© PRAXIS International (τεύχος 3/1981, για το 2019 © CEEOL) - Claus Offe: Some Contradictions of the Modern Welfare State

Στη δεύτερη περίοδο (1981 και μετά) το PRAXIS, εξαιτίας και εσωτερικών κυβερνητικών πιέσεων στη Γιουγκοσλαβία μετά την εξασθένηση του γερασμένου πια Τίτο, μετέφερε την έδρα του από το Βελιγράδι και το Ζάγκρεμπ στο Λονδίνο (εκδοτικός οίκος Basil Blackwell).
Ως αρχισυντάκτες θήτευσαν μεταξύ άλλων οι Σέρβοι Svetozar Stojanović και Mihailo Marković, ο Αμερικανός Richard J. Bernstein, ο Ούγγρος Ferenc Fehér και η εβραϊκής καταγωγής Κωνσταντινουπολίτισσα καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Γέηλ Seyla Benhabib. Στη συντακτική του επιτροπή συμμετείχαν ονόματα όπως οι Πολωνoί Zygmunt Bauman και Leszek Kolakovski, οι Αμερικανοί David Riesman και Norman Birnbaum, ο Καναδός Charles Taylor, οι Γερμανοί Jürgen Habermas, Oskar Negt, Αlbrecht Wellmer, επίσης, ενόσω ζούσαν, οι Ernst Bloch, Erich Fromm (στο Μεξικό τότε) και Herbert Marcuse, οι Ούγγροι Agnes Heller, Andras Hegedüs, György Markus και ο ίδιος ο Georg Lukács όσο ήταν εν ζωή, ο Ουγγρο-Αμερικανός Andrew Arato, ο Ιταλός Franco Ferrarotti, ο Τσέχος Karel Kosik, οι Γάλλοι Henri Lefebvre, André Gorz, Serge Mallet, o Γαλλο-Βραζιλιάνος Michael Löwy, ο Ρουμανο-Γάλλος φιλόσοφος Lucien Goldmann, οι Βρετανοί Tom Bottomore, Ralph Miliband, Edward P. Thompson, Antony Giddens, ο Γαλλο-Αιγύπτιος Samir Amin, o δικός μας Κώστας Αξελός, μαζί με Γιουγκοσλάβους του αρχικού πυρήνα όπως η Zagorka Golubović και ο Ljubomir Tadic. Στον στενό κύκλο του PRAXIS και στους τακτικούς αρθρογράφους διακρίνονται μεταξύ άλλων οι Ιταλoί Lucio Lompardo Radice και Umberto Cerroni, οι Γάλλοι Claude Lefort και Pascal Bruckner, η Βελγίδα Chantal Mouffe, οι Γερμανοί Karl-Otto Apel, Helmut Dubiel, Iring Fetscher, Johano Strasser, Hauke Brunkhorst, η Αμερικανίδα Nancy Fraser και οι συμπατριώτες της Τhomas McCarthy, Martin Jay, Joel Whitebook και ο Richard Rorty, ο Πολωνός Wlodzimierz Brus, πολλοί Σέρβοι στοχαστές όπως ο Ivan Vejvoda, η Κροάτισσα Dunja Melčić και ομοεθνείς της όπως οι Gajo Petrović, Milan Kangrga, Žarko Puhovski, Rudi Supek, Predrag Vranicki, Βόσνιοι όπως ο Ivan Lovrenović, o Ivan Focht και ο Muhamed Filipović, στοχαστές από τη Σλοβενία όπως οi Veljko Rus και Božidar Debenjak, τη Βόρεια Μακεδονία όπως ο Μίτκο Ιλίεφσκι κ.ά.
Όλα τα τεύχη του PRAXIS International της Β' περιόδου ← (1981-1993) με το περιεχόμενο τους ψηφιοποιημένο είναι σήμερα διαθέσιμα μέσω της Central and Eastern European Online Library (CEEOL). Τα τεύχη της Α' περιόδου (1965-1973, έκδοση στο Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ) υπάρχουν εδώ ←.
Νέες πραγματικότητες με τεράστια επίδραση, όπως είναι οι αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες με πολιτικά προωθούμενη εισβολή και εξάπλωση της εργασιακής επισφάλειας, η διχοτόμηση της αγοράς εργασίας σε προνομιούχο και επισφαλή τομέα, η αποβιομηχάνιση σε πολλές ισχυρές χώρες της Δύσης, η διόγκωση του (απορρυθμισμένου) χρηματοπιστωτικού τομέα σε βαθμό που οι πιο πολλές από τις ισχυρές πρώην βιομηχανικές κοινωνίες μεταλλάχθηκαν σε κεφαλαιοκρατικούς κοινωνικούς σχηματισμούς που βασίζονται κυρίως στη δράση των υπερτροφικών και πλανητικής εμβέλειας χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, όλα αυτά συνειδητοποιήθηκαν και μελετήθηκαν ως βασικοί παράγοντες του παγκόσμιου γίγνεσθαι αρκετά μετά την εποχή εκείνη. Το ίδιο ισχύει βέβαια για την ψηφιακή επανάσταση, για τη γενικευμένη χρήση της ρομποτικής και της αυτοματοποίησης στην παραγωγική διαδικασία που εκτοπίζουν το είδος του βιομηχανικού εργάτη που ξέραμε παλιά, για την ανάδυση του Κινεζικού οικονομικού, επενδυτικού και τεχνολογικού γίγαντα, για το φάσμα της κλιματικής αλλαγής και για πολλά άλλα.
Ωστόσο, το ευρύ αναλυτικό πλαίσιο του Όφφε με την έμφαση στους δομικούς και λειτουργικούς παράγοντες, φωτίζει με άλλο φώς καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Π.χ. η παρατήρησή του για τις αντοχές του κράτους πρόνοιας στην επίθεση που ήδη δεχόταν, εν μέρει επιβεβαιώθηκε μόνον για εκείνες τις χώρες της ανεπτυγμένης Δύσης στις οποίες δεν συνέβη πλήρης αποβιομηχάνιση: Το κράτος πρόνοιας εξακολουθεί σήμερα να αντέχει σε κάποιο βαθμό στη Βόρεια και Δυτική ηπειρωτική Ευρώπη, δηλαδή μόνον εκεί όπου αφενός είχε ήδη αναπτυχθεί επαρκώς και αφετέρου επιβίωσε μέχρι σήμερα σε συνύπαρξη με την ρομποτική και αυτοματοποίηση ένα μέρος της παλιάς βιομηχανικής εργατικής τάξης (Γαλλία, Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες, Βέλγιο). Αντίθετα, δεν άντεξε και είναι σε πλήρη υποχώρηση στην πλήρως αποβιομηχανισμένη Βρετανία (μολονότι και εκεί ήταν τότε «πλήρως ανεπτυγμένο», παρατηρούσε ο Όφφε), καθώς και σε χώρες όπου ήταν και έμεινε ημιτελές, όπως στις ΗΠΑ που αναφέρει ο Όφφε. Επίσης, το κράτος πρόνοιας συρρικνώθηκε - ή δεν βελτιώθηκε - όπου ανέκαθεν ήταν υποτυπώδους μορφής ή πελατειακά στρεβλωμένο, όπως σε όλο το μεσογειακό Νότο της ΕΕ, από Ιβηρική μέχρι Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία.
Γ. Ρ.
![]() |
O Ernst Bloch (1885-1977) και ο Herbert Marcuse (1898-1979) το 1968 στο νησί Korčula (Κροατία) - «Θερινή Σχολή» της ομάδας Praxis |
Στην εποχή μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το κράτος πρόνοιας χρησίμευσε ως η βασική, πρότυπη διευθέτηση για την εσωτερική ειρήνευση στις δημοκρατίες του προηγμένου καπιταλισμού. Αυτό το μοντέλο εσωτερικής ειρήνευσης ουσιαστικά συνίσταται στα εξής: Πρώτον, στην ρητή δεσμευτική υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να παρέχει βοήθεια και υποστήριξη (είτε σε χρήμα είτε σε είδος) σε εκείνους τους πολίτες που μαστίζονται από συγκεκριμένες ανάγκες και κινδύνους, χαρακτηριστικούς κοινωνιών με κυριαρχία της αγοράς· η βοήθεια αυτή παρέχεται στους πολίτες ως απόρροια νομικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στους πολίτες. Δεύτερον, το κράτος πρόνοιας στηρίζεται στην αναγνώριση του επίσημου ρόλου των εργατικών συνδικαλιστικών φορέων, τόσο στις συλλογικές διαπραγματεύσεις όσο και στη σύννομη διαμόρφωση της πολιτικής του κράτους. Και οι δύο αυτές δομικές συνιστώσες του κράτους πρόνοιας θεωρούνται ότι θέτουν όρια στις ταξικές συγκρούσεις, τις μετριάζουν, εξισσορροπούν την ασύμμετρη σχέση ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας· συνεπώς, θέτουν ένα τέλος στην εκτός ελέγχου κατάσταση οξείας σύγκρουσης που ήταν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού στην εποχή του κράτους-πριν-το-κράτος-πρόνοιας (με άλλα λόγια, στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού) και στις συνακόλουθες αντιφάσεις. Εν ολίγοις, σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο αναγνωρίστηκε η αξία του κράτους πρόνοιας ως η πολιτική λύση στο πρόβλημα των κοινωνικών αντιφάσεων.
Μέχρι πρόσφατα, αυτή φαινόταν να είναι η άποψη στην οποία συνέκλιναν οι πολιτικές ελίτ, τόσο στις χώρες εκείνες όπου το κράτος πρόνοιας είναι πλήρως ανεπτυγμένο (π.χ. Μεγάλη Βρετανία, Σουηδία), όσο και εκεί όπου, ακόμη και τώρα, εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο της ατελούς εφαρμογής!
Μέχρι τώρα, η πολιτική σύγκρουση στις κοινωνίες αυτής της δεύτερης περίπτωσης, όπως είναι οι ΗΠΑ, δεν είχε ως επίκεντρο το υπέρ ή το κατά της βασικής σκοπιμότητας του κράτους πρόνοιας ή της αναγκαιότητάς του για λειτουργικούς λόγους, αλλά τον ρυθμό και τους λεπτομερείς τρόπους υλοποίησης του μοντέλου του κράτους πρόνοιας.
Αυτή ήταν η πραγματικότητα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μετά από εκείνο το χρονικό σημείο, βλέπουμε σε πολλές καπιταλιστικές κοινωνίες να γίνεται αντικείμενο αμφισβητήσεων, κριτικής εκ θεμελίων και πολιτικών συγκρούσεων, αυτή η ίδια η καθιερωμένη, πρότυπη διευθέτηση κοινωνικής ειρήνευσης. Στην εικόνα που εμφανίζεται τώρα μπροστά μας, φαίνεται ότι το πιό ευρέως αποδεκτό εργαλείο επίλυσης πολιτικών προβλημάτων έχει γίνει προβληματικό το ίδιο και ότι σε κάθε περίπτωση, χάθηκε ξαφνικά η χωρίς επιφυλάξεις πίστη στο κράτος πρόνοιας και στην μελλοντική του διεύρυνση. Σ' αυτές τις αμφισβητήσεις και επικρίσεις θα στρέψω την προσοχή μας στη συνέχεια. Αφετηρία της ανάλυσης είναι η παρατήρηση ότι αυτό το σχεδόν καθολικά αποδεκτό πρότυπο για δημιουργία ενός ορισμένου επιπέδου κοινωνικής ειρήνης και αρμονίας στις ευρωπαϊκές μεταπολεμικές κοινωνίες, έχει το ίδιο γίνει πηγή νέων αντιφάσεων και πολιτικών διαιρέσεων στη δεκαετία του 1970.
Μέχρι τώρα, η πολιτική σύγκρουση στις κοινωνίες αυτής της δεύτερης περίπτωσης, όπως είναι οι ΗΠΑ, δεν είχε ως επίκεντρο το υπέρ ή το κατά της βασικής σκοπιμότητας του κράτους πρόνοιας ή της αναγκαιότητάς του για λειτουργικούς λόγους, αλλά τον ρυθμό και τους λεπτομερείς τρόπους υλοποίησης του μοντέλου του κράτους πρόνοιας.
Αυτή ήταν η πραγματικότητα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μετά από εκείνο το χρονικό σημείο, βλέπουμε σε πολλές καπιταλιστικές κοινωνίες να γίνεται αντικείμενο αμφισβητήσεων, κριτικής εκ θεμελίων και πολιτικών συγκρούσεων, αυτή η ίδια η καθιερωμένη, πρότυπη διευθέτηση κοινωνικής ειρήνευσης. Στην εικόνα που εμφανίζεται τώρα μπροστά μας, φαίνεται ότι το πιό ευρέως αποδεκτό εργαλείο επίλυσης πολιτικών προβλημάτων έχει γίνει προβληματικό το ίδιο και ότι σε κάθε περίπτωση, χάθηκε ξαφνικά η χωρίς επιφυλάξεις πίστη στο κράτος πρόνοιας και στην μελλοντική του διεύρυνση. Σ' αυτές τις αμφισβητήσεις και επικρίσεις θα στρέψω την προσοχή μας στη συνέχεια. Αφετηρία της ανάλυσης είναι η παρατήρηση ότι αυτό το σχεδόν καθολικά αποδεκτό πρότυπο για δημιουργία ενός ορισμένου επιπέδου κοινωνικής ειρήνης και αρμονίας στις ευρωπαϊκές μεταπολεμικές κοινωνίες, έχει το ίδιο γίνει πηγή νέων αντιφάσεων και πολιτικών διαιρέσεων στη δεκαετία του 1970.
![]() ![]() ![]() |
Από το πρόσφατο συνέδριο του Ιδρύματος Friedrich Ebert στο Ζάγκρεμπ και στο νησί Korčula (11/ 2018) με θέμα «The Legacy of the Praxis Group: From Marxist Humanism to the Future of Social Democracy», με συμμετοχή των Žarko Puhovski, Claus Offe και άλλων που συμμετείχαν τότε στην ομάδα PRAXIS (pdf) |
Ιστορικά, το κράτος πρόνοιας ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα μιας ποικιλίας γενεσιουργών παραγόντων. Ο σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός, ο χριστιανικός σοσιαλισμός, φωτισμένες συντηρητικές ελίτ της πολιτικής και της οικονομίας, τα μεγάλα συνδικάτα των βιομηχανικών εργατών, ήταν οι πιο σημαντικές δυνάμεις που διεκδίκησαν και απέσπασαν όλο και πιο ολοκληρωμένα σχήματα υποχρεωτικής ασφάλισης, τη νομοθεσία για την προστασία της εργασίας, τους ελάχιστους μισθούς, την επέκταση των παροχών υγείας και εκπαίδευσης καθώς και στέγασης επιδοτούμενης από το κράτος, αλλά και την αναγνώριση των συνδικάτων ως νόμιμων εκπροσώπων της εργασίας στα πεδία της οικονομίας και της πολιτικής. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι συνεχείς εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες επιταχύνθηκαν δραματικά μέσα σε πλαίσια έντονων κοινωνικών συγκρούσεων και κρίσεων, ιδιαίτερα στις συνθήκες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στη μεταπολεμική περίοδο
Οι νίκες που κερδήθηκαν υπό τις συνθήκες του πολέμου και στη μεταπολεμική περίοδο, κατά κανόνα διατηρήθηκαν· σ' αυτές προστέθηκαν και άλλες καινοτομίες, ως κέρδη των περιόδων της ευημερίας και της ανάπτυξης. Υπό το φως της Κεϋνσιανής θεωρίας περί οικονομικής πολιτικής, το κράτος πρόνοιας θεωρούνταν τότε όχι τόσο ως βάρος που επιβάλλεται επί της οικονομίας, αλλά ως ενσωματωμένος μηχανισμός οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης, ικανός να συνεισφέρει στην αναγέννηση των δυνάμεων της οικονομικής ανάπτυξης και να προστατεύει την οικονομία από ανακυκλώσεις των καθοδικών κινήσεων σε βαθιές υφεσιακές κρίσεις. Έτσι, μια ποικιλία πολύ ετερογενών στοχεύσεων (από την αντιδραστική απάντηση - προληπτικό χτύπημα εναντίον του κινήματος της εργατικής τάξης στην περίπτωση του Μπίσμαρκ [όταν ιδρύθηκε το εθνικό κράτος της Γερμανίας στη δεκαετία του 1870] μέχρι τον σοσιαλιστικό μεταρρυθμισμό στην περίπτωση των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης [στο Μεσοπόλεμο], και από την κοινωνική-πολιτική συνοχή ως προϋπόθεση για να μπορούν να εξυπηρετούν οι οικονομίες τις στρατιωτικές ανάγκες στην εποχή του Β' Παγκ. Πολέμου μέχρι τη σταθεροποίηση των επιχειρηματικών κύκλων, δηλαδή των ανοδικών και καθοδικών κύκλων της οικονομίας κ.λ.π.), συνέκλιναν στην υιοθέτηση ταυτόσημων θεσμικών μέσων που αποτελούν το σημερινό κράτος πρόνοιας.
Ο πολυλειτουργικός χαρακτήρας του κράτους πρόνοιας, η ικανότητά του να εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλούς αλληλοσυγκρουόμενους στόχους και στρατηγικές, είναι αυτή ακριβώς η ιδιότητά του που το έκανε τόσο ελκυστικό για μια ευρεία συμμαχία ετερογενών δυνάμεων. Όμως είναι εξίσου αληθές, ότι ακριβώς λόγω της μεγάλης του ποικολομορφίας, τούτος ο συνδυασμός ποικίλων δυνάμεων που δημιούργησε και στήριξε το κράτος πρόνοιας, δεν μπορεί να «βολεύεται» και να διατηρεί τη συνοχή του επ' άπειρον μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο θεσμών που σήμερα δέχεται όλο και πιο έντονες επιθέσεις. Ο μηχανισμός του ταξικού συμβιβασμού έχει γίνει ο ίδιος αντικείμενο ταξικής σύγκρουσης. 
[O μεσότιτλος του Μέρους Α' προστέθηκε στον ιστοχώρο Μετά την Κρίση]
→ Συνέχεια, μέρος ΙI: Η επίθεση εκ δεξιών εναντίον του κράτους πρόνοιας Ο καπιταλισμός αδυνατεί να συνυπάρχει αρμονικά με το κράτος πρόνοιας, αλλά ούτε μπορεί να κάνει χωρίς αυτό όσο είναι βιομηχανικός καπιταλισμός ←

Ανάμεσα στις πολλές δημοσιεύσεις του Offe περιλαμβάνονται: Europe Entrapped (Polity 2015). Strukturprobleme des kapitalistischen Staates: Aufsätze zur politischen Soziologie (Suhrkamp 1972, αναδημοσίευση Campus Verlag και σε αγγλική μετάφραση του MIT Press, 2006 ως Contradictions of the Welfare State (στο οποίο αναπτύσσει εκτενώς το θέμα του παρόντος δοκιμίου). Επίσης, Reflections on America: Tocqueville, Weber and Adorno in the United States (Polity 2005).

Η δημοκρατία στην Ευρώπη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης
Ευρώπη, 2015 και 2016. Που θα καταλήξει το αδιέξοδο; Συνέντευξη του Κλάους Όφφε

Το κείμενο του Claus Offe «Η Ευρώπη στην παγίδα» που αποτέλεσε τη βάση του εν λόγω βιβλίου, δημοσιεύτηκε πρώτα στο περιοδικό «Blätter für deutsche und internationale Politik» (Γερμανικά: «Europa in der Falle»). Στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο συλλογικό έργο Demokratie oder Kapitalismus? - Europa in Krise των εκδόσεων Blätter, ως μέρος μιας ευρείας συζήτησης για την κρίση.
Περιλαμβάνεται στον Β' τόμο της ελληνικής έκδοσης του έργου, με επιμέλεια και εισαγωγή της Ρούλας Γκόλιου. Ο Β' τόμος (2015) περιέχει επίσης εργασίες για την κρίση στην ευρωζώνη των Elmar Altvater, Peter Bofinger, Jürgen Habermas, Rudolf Hickel, Paul Krugman, Isabell Lorey, Stephan Schulmeister, Wolfgang Streeck, Hubert Zimmermann, Karl Georg Zinn. Τα περιεχόμενα του Β' Τόμου.
Στον Α' τόμο της ελληνικής έκδοσης του έργου Δημοκρατία ή καπιταλισμός - Η Ευρώπη σε κρίση περιέχονται κείμενα ή συζητήσεις των Ulrich Beck, Hauke Brunkhorst, Christian Calliess, Henrik Enderlein, Joschka Fischer, Claudio Franzius, Ulrike Guérot, Jürgen Habermas, Oskar Negt, Ulrich Κ. Preuss, Hans-Jürgen Urban.
Για τη δίτομη ελληνική έκδοση του έργου Δημοκρατία ή καπιταλισμός - Η Ευρώπη σε κρίση (biblionet): Παρουσίαση του Άρη Στυλιανού: «Πολλά και καλά φιλοσοφικά βιβλία» (Εφημερίδα των Συντακτών). Άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου: «Ευρώπη, Quo Vadis?»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου