Επαναθεωρημένο τον Φεβρουάριο του 2026 με μικρές αλλαγές. Τα βασικά παραμένουν όπως τον Απρίλιο του 2017
Η παραγνώριση της ουσίας του σημερινού εθνικολαϊκισμού και η επικέντρωση στα φαινόμενα είναι ολοφάνερη·
λόγου χάρη, στο πόσο αμήχανα αντιμετωπίστηκε (και αντιμετωπίζεται
ακόμη) από πολλούς ο αρχιλαϊκιστής της εποχής μας Ντόναλντ Τραμπ,
μολονότι αυτός ο υποτιθέμενος ανατροπέας και πολέμιος εκ δεξιών του
κατεστημένου και του νεοφιλελευθερισμού, έδειξε από την αρχή σαφώς - παρά το απρόβλεπτο στύλ και την αντιθεσμική ρητορική του - ποιά πράγματα θεωρεί μέτρα προτεραιότητας στην πρακτική
πολιτική. Μεταξύ άλλων: Mείωση
της φορολόγησης των πλουσίων, απορρύθμιση των χρηματοοικονομικών
συναλλαγών, καμιά συμμετοχή των ΗΠΑ στα μέτρα εναντίον της κλιματικής
αλλαγής, το αντίθετο εμμονική προώθηση μιας ενεργειακής οικονομίας ορυκτών καυσίμων και μάλιστα παγκοσμίως. Τυπικό
πρόγραμμα αυτής που αποκαλούν «ριζοσπαστική Δεξιά» οι ίδιοι οι ορκισμένοι αντιλαϊκιστές. Θα δούμε και τι επιφυλάσσει στα
μεγάλα διεθνή ζητήματα και στις πλανητικές γεωπολιτικές ισορροπίες, χθες
ως απομονωτιστής, τώρα ως βομβαρδιστής.
Ο αρχιλαϊκιστής κάνει καλά τη δουλειά για την οποία είναι εκεί που είναι. Οι αντίπαλοί του, οι αντιλαϊκιστές, έχουν το πρόβλημα.
Πολλοί,
τόσο στη λεγόμενη ριζοσπαστική Αριστερά, όσο και στον πολιτικό χώρο που
εκλαμβάνεται ή αυτοκατανοείται είτε ως υποδειγματικά Φιλελεύθερος, είτε ως υβριδική «φιλελεύθερη Σοσιαλδημοκρατία»,
είτε, αόριστα, ως «ενδιάμεσο Κέντρο», παραγνωρίζουν εξίσου τα περιεχόμενα της πολιτικής για χάρη των τύπων, της μορφής, του περιτυλίγματος. Συχνά ο λαϊκισμός είναι απλά ένα περιτύλιγμα, κιτς μεν, ελκυστικό για πολλούς δε. Σήμερα, ουσία και προγραμματικό περιεχόμενό του είναι ένας ριζοσπαστισμός νέου τύπου, ωστόσο ακραία και έντονα δεξιός σύμφωνα με το παραδοσιακό μονοδιάστατο σύστημα πολιτικών συντεταγμένων. Ενώ τα «φαινόμενα», η ρητορική του και η συσκευασία του, διασφαλίζουν τον κύριο λειτουργικό του ρόλο: Ρόλο «εξωτερικού συνεργάτη» του συστήματος (με το Χαμπερμασιανό νόημα της λέξης σύστημα, δηλαδή οικονομία και πολιτική σε αντιδιαστολή με τον βιόκοσμο), ο οποίος
παρέχει στους πολίτες νέες προσδοκίες ατομικής ευημερίας και ανόδου ή έστω σταθεροποίησης και επανόρθωσης.
Δηλαδή, αυτά που δεν μπορεί πια να δώσει σήμερα, στον συνήθη πολίτη, ο
οικονομικός Φιλελευθερισμός και οι πολιτικές που τον στήριζαν στις τρεις προηγούμενες δεκαετίες.
Πολλοί
από αυτούς που αντιμάχονται αυτόν τον προγραμματικά ακραιφνώς δεξιό συστημικό αντισυστημισμό, είτε
ως σημερινή «ριζοσπαστική Αριστερά» (χώρος με συνεκτικά στοιχεία
κυρίως πολιτισμικά και όχι προγραμματικά, δηλαδή χώρος χωρίς στιβαρό πλαίσιο πρακτικής πολιτικής), είτε έχοντας ως βάση έναν δημοκρατικό φιλελεύθερο ατομισμό, στη
Δύση, ευρωπαϊκή και αμερικανική, παραμένουν εγκλωβισμένοι στις ιδέες της
γενιάς του '68 και στον ναρκισσισμό της.
Οι πρώτοι ψάχνουν (ακόμη !)
για το επαναστατικό τους υποκείμενο σε όλο και πιό ιδιαίτερες,
μειοψηφικές ή και εξωτικές κοινωνικές ομάδες, αδιαφορώντας όμως στην πράξη για τον ή την συνήθη μισθωτό/ή εργαζόμενο/η, φτωχό ή τώρα πιά άνεργο/η,
με την οικογένεια και την «βαρετή» κοινωνική ζωή. Επιχειρούν να ξεχωρίσουν ως οι «αυθεντικοί αντισυστημικοί» και να χρησιμοποιήσουν ως όπλο έναν «καλό
λαϊκισμό». Έτσι, μερικοί από αυτούς (π.χ. στον ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως στον παλιό ενιαίο, αλλά όχι μόνον) υιοθετούν ενίοτε, μαζί με μορφολογικά στοιχεία του
εθνικολαϊκισμού, ακόμη και περιεχόμενά του, τα οποία αυτοί οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν παρά να τα θεωρούν ως ακραιφνώς δεξιά. Λόγου χάρη,
στην κρίση της ζώνης του ευρώ αντί να αναδείξουν τις διαχωριστικές γραμμές
μεταξύ κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, ανεξαρτήτως κρατικών συνόρων,
τόνισαν άλλες απατηλές διαχωριστικές γραμμές, μεταξύ εθνικών κρατών. Έπεσαν σε μια ευδιάκριτη παγίδα, την οποία απέφυγαν ακόμη και κόμματα τύπου
ΚΚΕ και ΑΚΕΛ.
Οι
δεύτεροι, ως καλοί φιλελεύθεροι, ενδιαφέρονται πολύ για την ισότητα ως
τύπο και για την ελευθερία ως νομική μορφή. Και πάλι, κύριο πεδίο
εφαρμογής τους γίνονται μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες. Πάλι
μένουν έξω από το κάδρο οι πολλοί, οι συνήθεις πολίτες, οι χωρίς πολλά
προσόντα ή ιδιαιτερότητες. Και έτσι χάνεται η ισότητα ως υλικό
περιεχόμενο και η ελευθερία ως ουσία με αξίωση οικουμενικής ισχύος.
Ο φιλελευθερισμός, όπως και αυτό που αποκαλείται σήμερα ριζοσπαστική Αριστερά, αδιαφορούν για τους συνήθεις πολίτες, τους οπαδούς της σταθερότητας και κάποιας «κανονικότητας», σήμερα ωστόσο παγιδευμένους σε λίγο-πολύ
επισφαλείς ή άτυπες σχέσεις, τόσο εργασιακές, όσο και στον υπό πολιορκία εξωοικονομικό βιόκοσμό τους· με καχυποψία βλέπουν ακόμη και τους
σταθερούς οικογενειακούς δεσμούς τους. Βλέπετε, τέτοιοι σταθεροί δεσμοί
δεν είναι πια εντελώς «συμβατοί
με τις αγορές».
Στην περίπτωση των φιλελεύθερων, η αδιαφορία τους για τους «απλούς πολίτες» έχει ως κίνητρο (ή πρόσχημα;),
την φιλελεύθερη ιδέα περί ισοτιμίας των διαφορετικών τρόπων ζωής· έτσι, σε τελική
ανάλυση, η πολιτισμική αποτυχία του φιλελευθερισμού (Christopher Lasch) αποκορυφώνεται στις κοινωνικές επιλογές του. Αποτέλεσμα: Ο ιδεολόγος φιλελεύθερος αφενός απαξιοί να δει καταπρόσωπο την κοινωνική ανισότητα με άνοιγμα ψαλίδας πρωτοφανές (βλ., λόγου χάρη, ΟΟΣΑ
και Thomas Piketty)· αφετέρου παρατηρεί σφυρίζοντας αδιάφορα, πώς καταστρέφονται οι βάσεις οι οποίες διατηρούν όρθιο και ζωντανό το δημοκρατικό φιλελεύθερο εκκοσμικευμένο κράτος και τις οποίες
«δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο» (Ernst-Wolfgang Böckenförde).
Αυτές τις ζωογόνες βάσεις της δημοκρατίας, τις πέραν της πολιτικής με την στενή έννοια, της «διαχειριστικής» και «διαδικαστικής», κάποιοι τις βλέπουν ως «προπολιτικές», οιονεί θρησκευτικού τύπου, άλλοι, προπαντός η Χάννα Άρεντ ως το αυθεντικό πεδίο του πολιτικού αγώνα, ως μόνο χώρο όπου δημιουργείται πραγματική πολιτική ισχύς.
Συνεπώς, δύο πολιτικές αντιπροτάσεις οι οποίες φιλοδοξούν να είναι κύριοι αντίπαλοι του συστημικού αντισυστημισμού, είναι δομικά ακατάλληλες για τέτοιο ρόλο. Τόσο (1) ο στεγνά οικονομικο-ιδεολογικός φιλελευθερισμός με σύνθημα «η δημοκρατία να είναι συμβατή
με τις αγορές», δηλαδή ένας ουτοπιστικός φιλελευθερισμός αποκαθαρμένος από τα ρεπουμπλικανικά πάθη του πολιτικού ζώου και αδιάφορος για τον χειροπιαστό φιλελευθερισμό - γέννημα της ανάγκης, τον «φιλελευθερισμό του φόβου» (Τζούντιθ Σκλαρ). Όσο και (2) η σημερινή «ριζοσπαστική Αριστερά», η οποία, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρόθυμα εγκαταλείπει τα δικαιώματα και αξίες καθολικής ισχύος για χάρη των παρτικουλαρισμών των ιδιαίτερων ταυτοτήτων. Άν δεν υπήρχαν, ο πραγματικός, ο επιδραστικός αντισυστημισμός της εποχής μας,
θα φρόντιζε να εφεύρει εκ του μηδενός τέτοιους, βολικούς για τον ίδιο, εχθρούς. Είναι ιδανικοί
αντίπαλοι για να μπορεί να μπαίνει και να αλέθει, χωρίς να πληρώνει
αλεστικά.
Υ. Γ. Εκ των υστέρων, αρκετά χρόνια μετά, με τον Ντόναλντ Τραμπ για δεύτερη φορά Πρόεδρο των ΗΠΑ (Φεβρουάριος 2026) γράψαμε αλλού γι αυτόν τον πραγματικό, συστημικό αντισυστημισμό της εποχής μας:
Είναι μια εκ των άνω επίθεση στους με κόπο κερδισμένους δημοκρατικούς και κοινωνικούς φραγμούς, τους περιοριστικούς της εξουσίας των μεγάλων και ισχυρών επί των μικρών και αδύναμων.Πρόκειται για ανοιχτή αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτικού και δικαιϊκού συστήματος. Δεν είναι «συντηρητική» αλλά ανατρεπτική (disruptive), όπως λένε και οι ίδιοι οι επίδοξοι ανατροπείς. Το σύνθημα που της ταιριάζει, θυμίζει ένα άλλο ανατρεπτικό σύνθημα, ηλικίας εκατό και κάτι χρόνων: «Όλη η εξουσία στα χέρια των ισχυρών».
Πόσος πολιτικός κυνισμός χωρά σ΄ αυτή τη σύγκρουση; Τι συνδυασμός από κλωτσιές, γροθιές και δοσοληψίες συμβαίνει κάτω από το τραπέζι;
Ξανά πίσω στο 2017:
«Υπό
το μανδύα της μάχης κατά των λαϊκιστών, η κατεστημένη πολιτική τάξη
αργά αλλά σταθερά υπονομεύει το φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα», καταλήγει ο Ολλανδός μελετητής του λαϊκισμού Κας Μούντε, σε ένα εξαιρετικό άρθρο ←.
Σε μια εποχή με πολλή αβεβαιότητα, με τα υποκειμενικά ιδεολογήματα των
φιλελεύθερων και των αριστερών να βρίσκονται σε οξεία διάσταση με την αντικειμενική κατάσταση του κόσμου, αυτή η υπονόμευση των «με κόπο κερδισμένων» (Τόνυ Τζαντ) στην ιστορική περιπέτεια της φιλελεύθερης δημοκρατίας ευρωπαϊκού τύπου, της αδιαχώριστης από το κράτος πρόνοιας, είναι το πιό κρίσιμο και δυσοίωνο από τα συμβαίνοντα της εποχής μας.
Γιώργος Β. Ριτζούλης
(επαναθεωρημένο τον Φεβρουάριο του 2026 με μικρές αλλαγές)
Τόνυ Τζαντ: Στην εποχή της νέας ανασφάλειας, να υπερασπισθούμε την κοινωνική δημοκρατία. Να μην προδώσουμε τις προηγούμενες και επόμενες γενιές
Κας Μούντε: Βλέπουμε το φαινόμενο (λαϊκισμός), χάνουμε την ουσία του (ακραία Δεξιά). Και αυτό κοστίζει
Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ: Πώς τρέφουν τον λαϊκισμό οι μή λαϊκιστές πολιτικοί και η τεχνοκρατική πολιτική
Έρνστ-Β. Μπέκενφέρντε: «Η ελευθερία είναι μεταδοτική» Όμως, «το κράτος πρέπει να θέτει και πραγματοποιεί με αξιοπιστία ηθικούς στόχους, λόγου χάρη την κοινωνική δικαιοσύνη»
Λαϊκιστές και φιλελεύθεροι «Το φιλελεύθερο κράτος στηρίζεται σε προϋποθέσεις τις οποίες δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο»
Γ. Β. Ριτζούλης: Παλιά και νέα διακινδύνευση της δημοκρατίας και ο ρόλος των πολιτών
Έρνστ-Β. Μπέκενφέρντε: «Η ελευθερία είναι μεταδοτική» Όμως, «το κράτος πρέπει να θέτει και πραγματοποιεί με αξιοπιστία ηθικούς στόχους, λόγου χάρη την κοινωνική δικαιοσύνη»
Λαϊκιστές και φιλελεύθεροι «Το φιλελεύθερο κράτος στηρίζεται σε προϋποθέσεις τις οποίες δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο»
Γ. Β. Ριτζούλης: Παλιά και νέα διακινδύνευση της δημοκρατίας και ο ρόλος των πολιτών
Βίνφρηντ Κρέτσμαν: Νέα και δύσκολη κατάσταση, νέες ευθύνες, μεγάλα καθήκοντα

Ιβάν Κράστεφ: Το παράδοξο της δημοκρατίας και η κρίση στην Ευρώπη










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου