεφάρμοστης στις σύγχρονες συνθήκες. Με αυτό το θαμπό φως φωτίζει και τη Γαλλική Επανάσταση· και αποδίδει την σε πρώτη φάση επιτυχή θεμελίωση της ελευθερίας στην Αμερική στο γεγονός ότι εκεί «δεν τέθηκε το κοινωνικό ζήτημα, το οποίο είναι αδύνατο να επιλυθεί πολιτικά, και έτσι δεν στάθηκε εμπόδιο».19 Δεν μπορώ εδώ να επεκταθώ για να [ξανα]συζητήσω αυτήν την ερμηνεία της.20 Θέλω μόνον να επισημάνω την παράδοξη οπτική γωνία που υιοθετεί η Χάννα Άρεντ για να παρατηρήσει τα πράγματα: Ένα κράτος απαλλαγμένο από τη διοικητική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων· μια «καθαρή» πολιτική που δεν επηρεάζεται από κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα· μια θεσμοθέτηση της «δημόσιας ελευθερίας» που είναι ανεξάρτητη από τον τρόπο που οργανώνεται και κατανέμεται ο δημόσιος πλούτος· μια ριζοσπαστική δημοκρατία, η οποία εκτείνει την απελευθερωτική της δράση μόνον μέχρις εκεί όπου παύει η πολιτική καταστολή και αρχίζει η κοινωνική καταπίεση - και εκεί σταματά. Αυτός ο δρόμος είναι αδιανόητος για οποιαδήποτε σύγχρονη κοινωνία.






