του Τόμας Ασσόιερ
Thomas Assheuer: Faschismus als Endsieg der Evolution? - Ernst Jünger als Stichwortgeber der Cyberlibertären, Blätter, τ. 12/2025, Δεκέμβριος 2025
![]() |
| O Έλον Μασκ ντυμένος με ρωμαϊκή τήβεννο ταΐζει τον Ντόναλντ Τραμπ με σταφύλια. Το τσαμπί έχει το σχήμα των ΗΠΑ.Ο Στιβ Μπάνον με κόκκινο φούτερ με κουκούλα τους παρακολουθεί. Ο Λευκός Οίκος στο βάθος πήρε φωτιά και οι υπάλληλοι φεύγουν τρέχοντας. © Clémence Mira, NYT |
Πώς συνταιριάζονται όλα αυτά που βλέπουμε μπροστά μας; Σε ποιούς υποκλίνεται η λαϊκοφασιστική (völkische) Δεξιά; Σε ποιούς άλλους, προπαντός στην ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ ! Eνώ η απολυταρχική AfD έχει πάθει έρωτα με τον υπερ-ελευθεριακό (Ultralibertär) Έλον Μασκ. Από εδώ ολοκάθαρος γερμανικός πολιτισμός, τα λουκάνικα bratwurst χωρίς χημικά πρόσθετα και τα παράθυρα με μικρά στρογγυλά τζαμάκια (Butzenscheiben), Από εκεί διαγαλαξιακοί πύραυλοι, τσιπ για εμφύτευση στον εγκέφαλο και τεχνητή νοημοσύνη. Και ενώ οι τεχνολογικο-ελευθεριακοί (Tech-Libertäre) είναι στον δρόμο προς τ' αστέρια και προς την επίτευξη του ανεπίτευκτου, οι εθνικολαϊκιστές και λαϊκοφασίστες σκάβουν στην πάτρια γη που καπνίζει και ατμίζει και ψάχνουν για βάθος και προαιώνια καταγωγή. Αυτό που κάνει το πράγμα ακόμη χειρότερο, είναι το γεγονός ότι αυτοί οι νέοι φίλοι τους προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες· οι οποίες ΗΠΑ, καταπώς ισχυρίζονται τα πνεύματα της εθνικόφρονος Δεξιάς μας, έχουν στερήσει την Γερμανία από τις βαθιές πολιτισμικές ρίζες της. Η φράση-κλειδί, με την οποία περιγράφουν τούτο το «κακό» συμβάν, είναι η ενσωμάτωση της Γερμανίας στη Δύση.
Αναμφίβολα, εκ πρώτης όψεως αυτή φαίνεται να είναι μια στρατηγική συμμαχία προορισμένη για σύντομης διάρκειας ζωή. Τόσο οι εθνικολαϊκιστές όσο και οι ελευθεριακοί στρέφουν το μίσος τους προς το ίδιο αντικείμενο: Προς το λεγόμενο «παλιό σύστημα». Η κυρίαρχη πολιτική τάξη, υποστηρίζουν, καταπιέζει είτε την τεχνολογική ελευθερία (η αμερικανική εκδοχή), είτε την ελεύθερη βούληση του λαού (η γερμανική εκδοχή). Για καλή τους τύχη, όπως τουλάχιστον αγαλλιούν καί στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τον Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αρχίσει η έξοδος από την αιχμαλωσία: Η δομική, διαρκής οικονομική στασιμότητα (secular stagnation) έχει τελειώσει. Σιγά-σιγά η ζωή επιστρέφει στην κοινωνία και ένα γελάκι σκάει στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, ότι στο σημείο αυτό τελειώνει η διατλαντική ομοψυχία και τα πνεύματα πάλι διχάζονται, όλα επανέρχονται στα φυσιολογικά συνήθη.
Αναμφίβολα, εκ πρώτης όψεως αυτή φαίνεται να είναι μια στρατηγική συμμαχία προορισμένη για σύντομης διάρκειας ζωή. Τόσο οι εθνικολαϊκιστές όσο και οι ελευθεριακοί στρέφουν το μίσος τους προς το ίδιο αντικείμενο: Προς το λεγόμενο «παλιό σύστημα». Η κυρίαρχη πολιτική τάξη, υποστηρίζουν, καταπιέζει είτε την τεχνολογική ελευθερία (η αμερικανική εκδοχή), είτε την ελεύθερη βούληση του λαού (η γερμανική εκδοχή). Για καλή τους τύχη, όπως τουλάχιστον αγαλλιούν καί στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τον Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αρχίσει η έξοδος από την αιχμαλωσία: Η δομική, διαρκής οικονομική στασιμότητα (secular stagnation) έχει τελειώσει. Σιγά-σιγά η ζωή επιστρέφει στην κοινωνία και ένα γελάκι σκάει στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, ότι στο σημείο αυτό τελειώνει η διατλαντική ομοψυχία και τα πνεύματα πάλι διχάζονται, όλα επανέρχονται στα φυσιολογικά συνήθη.
Οι τεχνολογικο-ελευθεριακοί ονειρεύονται ένα είδος «λυκόφωτος των θεών» για το κράτος [το τέλος μιας εποχής, με την καταστροφή ή με τον «μαρασμό» του κράτους ως θεσμού].
Αυτοί θέλουν να ελαχιστοποιήσουν το κράτος όσο γίνεται περισσότερο και
να περικόψουν τον διευθυντικό ρόλο του, αφήνοντας τον μόνον σε λίγους
βασικούς τομείς. Αντιθέτως, θέλουν πάση θυσία να επεκτείνουν τα αστρονομικού δημοσιονομικού κόστους εγχειρήματα στον διαστημικό χώρο.[1] «Πιστεύουμε», γράφει ο προγραμματιστής λογισμικού και επενδυτής Μαρκ Αντρέσεν (Marc Andreessen) στο Τεχνολογικό-Οπτιμιστικό Μανιφέστο του (Techno-Optimist Manifesto), «ότι το ύψιστο καθήκον της τεχνολογίας είναι να προωθήσει την ζωή τόσο στη Γη όσο και στα αστέρια».[2] Αυτή η γαλαξιακή μεγαλομανία είναι μάλλον πράγμα ξένο για την εθνικολαϊκή
Δεξιά. Το μυαλό της λειτουργεί σε πολύ προσγειωμένο επίπεδο και αντί να
πάνε στον πλανήτη Άρη, θέλουν τον θεό Άρη εδώ κάτω, στην Γη. Σε
αντίθεση με τους υπερ-ελευθεριακούς,
δεν μισούν το κράτος. Αντιθέτως, είναι αχόρταγοι για κράτος. Αυτοί,
αφού πρώτα κουτσουρέψουν και κομματιάσουν το παλιό φιλελεύθερο κράτος με
το αλυσοπρίονο, θέλουν μετά να το ξαναχτίσουν σε όλη του τη δόξα και
λαμπρότητα ως γήινο θεό. Αν δώσουμε πίστη στα λόγια ενός από τους
συντάκτες του προγράμματος της AfD, τότε το μέλλον της Γερμανίας, δηλαδή
την εθνικοθρησκευτικού τύπου ενότητα εξουσίας και μεταφυσικής, μπορούμε
να την αντικρύσουμε ήδη να από σήμερα. Βρίσκεται βαθιά στην Ανατολή,
στο βασίλειο του Βλαντίμιρ Πούτιν, της εγγυήτριας δύναμης εναντίον της
φιλελεύθερης παρακμής. Η ιερή Μόσχα του Πούτιν είναι η Τρίτη Ρώμη.
Τέταρτη δεν θα υπάρξει .[3]
![]() |
| Ernst Jünger: Το 1913, 18 χρονών, στην Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων - Το 1914 εθελοντής στον Αυτοκρατορικό Γερμανικό Στρατό, επτά φορές τραυματίας στο μέτωπο με τη Γαλλία, παρασημοφορημένος - Ένθερμος μιλιταριστής, αντιφιλελεύθερος «τεχνολογικο-ολοκληρωτικός» συγγραφέας στην εποχή της Βαϊμάρης, όμως ο αριστοκρατικός ελιτισμός του τον απότρεψε από το να προσχωρήσει στον Ναζισμό. Το «ατσάλι» μαλάκωνε Το μυθιστόρημα «Στις μαρμαρένιες βραχοπλαγιές» (1939) ήταν μια τολμηρή αλληγορία: Έγραφε για την ερήμωση μιας ειρηνικής γης από βαρβαρικά στίφη. Στο κατεχόμενο Παρίσι ως Γερμανός λοχαγός του Διοικητικού, συναναστρέφονταν με ανθρώπους της τέχνης (Πικάσσο, Μπρακ, Πωλ Ελυάρ και Κοκτώ). Εκεί εθίστηκε στα ναρκωτικά. Θεωρήθηκε ύποπτος για συμμετοχή στην συνωμοσία του Στάουφφενμπεργκ κατά του Χίτλερ. Αποβλήθηκε από τον στρατό και ο γιός του στάλθηκε σε αναμορφωτήριο και μετά σε «τάγμα θανάτου» στην Ιταλία, όπου σκοτώθηκε στην Καρράρα σε μάχες με τους Αμερικανούς. Με το τέλος του πολέμου, ο μιλιταριστής, «τεχνολογικο-ολοκληρωτικός» και εραστής του «ζην επικινδύνως», είχε γίνει σκεπτικιστής. «Στην τελετουργική του ηρεμία, σε μια αυτοεπιβεβλημένη απομόνωση και αποχώρηση στην αρχαϊκή ουτοπία, στο βασίλειο της ιδιωτικής ζωής και της αισθητικής καλλιέργειας», βρήκε την μόνη διέξοδο. «Ο θρύλος του Jünger ενσαρκώνει μια τραγική αποτυχία του θάρρους και της ψυχρής στάσης απέναντι στον κόσμο», συνοψίζει ο George Steiner στην εισαγωγή στο μεταφρασμένο On The Marble Cliffs |
Ernst Jünger, ή ο άνθρωπος ως ζώο που επιζητεί εικόνες
Το γεγονός ότι οι τεχνολογικές επαναστάσεις επανεξετάζουν παλιούς πολιτικούς στόχους δεν είναι κάτι καινούργιο στην ιστορία. Όπως δείχνει ο Andres Veiel στο ντοκιμαντέρ του για τη Leni Riefenstahl, η φασιστική διανόηση πριν από έναν αιώνα αναγνώρισε διαισθητικά τις δυνατότητες των νέων εφευρέσεων στην τεχνολογία της εικόνας και ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης. Για τους Ναζί, σε αντίθεση με τους συντηρητικούς ρομαντικούς της παλιάς σχολής, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος δεν ήταν έργα του διαβόλου, αλλά μάλλον φανταστικά εργαλεία για να διεισδύσουν στη συλλογική φαντασία και να τροφοδοτήσουν τις «μάζες» με μύθους, οι οποίοι θα διασφαλίζουν την αφοσίωση τους σε αυτούς. Η υπερσύγχρονη τεχνολογία και η λαϊκοφασιστική πολιτική δεν ήταν αντίπαλοι. Αντίθετα, ήταν συμπληρωματικά μέσα για να εδραιώσουν στα βαθιά πνευματικά στρώματα του «λαού» μια στέρεη προθυμία για υπακοή και υποταγή και να συνδέσουν το άτομο και το σύστημα με τρόπο ώστε το δεύτερο να χειρίζεται το πρώτο.
Δεν ήταν τυχαίο ότι ο συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής Ερνστ Γιούνγκερ (Ernst Jünger, 1895–1998) προμήθευσε το φασιστικό πρόγραμμα χειραγώγησης με κρίσιμους όρους-κλειδιά. Λάτρης ο ίδιος των Μέσων Ενημέρωσης και της τεχνολογίας, θεωρούσε τους ανθρώπους ως πλάσματα που επιζητούν εικόνες και, δεδομένου ότι κυρίαρχη των αισθήσεων είναι η όραση, έχουν την ανάγκη να τροφοδοτούνται συνεχώς με οπτικό υλικό. Σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, ο οποίος εξακολουθεί και σήμερα να θεωρείται πνευματικός πατριάρχης της Δεξιάς, οι σχέσεις των ανθρώπινων υποκειμένων με τον κόσμο δεν είναι πρωτίστως γνωστικές και εννοιολογικές, αλλά φανταστικές και συμβολικές. Οι άνθρωποι δεν διψούν για αφηρημένους κανόνες, αλλά για χειροπιαστή αντίληψη. Δεν αναζητούν το κριτικό πνεύμα, αλλά μύθους, οι οποίοι προσανατολίζουν και με τρόπο ενστικτώδη σταθεροποιούν αβέβαια περιβάλλοντα. Για τον Γιούνγκερ αυτό σήμαινε το εξής: Στο ζωικό βασίλειο των ανθρώπων, αμέσως μόλις η δημιουργία νοήματος η οποία βασίζεται στην εικόνα αποτύχει, επαπειλούνται ξεσπάσματα παραλογισμού και αρχαϊκού πανικού. Προπαντός το φουτουριστικό δυναμικό της τεχνολογικής νεωτερικότητας αποδείχθηκε πηγή μόνιμου υπαρξιακού άγχους και πολιτικής παράλυσης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, όλα εξαρτώνταν από το κλείσιμο του χάσματος ανάμεσα στην συναισθηματική κατάσταση των φοβισμένων «μαζών» και στο επίπεδο της εξέλιξης της τεχνολογίας. Αυτό μπορεί να γίνει με την βοήθεια μύθων, οι οποίοι σταθεροποιούν και ενώνουν· και επομένως αναστέλλουν τους αναδυόμενους βαθείς φόβους. Ακόμη και στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του υποστηρίζει αυτό το πρόγραμμα σε πιο ήπια μορφή. Στο Eumeswil (1977), λόγου χάρη, ο Γιούνγκερ προσφέρει στον πρωταγωνιστή του, τον Manuel Venator, την ευχαρίστηση να έχει έναν κινηματογράφο του παρελθόντος, ο οποίος έχει το όνομα «Luminar». Κάθε φορά που ο μελαγχολικός ήρωάς του λαχταρά παρηγοριά, καταφεύγει στην μηχανή των εικόνων και εγκαταλείπει τον εαυτό του μέσα στη μαγεία των ιστορικών εικόνων του παρελθόντος.
Το γεγονός ότι οι τεχνολογικές επαναστάσεις επανεξετάζουν παλιούς πολιτικούς στόχους δεν είναι κάτι καινούργιο στην ιστορία. Όπως δείχνει ο Andres Veiel στο ντοκιμαντέρ του για τη Leni Riefenstahl, η φασιστική διανόηση πριν από έναν αιώνα αναγνώρισε διαισθητικά τις δυνατότητες των νέων εφευρέσεων στην τεχνολογία της εικόνας και ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης. Για τους Ναζί, σε αντίθεση με τους συντηρητικούς ρομαντικούς της παλιάς σχολής, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος δεν ήταν έργα του διαβόλου, αλλά μάλλον φανταστικά εργαλεία για να διεισδύσουν στη συλλογική φαντασία και να τροφοδοτήσουν τις «μάζες» με μύθους, οι οποίοι θα διασφαλίζουν την αφοσίωση τους σε αυτούς. Η υπερσύγχρονη τεχνολογία και η λαϊκοφασιστική πολιτική δεν ήταν αντίπαλοι. Αντίθετα, ήταν συμπληρωματικά μέσα για να εδραιώσουν στα βαθιά πνευματικά στρώματα του «λαού» μια στέρεη προθυμία για υπακοή και υποταγή και να συνδέσουν το άτομο και το σύστημα με τρόπο ώστε το δεύτερο να χειρίζεται το πρώτο.
Δεν ήταν τυχαίο ότι ο συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής Ερνστ Γιούνγκερ (Ernst Jünger, 1895–1998) προμήθευσε το φασιστικό πρόγραμμα χειραγώγησης με κρίσιμους όρους-κλειδιά. Λάτρης ο ίδιος των Μέσων Ενημέρωσης και της τεχνολογίας, θεωρούσε τους ανθρώπους ως πλάσματα που επιζητούν εικόνες και, δεδομένου ότι κυρίαρχη των αισθήσεων είναι η όραση, έχουν την ανάγκη να τροφοδοτούνται συνεχώς με οπτικό υλικό. Σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, ο οποίος εξακολουθεί και σήμερα να θεωρείται πνευματικός πατριάρχης της Δεξιάς, οι σχέσεις των ανθρώπινων υποκειμένων με τον κόσμο δεν είναι πρωτίστως γνωστικές και εννοιολογικές, αλλά φανταστικές και συμβολικές. Οι άνθρωποι δεν διψούν για αφηρημένους κανόνες, αλλά για χειροπιαστή αντίληψη. Δεν αναζητούν το κριτικό πνεύμα, αλλά μύθους, οι οποίοι προσανατολίζουν και με τρόπο ενστικτώδη σταθεροποιούν αβέβαια περιβάλλοντα. Για τον Γιούνγκερ αυτό σήμαινε το εξής: Στο ζωικό βασίλειο των ανθρώπων, αμέσως μόλις η δημιουργία νοήματος η οποία βασίζεται στην εικόνα αποτύχει, επαπειλούνται ξεσπάσματα παραλογισμού και αρχαϊκού πανικού. Προπαντός το φουτουριστικό δυναμικό της τεχνολογικής νεωτερικότητας αποδείχθηκε πηγή μόνιμου υπαρξιακού άγχους και πολιτικής παράλυσης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, όλα εξαρτώνταν από το κλείσιμο του χάσματος ανάμεσα στην συναισθηματική κατάσταση των φοβισμένων «μαζών» και στο επίπεδο της εξέλιξης της τεχνολογίας. Αυτό μπορεί να γίνει με την βοήθεια μύθων, οι οποίοι σταθεροποιούν και ενώνουν· και επομένως αναστέλλουν τους αναδυόμενους βαθείς φόβους. Ακόμη και στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του υποστηρίζει αυτό το πρόγραμμα σε πιο ήπια μορφή. Στο Eumeswil (1977), λόγου χάρη, ο Γιούνγκερ προσφέρει στον πρωταγωνιστή του, τον Manuel Venator, την ευχαρίστηση να έχει έναν κινηματογράφο του παρελθόντος, ο οποίος έχει το όνομα «Luminar». Κάθε φορά που ο μελαγχολικός ήρωάς του λαχταρά παρηγοριά, καταφεύγει στην μηχανή των εικόνων και εγκαταλείπει τον εαυτό του μέσα στη μαγεία των ιστορικών εικόνων του παρελθόντος.
Όσο
παράξενο κι αν ακούγεται, τα στρατεύματα κρούσης της Σίλικον Βάλεϊ τα
οποία συμπράττουν με το MAGA, δεν σκέφτονται με πολύ διαφορετικό τρόπο
από αυτές τις εικασίες. Το ενδιαφέρον τους για τα πνευματικά και
καλλιτεχνικά κινήματα των αρχών του 20ού Αιώνα εκδηλώνεται μάλλον «υπόγεια» και έμμεσα, ωστόσο είναι φανερό ότι δεν λείπει. Ο Μαρκ Αντρέσεν, λόγου χάρη, αποτίει φόρο τιμής στον ιταλικό φουτουρισμό και αναφέρει τον Μαρινέτι («Patron Saint of Techno-Optimism»,
«Η ομορφιά υπάρχει μόνο στη μάχη») ως βασικό μάρτυρα για τους δικούς
του ισχυρισμούς. Ο Έλον Μασκ, με τη σειρά του, μας συνιστά, και δεν
είναι αστείο, να διαβάζουμε το φλογοβόλο πεζογράφημα του Γιούνγκερ In Stahlgewittern («Στις καταιγίδες από ατσάλι»), τα ημερολόγια μέσα από τα «σαγόνια της Κόλασης» του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ωστόσο, στο ιδεολογικό χαρτοφυλάκιο του Μασκ θα ταίριαζε πολύ καλύτερα ένα άλλο έργο του Γιούνγκερ, Der Arbeiter – Herrschaft und Gestalt «Ο Εργάτης - Κυριαρχία και Μορφή». Αυτό το προγραμματικό δοκίμιο, γραμμένο το 1932, δεν είναι κοινωνιολογική μελέτη. Δεν αφορά τους εργάτες και τους αγώνες τους. Το θέμα του είναι η υπέρβαση του «αποσυντιθέμενου» φιλελευθερισμού μέσω της «ολικής κινητοποίησης ή επιστράτευσης» («totale Mobilmachung») δια της τεχνολογίας, και η ερχόμενη «οργανική κοινότητα» («organische Gemeinschaft»). Με εύστοχες διατυπώσεις, ο Γιούνγκερ σκιαγραφεί στον «Εργάτη» ένα όραμα υπερ-νεωτερικότητας (Hypermoderne) η οποία λειτουργεί πέρα από το Αρχιμήδειο σημείο του ανθρώπινου και έχει μόνον έναν στόχο: Την σύντηξη ανθρώπου, μύθου και μηχανής σε ένα κράμα. Μόνον αυτό το είδος κοινωνικής ολοκλήρωσης, υποστηρίζει ο Γιούνγκερ, είναι ικανό να αντέξει τις χαλύβδινες καταιγίδες του μέλλοντος. Ο Έλον Μασκ σκέφτεται σήμερα με τον ίδιο τρόπο.
![]() |
| Ο RH5 Manus του DFKI Bremen μπορεί ακόμη και να χορέψει © Projekt "Tomorrow is the Question ", Henrik Spohler/laif |
Η μετατροπή του Πολεμιστή σε Εργάτη
Ο Γιούνγκερ μεταμορφώνει τον Πολεμιστή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε Εργάτη του στρατιωτικού είδους, ο οποίος δείχνει έμπρακτα ότι είναι έτοιμος για μάχη και πρόθυμος να θυσιαστεί στην «παγωμένη φωτιά» του σήμερα. Το νέο υποκείμενο δεν είναι πια ο κλαψιάρης «εξατομικευένος» αστός, αλλά ένας «τύπος ανθρώπου» ο οποίος δεν αισθάνεται πόνο, είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, αισθάνεται περιφρόνηση τόσο για την γλυκανάλατη σήψη της παρακμιακής εποχής του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ του οίκου των Χοεντσόλλερν [από το 1888, 17 χρόνια μετά την ίδρυση του γερμανικού κράτους το 1871, μέχρι την παραίτηση του και κατάργηση της βασιλείας το 1918], όσο και για τις φαντασιώσεις των αριστερών. Σε αντίθεση με τους «woke» και από πολιτισμική άποψη Προτεστάντες «φιλισταίους» [στην αργκό του 19ου Αιώνα και των αρχών του 20ού συνώνυμο με τον συμφεροντολόγο και αδιάφορο για πνευματικές αξίες αστό ή μικροαστό], οι «σκληροί σαν ατσάλι» δεν θρηνούν για την ανατρεπτική βία της τεχνολογίας, αλλά, γεμάτοι χαρά, την θέτουν στην υπηρεσία τους με «ηρωικό ρεαλισμό». Ο Εργάτης του Γιούνγκερ δεν είναι συμφεροντολόγος. Αντί να ζητά «ειρήνη και ασφάλεια», αποδεικνύει «πέραν πάσης αμφιβολίας»[7] ότι είναι ανθρώπινο υλικό υψηλής ποιότητας με αποδοτική θέληση για δύναμη. Θέλει να καβαλήσει την τίγρη και δεν φοβάται ούτε τον ίδιο τον φόβο, ούτε την θυσία του. «Η βαθύτερη ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται στο να θυσιάζεται».
Ο Γιούνγκερ, ένας από τους [ιδεολογικούς] νεκροθάφτες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, είχε εμμονή με την ιδέα ότι η τεχνολογία είναι «σύμβολο μιας υπέρτερης δύναμης» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, είναι το δημιούργημα της βιολογικής εξέλιξης. Φυσικά, οι επιστήμονες κάνουν εκπληκτικές ανακαλύψεις και οι μηχανικοί κάνουν υπέροχες εφευρέσεις. Όμως, στα μάτια του Γιούνγκερ, η προϋπόθεση της δυνατότητας για τεχνικοεπιστημονική πρόοδο οφείλεται σε κάτι βαθύτερο:
Ο Γιούνγκερ μεταμορφώνει τον Πολεμιστή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε Εργάτη του στρατιωτικού είδους, ο οποίος δείχνει έμπρακτα ότι είναι έτοιμος για μάχη και πρόθυμος να θυσιαστεί στην «παγωμένη φωτιά» του σήμερα. Το νέο υποκείμενο δεν είναι πια ο κλαψιάρης «εξατομικευένος» αστός, αλλά ένας «τύπος ανθρώπου» ο οποίος δεν αισθάνεται πόνο, είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, αισθάνεται περιφρόνηση τόσο για την γλυκανάλατη σήψη της παρακμιακής εποχής του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ του οίκου των Χοεντσόλλερν [από το 1888, 17 χρόνια μετά την ίδρυση του γερμανικού κράτους το 1871, μέχρι την παραίτηση του και κατάργηση της βασιλείας το 1918], όσο και για τις φαντασιώσεις των αριστερών. Σε αντίθεση με τους «woke» και από πολιτισμική άποψη Προτεστάντες «φιλισταίους» [στην αργκό του 19ου Αιώνα και των αρχών του 20ού συνώνυμο με τον συμφεροντολόγο και αδιάφορο για πνευματικές αξίες αστό ή μικροαστό], οι «σκληροί σαν ατσάλι» δεν θρηνούν για την ανατρεπτική βία της τεχνολογίας, αλλά, γεμάτοι χαρά, την θέτουν στην υπηρεσία τους με «ηρωικό ρεαλισμό». Ο Εργάτης του Γιούνγκερ δεν είναι συμφεροντολόγος. Αντί να ζητά «ειρήνη και ασφάλεια», αποδεικνύει «πέραν πάσης αμφιβολίας»[7] ότι είναι ανθρώπινο υλικό υψηλής ποιότητας με αποδοτική θέληση για δύναμη. Θέλει να καβαλήσει την τίγρη και δεν φοβάται ούτε τον ίδιο τον φόβο, ούτε την θυσία του. «Η βαθύτερη ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται στο να θυσιάζεται».
Ο Γιούνγκερ, ένας από τους [ιδεολογικούς] νεκροθάφτες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, είχε εμμονή με την ιδέα ότι η τεχνολογία είναι «σύμβολο μιας υπέρτερης δύναμης» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, είναι το δημιούργημα της βιολογικής εξέλιξης. Φυσικά, οι επιστήμονες κάνουν εκπληκτικές ανακαλύψεις και οι μηχανικοί κάνουν υπέροχες εφευρέσεις. Όμως, στα μάτια του Γιούνγκερ, η προϋπόθεση της δυνατότητας για τεχνικοεπιστημονική πρόοδο οφείλεται σε κάτι βαθύτερο:
Οφείλεται στη μυστηριώδη δημιουργικότητα ενός αμετακίνητου «κέντρου», το οποίο, πίσω από «τις δυναμικές υπερβολές στην ροή του χρόνου», τροφοδοτεί τον «κόσμο των μηχανών». «Η τεχνολογία και η φύση δεν είναι πράγματα αντίθετα· όταν τις αντιλαμβανόμαστε ως αντίθετα, αυτό είναι ένα σημάδι ότι η ζωή δεν είναι σε τάξη». Το νόημα αυτής της φράσης δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Εάν τόσο τα ανθρώπινα, όσο και τα τεχνικο-μηχανικά πράγματα είναι μορφικές παραλλαγές («διαφοροποιήσεις») παραγόμενες από την ίδια εξελικτική δύναμη, τότε ο διαχωρισμός «ανθρώπου» και «μηχανής» ανήκει στο πνευματικό νεκροταφείο της νεωτερικότητας. Εάν αυτό ισχύει, τότε τόσο η διάκριση μεταξύ βιολογικών συστημάτων και τεχνολογικών συστημάτων, όσο και ο διαχωρισμός μεταξύ του «φύεσθαι / γεννάσθαι / αναπτύσσεσθαι» αφενός, και του «κατασκευάζειν» αφετέρου, δηλαδή μεταξύ του «φυσικά δοθέντος» και του «τεχνητά δημιουργούμενου», θα ήταν εξίσου παλαιοευρωπαϊκές αυταπάτες.
Υπό αυτή την οπτική γωνία, με την οποία πράγματα μη φυσικά εκλαμβάνονται ως «πράγματα της φύσης» και εντάσσονται σε ίδια κατηγορία με τα όντως φυσικά (naturalizing perspective), ο κρυφός στόχος της βιολογικής εξέλιξης προκύπτει από μόνος του: Είναι η
οργανική σύζευξη ανθρώπων και τεχνολογίας σε ένα μετα-ανθρώπινο
(transhuman) όλον. Λόγου χάρη, σε μια ιαπωνική τορπίλη-καμικάζι του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία πιλοτάρει ένας στρατιώτης για να εκραγεί
στον στόχο [8]
Σε σύγκριση με τέτοια, οι φαντασιώσεις σύντηξης του Έλον Μασκ είναι
ευτυχώς αναίμακτες, ώστόσο και αυτός ορίζει τη σύζευξη ανθρώπου-μηχανής
ως το σημείο φυγής, πέρα από το οποίο η βιολογική εξέλιξη θα επιταχυνθεί
δραματικά. Η εταιρεία του Neuro-Link πειραματίζεται με μια σύνθεση
ανθρώπινου εγκεφάλου και υπολογιστή. Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι μια
θεϊκή υπερνοημοσύνη, η οποία θα μας προσφέρει εκείνο που η θρησκεία μπορούσε μόνον να μας το υποσχεθεί επί Γης: Την αιώνια ζωή.
Ο επενδυτής και υποστηρικτής του Τραμπ Peter Thiel (PayPal, Palantir) περιέγραψε κάποτε την φιλελεύθερη-δημοκρατική Αμερική ως «ancien regime» [9 - «Παλαιό Καθεστώς», όπως της Γαλλίας πριν την Γαλλική Επανάσταση], πράγμα που σημαίνει κοινωνία πάσχουσα από πολλές χρόνιες και θανατηφόρες νόσους, εχθρική προς την τεχνολογία και το μέλλον. Και ο Ερνστ Γιούνγκερ επιθυμούσε μια αλλαγή καθεστώτος (regime change) και δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ για την πτώση του παλαιού καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας [της Βαϊμάρης]. «Ένα από τα χαρακτηριστικά μιας νέας εποχής, είναι το
γεγονός ότι η αστική κοινωνία […] είναι καταδικασμένη σε θάνατο […]
Αυτό δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο, παρά μια επίθεση σε όλα όσα κάνουν τη
ζωή πολύτιμη για τον πολίτη».[10]
Καταγράφει με ικανοποίηση την παρακμή του μισητού φιλελευθερισμού. Με
αναλυτική αποστασιοποίηση, σημειώνει ότι η «κινητοποίηση των υλικών
πραγμάτων» («Mobilmachung der Materie») [επιστράτευση για τον πόλεμο, κινητοποίηση για την οικονομία]
έχει υπονομεύσει μόνιμα την δημοκρατία («έλλειψη κυριαρχίας» - Mangel
an Herrschaft) και έχει επιταχύνει την πορεία της ιστορίας. Όσο
περισσότερο «τα άτομα χαλαρώνουν από τις [κρυσταλλικές] δομές τους, τόσο λιγότερη αντίσταση προβάλλεται σε μια οργανική αναδόμηση του κόσμου».
Λες και αποζητά απελευθέρωση από όλες τις ελπίδες του παρελθόντος, ο Γιούνγκερ πανηγυρίζει για την ρευστοποίηση της χριστιανικής «ψυχής» και για την «διαδικασία διάλυσης που συμβαίνει μέσα στο ανθρώπινο άτομο»: Τα όρια μεταξύ ζωής και τεχνικής έχουν γίνει θολά, η «παλιά διάκριση μεταξύ μηχανικών και οργανικών δυνάμεων δεν λειτουργεί» και το αστικό ήθος αγγίζει ήδη τα όρια του γελοίου. Το λίγο υπόλοιπο βιολογικής φυσικότητας που απομένει, το εξαλείφει ο ίδιος ο φιλελευθερισμός: Ο καθένας μπορεί ο ίδιος προσωπικά να «ακυρώσει τον χαρακτήρα του φύλου του, δηλαδή να τον προσδιορίσει ή να τον αλλάξει με μια απλή καταχώριση στο ληξιαρχείο». Οι φιλελεύθερες συνήθεις πρακτικές, όπως οι δημοκρατικές εκλογές, φαίνονται πια τόσο ξεπερασμένα όσο και η πίστη στο λογικό ανθρώπινο υποκείμενο.
Επιτάχυνση της επιτάχυνσης – Το «καλό μισό» της νεωτερικότητας και το απορριπτέο άλλο μισό
Ο Γιούνγκερ αποδέχεται πρόθυμα ότι το τέλος του ανθρωπισμού και των «παλαιών δυνάμεων» εξαπολύει πληθώρα φόβων στους ανθρώπους. Ωστόσο μας καθησυχάζει, λέγοντας ότι η αναρχία και το χάος είναι αδιάψευστοι προάγγελοι αυτού που πρόκειται να έρθει και ενορχηστρώνεται από το «μυστικό κέντρο» της Ιστορίας. «Γνωρίζουμε ότι ο κύκλος της καταστροφής έχει ένα μυστικό κέντρο, από το οποίο ξεδιπλώνεται και διαδίδεται η φαινομενικά χαοτική διαδικασία της εξουδετέρωσης και υποταγής των παλαιών δυνάμεων». Και έτσι ο προφητικός οραματιστής ατενίζει με «στερεοσκοπική θέα» πέρα από το ερειπωμένο τοπίο της παρούσας ζωής του και διακρίνει τα μακρινά περιγράμματα μιας νέας τάξης πραγμάτων. Και τότε ο Γιούνγκερ ρίχνει στο χαρτί μια πρόταση, η οποία θα μπορούσε εξίσου εύκολα να προέρχεται από τον Έλον Μασκ, τον Πίτερ Θιλ, τον Μαρκ Άντρεσεν ή άλλους τεχνολογικο-φουτουριστές: Τώρα, το θέμα είναι «να αυξηθεί η ορμή και η ταχύτητα των διαδικασιών μέσα στις οποίες είμαστε παγιδευμένοι»: Move fast and break things.
Μπορεί κανείς να πει, με κάποια δόση υπερβολής, ότι ο φουτουρισμός του Ερνστ Γιούνγκερ είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ακροδεξιούς και στους Αμερικανούς κυβερνο-ελευθεριακούς (cyberlibertarians) από το στρατόπεδο MAGA. Και οι πρώτοι είναι επιταχυντιστές (accelerationists) όπως οι δεύτεροι, και θέλουν να επιταχύνουν την επιτάχυνση [την ήδη υπάρχουσα επιτάχυνση των μεταβολών στην τεχνολογία, στην κοινωνία κλπ]. Και οι δύο πλευρές κόβουν στη μέση την νεωτερικότητα και πετούν στα σκουπίδια το μισό της, δηλαδή μετατρέπουν σε φετίχ και λατρεύουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα της, ενώ δυσφημούν και κακολογούν την δημοκρατική και πολιτισμική νεωτερικότητα. Και όπως έκανε ο Ερνστ Γιούνγκερ πριν από αυτούς, και οι δύο πλευρές ταυτίζουν αδίστακτα την υποτιθέμενη ως ενιαία κατηγορία, την συναποτελούμενη από πράγματα της τεχνολογίας και πράγματα της φύσης, με την «αλήθεια» της ίδιας της ζωής. Λες και έχει μάθει απ΄ έξω και ανακατωτά τον Εργάτη του Γιούνγκερ, ο Μαρκ Αντρέσεν στο Mανιφέστο του ανακατεύει σαν μέσα σε μίξερ όλες τις φορτισμένες λέξεις-κλειδιά του βιβλίου εκείνου, φτιάχνοντας ένα κράμα - Σύμβολο της Πίστης των τεχνολογικο-ευαγγελιστών: «Πιστεύουμε στο ρομαντισμό της τεχνολογίας [...] πιστεύουμε στον ανταγωνισμό, επειδή πιστεύουμε στην εξέλιξη. Πιστεύουμε στην εξέλιξη επειδή πιστεύουμε στη ζωή. Πιστεύουμε στην αλήθεια».
Για τους πολιτικούς και τους επενδυτές, το μήνυμα ότι κάθε τεχνολογική καινοτομία είναι ένα ευπρόσδεκτο δώρο της βιολογικής εξέλιξης, είναι εξαιρετικά βολικό. Η άμεση εφαρμογή της από προμηθεϊκές ιδιοφυΐες είναι τότε αυτονόητα αποδεκτή και δεν απαιτεί καμιά περαιτέρω δικαιολόγηση. Ο Γιούνγκερ ήταν ήδη εξοικειωμένος με αυτόν τον μηχανισμό νομιμοποίησης. Κι εκείνον τον έκαιγε η επιθυμία, κάθε τεχνολογική πρόοδος να τυγχάνει υποχρεωτικής, άνευ όρων αποδοχής και να απαλλάσσεται από τον κοινωνικό έλεγχο. Επιπλέον, με τέτοια μεταπολιτικά επιχειρήματα, ήθελε να πάρει με το μέρος του τους συντηρητικούς σκεπτικιστές και να τους πείσει να παύσουν να κυνηγούν ανεμόμυλους, δηλαδή να εγκαταλείψουν τον δονκιχωτικό πόλεμο τους ενάντια στην τεχνολογική νεωτερικότητα. Αλλά προς Θεού, όχι ειρήνευση και με την νεωτερικότητα ως διαδικασία χειραφέτησης [ο πόλεμος με αυτό το άλλο μισό της νεωτερικότητας του ήταν ευπρόσδεκτος].
Ο Γιούνγκερ αποδέχεται πρόθυμα ότι το τέλος του ανθρωπισμού και των «παλαιών δυνάμεων» εξαπολύει πληθώρα φόβων στους ανθρώπους. Ωστόσο μας καθησυχάζει, λέγοντας ότι η αναρχία και το χάος είναι αδιάψευστοι προάγγελοι αυτού που πρόκειται να έρθει και ενορχηστρώνεται από το «μυστικό κέντρο» της Ιστορίας. «Γνωρίζουμε ότι ο κύκλος της καταστροφής έχει ένα μυστικό κέντρο, από το οποίο ξεδιπλώνεται και διαδίδεται η φαινομενικά χαοτική διαδικασία της εξουδετέρωσης και υποταγής των παλαιών δυνάμεων». Και έτσι ο προφητικός οραματιστής ατενίζει με «στερεοσκοπική θέα» πέρα από το ερειπωμένο τοπίο της παρούσας ζωής του και διακρίνει τα μακρινά περιγράμματα μιας νέας τάξης πραγμάτων. Και τότε ο Γιούνγκερ ρίχνει στο χαρτί μια πρόταση, η οποία θα μπορούσε εξίσου εύκολα να προέρχεται από τον Έλον Μασκ, τον Πίτερ Θιλ, τον Μαρκ Άντρεσεν ή άλλους τεχνολογικο-φουτουριστές: Τώρα, το θέμα είναι «να αυξηθεί η ορμή και η ταχύτητα των διαδικασιών μέσα στις οποίες είμαστε παγιδευμένοι»: Move fast and break things.
Μπορεί κανείς να πει, με κάποια δόση υπερβολής, ότι ο φουτουρισμός του Ερνστ Γιούνγκερ είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ακροδεξιούς και στους Αμερικανούς κυβερνο-ελευθεριακούς (cyberlibertarians) από το στρατόπεδο MAGA. Και οι πρώτοι είναι επιταχυντιστές (accelerationists) όπως οι δεύτεροι, και θέλουν να επιταχύνουν την επιτάχυνση [την ήδη υπάρχουσα επιτάχυνση των μεταβολών στην τεχνολογία, στην κοινωνία κλπ]. Και οι δύο πλευρές κόβουν στη μέση την νεωτερικότητα και πετούν στα σκουπίδια το μισό της, δηλαδή μετατρέπουν σε φετίχ και λατρεύουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα της, ενώ δυσφημούν και κακολογούν την δημοκρατική και πολιτισμική νεωτερικότητα. Και όπως έκανε ο Ερνστ Γιούνγκερ πριν από αυτούς, και οι δύο πλευρές ταυτίζουν αδίστακτα την υποτιθέμενη ως ενιαία κατηγορία, την συναποτελούμενη από πράγματα της τεχνολογίας και πράγματα της φύσης, με την «αλήθεια» της ίδιας της ζωής. Λες και έχει μάθει απ΄ έξω και ανακατωτά τον Εργάτη του Γιούνγκερ, ο Μαρκ Αντρέσεν στο Mανιφέστο του ανακατεύει σαν μέσα σε μίξερ όλες τις φορτισμένες λέξεις-κλειδιά του βιβλίου εκείνου, φτιάχνοντας ένα κράμα - Σύμβολο της Πίστης των τεχνολογικο-ευαγγελιστών: «Πιστεύουμε στο ρομαντισμό της τεχνολογίας [...] πιστεύουμε στον ανταγωνισμό, επειδή πιστεύουμε στην εξέλιξη. Πιστεύουμε στην εξέλιξη επειδή πιστεύουμε στη ζωή. Πιστεύουμε στην αλήθεια».
Για τους πολιτικούς και τους επενδυτές, το μήνυμα ότι κάθε τεχνολογική καινοτομία είναι ένα ευπρόσδεκτο δώρο της βιολογικής εξέλιξης, είναι εξαιρετικά βολικό. Η άμεση εφαρμογή της από προμηθεϊκές ιδιοφυΐες είναι τότε αυτονόητα αποδεκτή και δεν απαιτεί καμιά περαιτέρω δικαιολόγηση. Ο Γιούνγκερ ήταν ήδη εξοικειωμένος με αυτόν τον μηχανισμό νομιμοποίησης. Κι εκείνον τον έκαιγε η επιθυμία, κάθε τεχνολογική πρόοδος να τυγχάνει υποχρεωτικής, άνευ όρων αποδοχής και να απαλλάσσεται από τον κοινωνικό έλεγχο. Επιπλέον, με τέτοια μεταπολιτικά επιχειρήματα, ήθελε να πάρει με το μέρος του τους συντηρητικούς σκεπτικιστές και να τους πείσει να παύσουν να κυνηγούν ανεμόμυλους, δηλαδή να εγκαταλείψουν τον δονκιχωτικό πόλεμο τους ενάντια στην τεχνολογική νεωτερικότητα. Αλλά προς Θεού, όχι ειρήνευση και με την νεωτερικότητα ως διαδικασία χειραφέτησης [ο πόλεμος με αυτό το άλλο μισό της νεωτερικότητας του ήταν ευπρόσδεκτος].
Αντίστοιχα,
η δελεαστική προσφορά, το δόλωμα του Γιούνγκερ σε όλους όσοι είχαν
επιφυλάξεις, ήταν η εξής: Βοηθείστε κι εσείς να πιεσθεί ο φιλελευθερισμός
(η «Βαϊμάρη!») με τη βοήθεια της τεχνολογικής επανάστασης μέχρι να
καταρρεύσει, και έτσι να εκπληρωθεί μια συντηρητική υπόσχεση: Η
επιστροφή της ισχύος των μύθων, η επαναμάγευση του κόσμου [η κατάργηση της κατά τον Μαξ Βέμπερ «απομάγευσης του κόσμου» στην εποχή της νεωτερικότητας].
Αυτή η ιδέα, δηλαδή η πλειοδοσία σε νεωτερικότητα, το προχώρημα μπροστά
και πέρα από αυτήν, αλλά και ταυτόχρονη επιστροφή σε μια προ-νεωτερικότητα με
χαρακτηριστικό τις λατρευτικές πρακτικές, είναι η προγραμματική καρδιά
του Εργάτη. Ο Γιούνγκερ θέλει να ωθήσει την αποξένωση του ανθρώπου
και της τεχνολογίας τόσο πολύ πέρα από τα όριά της, ώστε να μετατραπεί
σε μια «οργανική κοινότητα»· όταν συμβεί αυτό, τα μέλη αυτής της
κοινότητας θα αισθάνονται «εγγενώς συγχωνευμένα» με τα τεχνολογικά μέσα τους, «με την ίδια αφελή βεβαιότητα με την οποία ένα ζώο χρησιμοποιεί τα όργανα του σώματος του».
Καταφατική λατρεία της τεχνολογίας αντί κριτικής υποκειμενικότητας
Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το ενοποιητικό κέντρο του νεωτερικού κόσμου δεν βρίσκεται στη δημοκρατία και στο κράτος δικαίου, στην ενεργή δημόσια σφαίρα και στο κριτικό ατομικό υποκείμενο, αλλά σε ένα «ναι» στην τεχνολογία, σε μια καταφατική στάση η οποία καταλήγει να μετατραπεί σε λατρεία θρησκευτικού τύπου. Στην λατρεία, η ελευθερία και η υπακοή γίνονται ταυτόσημες. Χωρίς την κριτική αντιστάθμιση, τα άτομα συγχρονίζονται με το σύστημα και επιθυμούν ενστικτωδώς αυτό που υποχρεώνονται από το σύστημα να επιθυμούν. Για να γίνει κανείς κοινωνός αυτού του μέλλοντος, πρέπει απλώς να απορρίψει τις αστικές επιφυλάξεις του και να χαιρετίσει με ένα άνευ όρων «ναι» την άφιξη του νέου. Σήμερα, ο δισεκατομμυριούχος Μαρκ Αντρέσεν (Marc Andreessen), με το «τεχνολογικο-αισιόδοξο μανιφέστο» του (Techno-Optimist Manifesto), καλεί όλους τους φοβιτσιάρηδες λαγόκαρδους να προσαρμοστούν στο αναπόφευκτο. «Ήρθε η ώρα να γίνουμε τεχνολογικο-αισιόδοξοι [...]. Όποιος έχει θετική στάση και ένα φορητό υπολογιστή, μπορεί να συνεισφέρει».
Χωρίς να θέλω να κάνω κατάχρηση με παραλληλισμούς στην ιστορία των ιδεών, ωστόσο είναι αξιοσημείωτο ότι ο Αντρέσεν στοχεύει τον ίδιο αντίπαλο τον οποίο πολεμούσε κάποτε ο Ερνστ Γιούνγκερ. Και οι δύο ενοχλούνται έντονα από εκείνους τους συγχρόνους τους, οι οποίοι σπέρνουν αμφιβολίες για την πρόοδο της τεχνολογίας την όμοια με βιολογική εξέλιξη, και αρνούνται να αποδεχτούν τα ευλογημένα οφέλη της ως αναπόδραστο μέρος μιας πλήρους νοήματος ιστορίας του ανθρώπινου γένους. Για τον Αντρέσεν, ο οποίος συγκαταλέγει τον Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich Hayek), τον Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και τον ακροδεξιό εξτρεμιστή Νικ Λαντ (Nick Land) στους «Προστάτες Αγίους» του, ακόμη και εκείνοι που εκστομίζουν όρους όπως «ρίσκο», «προτεραιότητα της προληπτικής δράσης», «κοινωνική ευθύνη», «βιωσιμότητα», «εμπιστοσύνη και ασφάλεια», «τεχνολογική ηθική» ή «όρια της οικονομικής μεγέθυνσης», είναι ύποπτοι. «Εχθρός μας», δηλώνει στο μανιφέστο του, «είναι η επιβράδυνση, η ανακοπή της οικονομικής μεγέθυνσης, η μείωση του πληθυσμού· η μηδενιστική επιθυμία των ελίτ μας για λιγότερους ανθρώπους, λιγότερη ενέργεια και περισσότερο πόνο και θάνατο». Δεν είναι περίεργο που ο Andreessen στοχοποιεί τα «αριστερά» πανεπιστήμια ως εστίες αναπαραγωγής αυτού του κακού πνεύματος. Με το μείγμα τεχνικοφοβίας, φιλικής διάθεσης προς τους αλλοδαπούς και προγραμμάτων DEI (Diversity, Equity, Inclusion = Ποικιλομορφία, Ισότητα και Συμπερίληψη), ευθύνονται για την «σε μεγάλη κλίμακα πτώση του ηθικού» στις ΗΠΑ και για την έλλειψη καινοτομίας. Όποιος κάνει σαμποτάζ στο μέλλον της Αμερικής αξίζει «την γραφειοκρατική θανατική ποινή» [11] [“bureaucratic death penalty”, βλ. και Tech billionaire Trump adviser Marc Andreessen says universities will “pay the price” for DEI, Washington Post 12.7.2026].
Καταφατική λατρεία της τεχνολογίας αντί κριτικής υποκειμενικότητας
Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το ενοποιητικό κέντρο του νεωτερικού κόσμου δεν βρίσκεται στη δημοκρατία και στο κράτος δικαίου, στην ενεργή δημόσια σφαίρα και στο κριτικό ατομικό υποκείμενο, αλλά σε ένα «ναι» στην τεχνολογία, σε μια καταφατική στάση η οποία καταλήγει να μετατραπεί σε λατρεία θρησκευτικού τύπου. Στην λατρεία, η ελευθερία και η υπακοή γίνονται ταυτόσημες. Χωρίς την κριτική αντιστάθμιση, τα άτομα συγχρονίζονται με το σύστημα και επιθυμούν ενστικτωδώς αυτό που υποχρεώνονται από το σύστημα να επιθυμούν. Για να γίνει κανείς κοινωνός αυτού του μέλλοντος, πρέπει απλώς να απορρίψει τις αστικές επιφυλάξεις του και να χαιρετίσει με ένα άνευ όρων «ναι» την άφιξη του νέου. Σήμερα, ο δισεκατομμυριούχος Μαρκ Αντρέσεν (Marc Andreessen), με το «τεχνολογικο-αισιόδοξο μανιφέστο» του (Techno-Optimist Manifesto), καλεί όλους τους φοβιτσιάρηδες λαγόκαρδους να προσαρμοστούν στο αναπόφευκτο. «Ήρθε η ώρα να γίνουμε τεχνολογικο-αισιόδοξοι [...]. Όποιος έχει θετική στάση και ένα φορητό υπολογιστή, μπορεί να συνεισφέρει».
Χωρίς να θέλω να κάνω κατάχρηση με παραλληλισμούς στην ιστορία των ιδεών, ωστόσο είναι αξιοσημείωτο ότι ο Αντρέσεν στοχεύει τον ίδιο αντίπαλο τον οποίο πολεμούσε κάποτε ο Ερνστ Γιούνγκερ. Και οι δύο ενοχλούνται έντονα από εκείνους τους συγχρόνους τους, οι οποίοι σπέρνουν αμφιβολίες για την πρόοδο της τεχνολογίας την όμοια με βιολογική εξέλιξη, και αρνούνται να αποδεχτούν τα ευλογημένα οφέλη της ως αναπόδραστο μέρος μιας πλήρους νοήματος ιστορίας του ανθρώπινου γένους. Για τον Αντρέσεν, ο οποίος συγκαταλέγει τον Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich Hayek), τον Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) και τον ακροδεξιό εξτρεμιστή Νικ Λαντ (Nick Land) στους «Προστάτες Αγίους» του, ακόμη και εκείνοι που εκστομίζουν όρους όπως «ρίσκο», «προτεραιότητα της προληπτικής δράσης», «κοινωνική ευθύνη», «βιωσιμότητα», «εμπιστοσύνη και ασφάλεια», «τεχνολογική ηθική» ή «όρια της οικονομικής μεγέθυνσης», είναι ύποπτοι. «Εχθρός μας», δηλώνει στο μανιφέστο του, «είναι η επιβράδυνση, η ανακοπή της οικονομικής μεγέθυνσης, η μείωση του πληθυσμού· η μηδενιστική επιθυμία των ελίτ μας για λιγότερους ανθρώπους, λιγότερη ενέργεια και περισσότερο πόνο και θάνατο». Δεν είναι περίεργο που ο Andreessen στοχοποιεί τα «αριστερά» πανεπιστήμια ως εστίες αναπαραγωγής αυτού του κακού πνεύματος. Με το μείγμα τεχνικοφοβίας, φιλικής διάθεσης προς τους αλλοδαπούς και προγραμμάτων DEI (Diversity, Equity, Inclusion = Ποικιλομορφία, Ισότητα και Συμπερίληψη), ευθύνονται για την «σε μεγάλη κλίμακα πτώση του ηθικού» στις ΗΠΑ και για την έλλειψη καινοτομίας. Όποιος κάνει σαμποτάζ στο μέλλον της Αμερικής αξίζει «την γραφειοκρατική θανατική ποινή» [11] [“bureaucratic death penalty”, βλ. και Tech billionaire Trump adviser Marc Andreessen says universities will “pay the price” for DEI, Washington Post 12.7.2026].
![]() |
| Marc Andreessen © Washington Post illustration; Steve Jennings/Getty Images for TechCrunch |
Όπως ο Andreessen, έτσι και ο Peter Thiel είναι εξοργισμένος από την «στασιμότητα» της Αμερικής και δυσαρεστείται για το χάσμα μεταξύ μιας υποτιθέμενης υπερβολικά κριτικής κοινωνικής συνείδησης αφενός, και των επιβλητικών αλλά ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων της τεχνολογίας αφετέρου. Εν ολίγοις, ο Thiel ισχυρίζεται ότι υπάρχει έλλειμμα συγχρονισμού μεταξύ υποκειμένου και μηχανής. Για αυτόν τον λόγο, προειδοποιεί αδιάκοπα κατά των Αποκαλυψιακών καταστροφολόγων και εκείων που εμπορεύονται τον θυμό και την αντίδραση, υποδαυλίζουν φόβους και προειδοποιούν για επερχόμενη καταστροφή του κόσμου. Ο Thiel εμφανώς φοβάται τον φόβο όταν αυτός γίνεται θέμα συζήτησης και επηρεάζει γνώμες και συμπεριφορές ή προκαλεί ανησυχία στην δημόσια σφαίρα. Ανησυχεί ότι ο πανικός για έναν πυρηνικό πόλεμο ή για μια οικολογική καταστροφή («Αρμαγεδδών») θα πυροδοτήσει παράλογες αντιδράσεις και θα οικοδομήσει στις νοοοτροπίες των ανθρώπων εμπόδια και φραγμούς εναντίον της τεχνολογικής προόδου. Χαρακτηρίζει τους ακτιβιστές υπέρ του περιβάλλοντος ως ενσαρκώσεις του «Αντίχριστου», ως το Κακό μεταμφιεσμένο σε Καλό, λες και εκείνοι που προειδοποιούν για τον κίνδυνο είναι χειρότεροι από τον ίδιο τον κίνδυνο. Μολυσμένος από τον ιδεολογικό πυρετό της δεκαετίας του 1920, ο Thiel επικαλείται με τρόπο επιθετικό μέχρι και το ίδιο ζευγάρι εννοιών με τον Ernst Jünger: Η «ειρήνη και η ασφάλεια» είναι μια υποκριτική υπόσχεση, είναι ο Δούρειος Ίππος με τον οποίο ο Αντίχριστος καταφέρνει να διεισδύσει στην δημόσια σφαίρα, προκειμένου να εγκαθιδρύσει ένα αριστερό-ολοκληρωτικό «παγκόσμιο κράτος» («Ή Ένας Κόσμος, ή Κανένας»), μια παγκόσμια δικτατορία με κοινωνική ευημερία συνδυασμένη με επιτήρηση. Οι πρόδρομοι αυτού του παγκόσμιου κράτους υπάρχουν ήδη, ισχυρίζεται ο Thiel, και αναφέρει τα Ηνωμένα Έθνη, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και την Ευρωπαϊκή Ένωση.[12] Ως άμεσο μέτρο, προτείνει να τεθούν εμπόδια σε όσους θέτουν εμπόδια στην πρόοδο, πράγμα που σημαίνει, κατ΄αυτόν, να καταπολεμηθεί ο Αντίχριστος.[13] Ωστόσο, για το καθιερωμένο λειτουργικό σύστημα της πολιτικής, την δημοκρατία, αυτό το έργο πέφτει υπερβολικά βαρύ. Όπως έχει υποδείξει ο πρώην συμμαθητής του Thiel, ο Paul Leslie, μαθητής του René Girard (Ρενέ Ζιράρ), αντί για δημοκρατία χρειαζόμαστε καλοπροαίρετους μονάρχες, λόγου χάρη έναν νέο Μέγα Αλέξανδρο, για να κόψουν τον Γόρδιο δεσμό και να επιβάλουν μια φιλική προς την καινοτομία τάξη πραγμάτων, αυτή τη φορά ίσως απαλλαγμένοι από τον Αντίχριστο.[14] Το γεγονός ότι ο οραματιστής της τεχνολογίας Curtis Yarvin επιχειρεί εδώ και χρόνια ένα rebranding της μοναρχίας, πάει γάντι σε τούτη την εικόνα. «Δεν πιστεύω καθόλου στην ψήφο» («I don’t believe in voting at all») [15]
![]() |
| © François Schuiten, The Invisible Frontier (2004), via John Pistelli |
Η επαναφορά του μύθου ως πρόγραμμα
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Τι θα συμβεί όταν σπάσει κάθε αντίσταση και οι τεχνολογικο-φουτουριστές θα έχουν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι θέλουν; Ο Ernst Jünger, ο οποίος, προς μεγάλη κατάπληξη μας, ήδη από το 1951 φαντασιωνόταν έναν «Allsprecher» [ή Phonophor], ένα είδος smartphone, ήλπιζε να κλείσει το χάσμα μεταξύ ανθρώπινου υποκειμένου και μηχανής. Πιο συγκεκριμένα, βασιζόταν σε έναν χρήσιμο τύπο ανθρώπου που χρησιμοποιεί την τεχνολογία με μυθική («naive», «αφελή») ανεπιφύλακτη και άκριτη ευκολία, όπως «ένα ζώο χρησιμοποιεί τα όργανα του σώματός του». Επειδή ο Jünger, εντελώς ρεαλιστικά, αντιλαμβανόταν τη νεωτερικότητα ως μια χρόνια κατάσταση πολέμου, χρειαζόταν καθησυχαστικές αφηγήσεις με σκοπό να περιορίζουν τους ενδεχόμενους φόβους και ανησυχίες, ενώ οι ηρωικές αφηγήσεις είχαν ως σκοπό να σταθεροποιούν το άτομο και να διευκολύνουν την αυτο-ενσωμάτωσή του στο σύστημα.
Ο συγγραφέας Μπότο Στράους (Botho Strauss) ήταν εκείνος που επικαιροποίησε αυτό το πρόγραμμα επαναφοράς του μύθου και το έκανε κατάλληλο για την ψηφιακή επανάσταση. Όπως ο Γιούνγκερ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα, έτσι και αυτός κατανοεί τις τεχνολογικές καινοτομίες ως την εξωτερίκευση ενός αόρατου «πνεύματος», ενός κρυφού Παντός-Ενός [All-Ein, βλ. και ἓν τὸ πᾶν των Ερμητικών] και ενός «κόσμου πέραν του παρόντος κόσμου, αλλά ευρισκόμενου εντός του παρόντος» («Jenseits-jetzt»).[16] «Στην πιο ευαίσθητη περιοχή, το πνεύμα και η ύλη [είναι] αδιαχώριστα» και «[πρέπει] να θεωρούμε ότι η πανάρχαια αντίθεσή τους αναιρέθηκε».[17]
Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Τι θα συμβεί όταν σπάσει κάθε αντίσταση και οι τεχνολογικο-φουτουριστές θα έχουν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι θέλουν; Ο Ernst Jünger, ο οποίος, προς μεγάλη κατάπληξη μας, ήδη από το 1951 φαντασιωνόταν έναν «Allsprecher» [ή Phonophor], ένα είδος smartphone, ήλπιζε να κλείσει το χάσμα μεταξύ ανθρώπινου υποκειμένου και μηχανής. Πιο συγκεκριμένα, βασιζόταν σε έναν χρήσιμο τύπο ανθρώπου που χρησιμοποιεί την τεχνολογία με μυθική («naive», «αφελή») ανεπιφύλακτη και άκριτη ευκολία, όπως «ένα ζώο χρησιμοποιεί τα όργανα του σώματός του». Επειδή ο Jünger, εντελώς ρεαλιστικά, αντιλαμβανόταν τη νεωτερικότητα ως μια χρόνια κατάσταση πολέμου, χρειαζόταν καθησυχαστικές αφηγήσεις με σκοπό να περιορίζουν τους ενδεχόμενους φόβους και ανησυχίες, ενώ οι ηρωικές αφηγήσεις είχαν ως σκοπό να σταθεροποιούν το άτομο και να διευκολύνουν την αυτο-ενσωμάτωσή του στο σύστημα.
Ο συγγραφέας Μπότο Στράους (Botho Strauss) ήταν εκείνος που επικαιροποίησε αυτό το πρόγραμμα επαναφοράς του μύθου και το έκανε κατάλληλο για την ψηφιακή επανάσταση. Όπως ο Γιούνγκερ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα, έτσι και αυτός κατανοεί τις τεχνολογικές καινοτομίες ως την εξωτερίκευση ενός αόρατου «πνεύματος», ενός κρυφού Παντός-Ενός [All-Ein, βλ. και ἓν τὸ πᾶν των Ερμητικών] και ενός «κόσμου πέραν του παρόντος κόσμου, αλλά ευρισκόμενου εντός του παρόντος» («Jenseits-jetzt»).[16] «Στην πιο ευαίσθητη περιοχή, το πνεύμα και η ύλη [είναι] αδιαχώριστα» και «[πρέπει] να θεωρούμε ότι η πανάρχαια αντίθεσή τους αναιρέθηκε».[17]
Και ο Στράους εκλαμβάνει την τεχνολογία ως «φύση» και την εντάσσει στην ίδια κατηγορία με τα όντως φυσικά πράγματα (naturalisation).
Επίσης και κατ' αυτόν, ο τελικός σκοπός της βιολογικής εξέλιξης
συνίσταται στην σύντηξη της βιολογίας και του τεχνικού προθέματος: «Η
τεχνολογία επινοεί και κατασκευάζει με τρόπο όλο και πιο οργανικό και
τελικά θα συγκλίνει με την φύση».[18]
Όμως, όπως στα φανταστικά λογοτεχνικά τοπία του Γιούνγκερ, έτσι και στο
έργο του Στράους, ένας ταραχοποιός σκοντάφτει μέσα στην φυσική θεατρική
παράσταση του τεχνολογικού πολιτισμού· είναι το «αυτόνομο ανθρώπινο
υποκείμενο», αυτός ο εξυπνάκιας που τα ξέρει όλα και που λέει πάντα όχι,
αυτός που με ανεδαφική αλαζονεία αρνείται να αποδεχτεί τη μοίρα του με
πρόθυμη ταπεινότητα. Ο Στράους χωρίς κανέναν δισταγμό επιχειρεί να
αποδομήσει την κληρονομιά του Διαφωτισμού με μαχητικό αντι-ανθρωπισμό
και να την απορρίψει ως πνευματικό-ιστορικό επικίνδυνο απόβλητο. Το
«κριτικό υποκείμενο», ισχυρίζεται, δεν υπάρχει. είναι «το πιο θρασύ ψέμα
του λόγου» [19]
ένα πλασματικό όν το οποίο παρήγαγαν βιοχημικές διεργασίες. Το αυτόνομο
εγώ είναι απλώς ένας «υπάκουος αυλοκόλακας υπό τον απόλυτο εξουσιαστή
της νευρωνικής κυριαρχίας». Όπως και στον κόσμο του Γιούνγκερ, ο ελλειμματικός σε ένστικτο «αυλοκόλακας»
του Στράους αναζητεί και αυτός με πάθος νόημα και υποφέρει από ένα
«θεοζωολογικό κενό», το οποίο πρέπει να πληρώνεται διαρκώς με συμβολικό
υλικό. Οι «αριστερές ουτοπίες»
και άλλες παρεκκλίσεις είναι φυσικά εκτός συζήτησης γι' αυτήν τη
διαχείριση της οικονομίας του νοήματος. Αντίθετα, ο Στράους προτείνει
εικόνες από μια σκοτεινή προϊστορία, καθώς και ιστορίες από
παραδειγματικές ιστορικές εποχές,
με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να γίνει μια επαναμάγευση του κόσμου.
«Μηχανές οι οποίες θα υποστηρίζουν την ανάμνηση», προφητεύει ο Στράους,
θα δημιουργήσουν στο μέλλον ψηφιακά «ηλεκτρονικά κυκλώματα» μεταξύ «του
τότε και του τώρα», θα τροφοδοτούν όντα τα οποία έχουν ανάγκη από
φαντασιώσεις με διαχρονικά νοήματα και θα αναμυθοποιούν τις τωρινές
καταστάσεις. «Γάντι δεδομένων και ξύλινοι ρούνοι (Runenholz):
Το τεχνητό χέρι, εξοπλισμένο με τους πιο ευαίσθητους αισθητήρες, το
δέρμα που διαβάζει θα αγγίζει τα σκοτεινά σημάδια του παρελθόντος».
«Κάθε είδους αρχαία πράγματα» θα μπορούν και αυτά να «ανακληθούν» στο
παρόν· «πρόθυμα θα γίνονται σύγχρονα με εμάς, και εμείς δεν θα
χρειάζεται να είμαστε πια αρχαιολόγοι, αλλά διοργανωτές εκδηλώσεων και
σκηνοθέτες της συγχρονικότητας».
Η συμπόνια «είναι η μεγαλύτερη αδυναμία του δυτικού πολιτισμού»
«Κάθε είδους αρχαία πράγματα», «κυκλώματα» που συνδέουν το «τότε και το τώρα»; Οι «σκοτεινοί Διαφωτιστές» της αμερικανικής Ακροδεξιάς έχουν και αυτοί ανακαλύψει τούτο τον αρχαιο-φουτουρισμό και βλέπουν τους εαυτούς τους ως «σκηνοθέτες της συγχρονικότητας», της ταυτοχρονίας του παρελθόντος και του παρόντος.[20] Η περίοδος στην οποία αναφέρονται είναι και πάλι η αρχαιότητα, και συγκεκριμένα η καθαρά παγανιστική, προτού μολυνθεί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Χριστιανικό ιό της «woke» νοοτροπίας. Οι Ρεπουμπλικάνοι της MAGA, οι οποίοι αποζητούν μια τρίτη θητεία για τον Ντόναλντ Τραμπ («Third Term Project» - «Σχέδιο Τρίτης Θητείας»), ήδη παρουσιάζουν τον Πρόεδρο ως έναν μελλοντικό Καίσαρα («For Trump 2028 and beyond …» - «Για τον Τραμπ 2028 και πέρα…»[21]). Ο Έλον Μασκ, ο άνθρωπος με τον ρωμαϊκό χαιρετισμό, φιλάει και τα πόδια αρχαίων ηγεμόνων· και κάνει αυτό που ονειρεύεται η ριζοσπαστική Δεξιά: Ο «Αυτοκράτορας του Άρη» αναμυθοποιεί το status quo με τα βίντεό του το δημιουργημένο από τεχνητή νοημοσύνη, πρότυπό του είναι ο [Ρωμαίος] δικτάτορας Σύλλας, και προτείνει τους «Γαλατικούς Πολέμους» [De Bello Gallico] του Καίσαρα ως εισαγωγικό ανάγνωσμα για αρχάριους. Ακόμα και οι φανταστικές εικόνες του μελλοντικού αποικισμού του Άρη λούζονται με μια ψεύτικη Ρωμαϊκή ατμόσφαιρα, λες και ο Έλον Μασκ θέλει να εγκαθιδρύσει μια χιλιόχρονη αυτοκρατορία στον Κόκκινο Πλανήτη.[22]
Η ψυχρή σαν μάρμαρο παρατήρησή του, ότι η συμπόνια είναι «η μεγαλύτερη αδυναμία του δυτικού πολιτισμού»[23], ταιριάζει απόλυτα μ' αυτή τη λαχτάρα για την αρχαιότητα. Ούτε ο ίδιος ο Έρνστ Γιούνγκερ δεν θα μπορούσε να το θέσει με πιο Δαρβινικό τρόπο. Ο Βόλφγκανγκ Ούλριχ [Wolfgang Ullrich, 24] και ο Ρόλαντ Μέγιερ [Roland Meyer, 25] αποκάλυψαν πρόσφατα τον πυρήνα αυτής της αρχαιοφουτουριστικής προπαγάνδας: Είναι η κυνική εξύμνηση της κρατικής βίας, σε μια νεο-αρχαιότητα κατοικούμενη από πολεμόχαρους άνδρες και από γυναίκες με υπερτονισμένο το σεξουαλικό στοιχείο, στην οποία ισχύει ένας μόνον νόμος: Το δίκαιο του ισχυρότερου.
Επομένως, δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι η μετατροπή της μάχης και της εχθρότητας σε αισθητική ταιριάζει με την κοσμοαντίληψη του Pete Hegseth. Και ο «Υπουργός Πολέμου» των ΗΠΑ έχει αδυναμία στους ισχυρούς Herrenmenschen [«ανθρώπους-κυρίους» ή «υπερανθρώπους» με την ρατσιστική/ναζιστική έννοια] και κάνει έντονη διάκριση μεταξύ των «καθαρόαιμων Άλφα αρσενικών» και των θηλυπρεπών «μαλθακών», οι οποίοι «καταστέλλουν τα φυσικά ανδρικά ένστικτα τους για τιμή».[26] Φανερό είναι ότι η αρρενοκεντρική πολιτική ταυτότητας του Hegseth υπηρετεί την αποβολή της «woke» υπερβολικής έμφασης στην ηθική, για την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έχει αποδυναμώσει την Αμερική έναντι των αντιπάλων της. Αυτή η καταγγελία είναι για τους ιστορικούς κάτι σύνηθες και επαναλαμβανόμενο. Ήδη οι Ρωμαίοι πιστοί των Αυτοκρατόρων παραπονούνταν ότι η ηθικοποίηση της πολιτικής από τους Χριστιανούς «καλούς ανθρώπους» [Gutmenschen] οδηγούσε την Αυτοκρατορία στην καταστροφή. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κράτος εάν ισχύει το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Λουκ. στ' 31-36) και καταργηθούν οι θυσίες σφαγίων στους θεούς.
Ενάντια στους μαλθακούς γόνους της μπουρζουαζίας, τους ανίκανους να δρουν σαν τους Ρωμαίους
Μήπως αυτή η εξύμνηση της τοξικής αρρενωπότητας είναι απλά και μόνον μια φολκλορική επίδειξη των ακροδεξιών; Μήπως είναι, απλά και μόνον, μια αναμενόμενη αντίδραση στην επίδειξη αρετής των αριστερών; Από τον Ernst Jünger (Der Krieg ist unser Vater - «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας μας»), μπορούμε να μάθουμε ότι η απαίτηση για «ηρωικό ρεαλισμό» ήταν από την αρχή συνδεδεμένη με ένα «ανδροπρεπές» πρόγραμμα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης.
Η συμπόνια «είναι η μεγαλύτερη αδυναμία του δυτικού πολιτισμού»
«Κάθε είδους αρχαία πράγματα», «κυκλώματα» που συνδέουν το «τότε και το τώρα»; Οι «σκοτεινοί Διαφωτιστές» της αμερικανικής Ακροδεξιάς έχουν και αυτοί ανακαλύψει τούτο τον αρχαιο-φουτουρισμό και βλέπουν τους εαυτούς τους ως «σκηνοθέτες της συγχρονικότητας», της ταυτοχρονίας του παρελθόντος και του παρόντος.[20] Η περίοδος στην οποία αναφέρονται είναι και πάλι η αρχαιότητα, και συγκεκριμένα η καθαρά παγανιστική, προτού μολυνθεί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Χριστιανικό ιό της «woke» νοοτροπίας. Οι Ρεπουμπλικάνοι της MAGA, οι οποίοι αποζητούν μια τρίτη θητεία για τον Ντόναλντ Τραμπ («Third Term Project» - «Σχέδιο Τρίτης Θητείας»), ήδη παρουσιάζουν τον Πρόεδρο ως έναν μελλοντικό Καίσαρα («For Trump 2028 and beyond …» - «Για τον Τραμπ 2028 και πέρα…»[21]). Ο Έλον Μασκ, ο άνθρωπος με τον ρωμαϊκό χαιρετισμό, φιλάει και τα πόδια αρχαίων ηγεμόνων· και κάνει αυτό που ονειρεύεται η ριζοσπαστική Δεξιά: Ο «Αυτοκράτορας του Άρη» αναμυθοποιεί το status quo με τα βίντεό του το δημιουργημένο από τεχνητή νοημοσύνη, πρότυπό του είναι ο [Ρωμαίος] δικτάτορας Σύλλας, και προτείνει τους «Γαλατικούς Πολέμους» [De Bello Gallico] του Καίσαρα ως εισαγωγικό ανάγνωσμα για αρχάριους. Ακόμα και οι φανταστικές εικόνες του μελλοντικού αποικισμού του Άρη λούζονται με μια ψεύτικη Ρωμαϊκή ατμόσφαιρα, λες και ο Έλον Μασκ θέλει να εγκαθιδρύσει μια χιλιόχρονη αυτοκρατορία στον Κόκκινο Πλανήτη.[22]
Η ψυχρή σαν μάρμαρο παρατήρησή του, ότι η συμπόνια είναι «η μεγαλύτερη αδυναμία του δυτικού πολιτισμού»[23], ταιριάζει απόλυτα μ' αυτή τη λαχτάρα για την αρχαιότητα. Ούτε ο ίδιος ο Έρνστ Γιούνγκερ δεν θα μπορούσε να το θέσει με πιο Δαρβινικό τρόπο. Ο Βόλφγκανγκ Ούλριχ [Wolfgang Ullrich, 24] και ο Ρόλαντ Μέγιερ [Roland Meyer, 25] αποκάλυψαν πρόσφατα τον πυρήνα αυτής της αρχαιοφουτουριστικής προπαγάνδας: Είναι η κυνική εξύμνηση της κρατικής βίας, σε μια νεο-αρχαιότητα κατοικούμενη από πολεμόχαρους άνδρες και από γυναίκες με υπερτονισμένο το σεξουαλικό στοιχείο, στην οποία ισχύει ένας μόνον νόμος: Το δίκαιο του ισχυρότερου.
Επομένως, δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι η μετατροπή της μάχης και της εχθρότητας σε αισθητική ταιριάζει με την κοσμοαντίληψη του Pete Hegseth. Και ο «Υπουργός Πολέμου» των ΗΠΑ έχει αδυναμία στους ισχυρούς Herrenmenschen [«ανθρώπους-κυρίους» ή «υπερανθρώπους» με την ρατσιστική/ναζιστική έννοια] και κάνει έντονη διάκριση μεταξύ των «καθαρόαιμων Άλφα αρσενικών» και των θηλυπρεπών «μαλθακών», οι οποίοι «καταστέλλουν τα φυσικά ανδρικά ένστικτα τους για τιμή».[26] Φανερό είναι ότι η αρρενοκεντρική πολιτική ταυτότητας του Hegseth υπηρετεί την αποβολή της «woke» υπερβολικής έμφασης στην ηθική, για την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έχει αποδυναμώσει την Αμερική έναντι των αντιπάλων της. Αυτή η καταγγελία είναι για τους ιστορικούς κάτι σύνηθες και επαναλαμβανόμενο. Ήδη οι Ρωμαίοι πιστοί των Αυτοκρατόρων παραπονούνταν ότι η ηθικοποίηση της πολιτικής από τους Χριστιανούς «καλούς ανθρώπους» [Gutmenschen] οδηγούσε την Αυτοκρατορία στην καταστροφή. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κράτος εάν ισχύει το «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Λουκ. στ' 31-36) και καταργηθούν οι θυσίες σφαγίων στους θεούς.
| Κεφάλι Μέδουσας σε μια Ετρουσκική σαρκοφάγο (4ος αιώνας π.Χ.) Περούτζια, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ούμπρια |
Μήπως αυτή η εξύμνηση της τοξικής αρρενωπότητας είναι απλά και μόνον μια φολκλορική επίδειξη των ακροδεξιών; Μήπως είναι, απλά και μόνον, μια αναμενόμενη αντίδραση στην επίδειξη αρετής των αριστερών; Από τον Ernst Jünger (Der Krieg ist unser Vater - «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας μας»), μπορούμε να μάθουμε ότι η απαίτηση για «ηρωικό ρεαλισμό» ήταν από την αρχή συνδεδεμένη με ένα «ανδροπρεπές» πρόγραμμα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης.
Ο Γιούνγκερ από την παιδική του ηλικία είχε διαποτιστεί
βαθιά μέσα του από την πολιτισμική κριτική του Νίτσε, ιδίως από την
Νιτσεϊκή πολεμική εναντίον του «Τελευταίου Ανθρώπου»· αργότερα όξυνε την
Νιτσεϊκή επιχειρηματολογία με εθνικοεπαναστατικό ζήλο. Μισούσε τους
μαλθακούς γόνους της μπουρζουαζίας, οι οποίοι, ανίκανοι να δρουν σαν
τους Ρωμαίους, δειλιάζουν μπροστά στην Μέδουσα
της προόδου και βάζουν την ουρά κάτω από τα σκέλια. Επειδή η ιστορία
δεν έχει να κάνει με ράντισμα ροδόνερου, αλλά μάλλον με αιματοχυσία, εν
ολίγοις, επειδή την σκληρότητα του κόσμου μπορείς να την αντιμετωπίσεις
μόνον με σκληρότητα, οι πολίτες πρέπει να θυσιάσουν τις κοινωνικο-ηθικές
τους ευαισθησίες και να μεταμορφωθούν σε πολίτες-μαχητές.
Σύμπτωση ή όχι, που ο Μαρκ Αντρέσεν, στο φουτουριστικό του Mανιφέστο, απαιτεί και αυτός «να μεταμορφωθούμε συνειδητά και συστηματικά σε εκείνο το είδος των ανθρώπων που προωθεί την τεχνολογία»; Και αυτός παραθέτει τον Νίτσε στους «Προστάτες Αγίους» του και θρηνεί για την πανταχού παρουσία των «Τελευταίων Ανθρώπων», οι οποίοι αποφεύγουν το ρίσκο. «Ο εχθρός μας είναι ο Τελευταίος Άνθρωπος του Φρίντριχ Νίτσε». Δεν γίνεται πια καθόλου λόγος για το δημιουργικό άτομο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, το οποίο επινοεί και κατασκευάζει μόνο του τον εαυτό του. Αυτοί που χρειάζονται τώρα είναι οι έξυπνοι, σκληροί τύποι με ανδροπρεπή, ρωμαλέο πυρήνα. «Πιστεύουμε στη φιλοδοξία, στην επιθετικότητα, στην επιμονή, στην αδυσώπητη αδιαλλαξία, εν ολίγοις στην δύναμη».
Σύμπτωση ή όχι, που ο Μαρκ Αντρέσεν, στο φουτουριστικό του Mανιφέστο, απαιτεί και αυτός «να μεταμορφωθούμε συνειδητά και συστηματικά σε εκείνο το είδος των ανθρώπων που προωθεί την τεχνολογία»; Και αυτός παραθέτει τον Νίτσε στους «Προστάτες Αγίους» του και θρηνεί για την πανταχού παρουσία των «Τελευταίων Ανθρώπων», οι οποίοι αποφεύγουν το ρίσκο. «Ο εχθρός μας είναι ο Τελευταίος Άνθρωπος του Φρίντριχ Νίτσε». Δεν γίνεται πια καθόλου λόγος για το δημιουργικό άτομο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, το οποίο επινοεί και κατασκευάζει μόνο του τον εαυτό του. Αυτοί που χρειάζονται τώρα είναι οι έξυπνοι, σκληροί τύποι με ανδροπρεπή, ρωμαλέο πυρήνα. «Πιστεύουμε στη φιλοδοξία, στην επιθετικότητα, στην επιμονή, στην αδυσώπητη αδιαλλαξία, εν ολίγοις στην δύναμη».
Σ' αυτό το πρόγραμμα οι κανονιστικές σκέψεις είναι ανεπιθύμητες. Η επιτακτική εφαρμογή της τεχνολογίας η οποία εκλαμβάνεται ως οιονεί «πράγμα της φύσης», αντικαθιστά την δημοκρατική λήψη αποφάσεων. Παρεμπιπτόντως, ο Γιούργκεν Χάμπερμας ήταν εκείνος ο οποίος για πρώτη φορά, ήδη από το 1968, εξέφρασε προφητικά τον φόβο ότι μια τεχνολογική ελίτ, μαγεμένη από φαντασιώσεις περί απόλυτου ελέγχου, ήταν ενδεχόμενο να σκεφτεί μια μέρα, ότι μπορεί να θέσει την κοινωνία υπό τον έλεγχό της, όπως ακριβώς φαντασιώνεται για την εξωτερική φύση. Όσο μη ρεαλιστικό κι αν είναι αυτό «προς το παρόν», το «αγαπημένο όνειρο της Κυβερνητικής για μια αυτοσταθεροποίηση της κοινωνίας ανάλογη με την σταθεροποίηση δια των ενστίκτων», ανήκει ασφαλώς στην εξελικτική τροχιά της τεχνολογικο-ντετερμινιστικής συνείδησης. Πίσω από τέτοια όνειρα, ο Χάμπερμας υποψιαζόταν την πρόθεση να αποσυνδέσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά από ένα «σύστημα κανόνων συνδεδεμένο με την γλώσσα»· και αντ' αυτού, να την ενσωματώσουν σε αυτορρυθμιζόμενα υποσυστήματα του τύπου άνθρωπος-μηχανή μέσω άμεσης σωματικής ή ψυχολογικής χειραγώγησης.[27]
Τεχνολογία και Ανθρώπινο Υποκείμενο ως Οργανική Ενότητα
Χωρίς να δείξει κανένα σημείο ανησυχίας για την δημοκρατία, ο Μπότο Στράους φαντάστηκε κάποτε τον μελλοντικό κόσμο ως έναν νεο-αρχαίο «Akrolog» [«Akros σαν την Ακρόπολη. Άκρως υψηλό, υψηλότερο από κάθε τι, στην κορυφή της ανθρώπινης ικανότητας... 27a], ως έναν «δεσπόζοντα ιστό αποτελούμενο από δίκτυα».[28]
Χωρίς να δείξει κανένα σημείο ανησυχίας για την δημοκρατία, ο Μπότο Στράους φαντάστηκε κάποτε τον μελλοντικό κόσμο ως έναν νεο-αρχαίο «Akrolog» [«Akros σαν την Ακρόπολη. Άκρως υψηλό, υψηλότερο από κάθε τι, στην κορυφή της ανθρώπινης ικανότητας... 27a], ως έναν «δεσπόζοντα ιστό αποτελούμενο από δίκτυα».[28]
Στην εσχατολογική περιοχή-στόχο της ψηφιακής εξέλιξης, σημείωνε το 1992, η νεωτερικότητα, τώρα λειτουργικά διαφοροποιημένη [σε υποσυστήματα όπως οικονομία, πολιτική, δίκαιο, επιστήμη, τέχνη, βλ. Niklas Luhmann], θα μεταμορφωθεί και πάλι σε μια ομοιογενή λατρευτική τελετή θρησκευτικού τύπου (Kult). Ασφαλώς, ορισμένες αποκλίσεις και ετερότητες θα αντισταθούν και θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν την παρουσία τους, αλλά η κυβερνητική μηχανή θα «τα δέσει όλα στο λουρί σαν σκυλάκια». «Η λατρεία της τεχνολογίας στο τέλος θα καταβροχθίσει κάθε ανακινούμενη κριτική διαφοροποίηση. Για άλλη μια φορά συναντάμε το Μεγάλο Θηρίο του Πλάτωνα»·[28a] τώρα κουλουριάζεται «μέσα στο Τεχνητό και Κατασκευασμένο υπό την μορφή του Όλου». Και να που φθάνουμε στο κομβικό σημείο: Μετά τον ευρωπαϊκό φασισμό, αυτός ο «Ακρολόγος» («Akrolog») είναι η δεύτερη απόπειρα για σύντηξη, με τρόπο ενστικτώδη, της τεχνολογίας και του ανθρώπινου υποκειμένου σε μια οργανική ενότητα και συγχρονισμού τους με τον μύθο. «Η γοητεία της τεχνολογικής εφευρετικότητας, σε συνδυασμό με την επανασύνδεση με τον μύθο και με την απλοποίηση των συναισθημάτων, ήταν ένα σήμα κατατεθέν του ευρωπαϊκού φασισμού», υποστηρίζει ο Στράους. «Ήταν μια πρόωρη, επικίνδυνη συνάντηση υπό χονδροειδώς αφελείς συνθήκες, πριν την Κυβερνητική· και έτσι, μολονότι ακούγεται τόσο κρύο και άψυχο, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι ο τρόμος και η πολιτική μεγαλομανία [του φασισμού] προέκυψαν τότε κυρίως από την κακή προσαρμογή αυτών των δυνάμεων, από το ακόμη μη γεφυρωμένο χάσμα μεταξύ μύθου και τεχνολογίας. Απλώς, τότε έλειπε η τεχνική ικανότητα να συγχρονίζονται αυτά τα δύο χωρίς τριβές μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, η σύνδεση θα προκύψει για άλλη μια φορά. Ίσως θα είναι η αποφασιστική προσπάθεια του Ακρολόγου», λέει ο Μπότο Στράους.Για να το θέσω λιγότερο διπλωματικά: Ο φασισμός είναι η τελική νίκη της εξέλιξης των ειδών.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Douglas Rushkoff, Prepper mit Milliarden: Das Mind-Set der Tech-Elite, in: „Blätter“, 2/2025, σ. 79-86.
[2] Marc Andreessen, The Techno-Optimist Manifesto, a16z.com, 16.10.2023.
[3] Βλ. Dimitrios Kisoudis,βασικός σύμβουλος και εκπρόσωπος του συμπροέδρου της AfD Tino Chrupalla στο βιβλίο του „Goldgrund Eurasien“, Waltrop und Leipzig 2015.
[4] Steffen Vogel, Giorgia Meloni und der schleichende Weg in den autoritären Staat, in: „Blätter“, 2/2024, σ. 13-16.
[5] Karen Krüger, Patriotisch weichgespült, in: „Frankfurter Allgemeine Zeitung“ (FAZ), 18.3.2025.
[6] The Unsafe House, Venice Biennale Coup: Curtis Yarvin and The Unsafe House seize control of the American Pavilion, youtube.com, 18.6.2025.
[7] Ernst Jünger, Der Arbeiter – Herrschaft und Gestalt, in: Sämtliche Werke, Band 8, σ. 159, 78, 206, 207.
[8] Jünger, Über den Schmerz, in: Sämtliche Werke, Band 7, σ. 160.
[9] Peter Thiel, A time for truth and reconciliation, Financial Times, ft.com, 10.1.2025.
[10] Jünger, Der Arbeiter, σ. 27, 181, 173, 109, 104, 124, 173, 181, 207, 243.
[11] Nitasha Tiku, Tech billionaire Trump adviser Marc Andreessen says universities will ‚pay the price‘ for DEI, washingtonpost.com, 12.6.2025.
[12] Thomas Ribi, Warum Peter Thiel vor dem Antichristen warnt, nzz.ch, 24.9.25, Peter Thiel and the Antichrist. Interview mit Ross Douthat, nytimes.com, 26.6.2025.
[13] Jürgen Manemann, Herrschaft in Permanenz – Zur Katechontik Peter Thiels und Carl Schmitts, philosophie-indebate.de, 2.6.2025.
[14] Paul Leslie, From Philosophy to Power: The Misuse of René Girard by Peter Thiel, J.D. Vance and the American Right, salmagundi.skidmore.edu, Sommer 2025.
[15] Curtis Yarvin Says Democracy Is Done. Interview mit David Marchese, in: “New York Times”, 18.1.2025.
[16] Botho Strauß, Fragmente der Undeutlichkeit, München - Wien 1989, σ. 27.
[17] Botho Strauß, Niemand anderes, München - Wien 1987, σ. 149.
[18] Botho Strauß, Beginnlosigkeit – Reflexionen über Fleck und Linie, München - Wien 1992, σ. 108.
[19] Strauß, Beginnlosigkeit, σ. 107, 11, 116.
[20] Honor Cargill-Martin, The Roman Empire Loved by Elon Musk and Steve Bannon Never Existed, nytimes.com, 2.4.2025, αρχειοθετημένο και εδώ
[21] Trump keeps toying with a third term – even though the constitution forbids it, nbcnews.com, 26.2.2025.
[22] Βλ. και Carlotta Voß, Zurück zur Utopie: Elon Musk, Karl Mannheim und die Krise des Liberalismus, politischeoekonomie.com, 5.1.2025.
[23] Sandra Kegel, Warum Musk so viel Angst hat vor Empathie, faz.net, 7.3.2025.
[24] Wolfgang Ullrich, Digitale Bildkulturen, Autoritäre Bilder, youtube.com, 16.2.2025.
[25] Roland Meyer, Die Ästhetik des digitalen Faschismus, faz.net, 27.4.2025.
[26] Stephanie Coontz im Gespräch mit Meagan Day, jacobin.com, 15.8.2025.
[27] Jürgen Habermas, Technik und Wissenschaft als „Ideologie“, Frankfurt a. M. 1968, σ. 97, pdf, ελληνικά το κύριο κεφάλαιο (pdf)
[2] Marc Andreessen, The Techno-Optimist Manifesto, a16z.com, 16.10.2023.
[3] Βλ. Dimitrios Kisoudis,βασικός σύμβουλος και εκπρόσωπος του συμπροέδρου της AfD Tino Chrupalla στο βιβλίο του „Goldgrund Eurasien“, Waltrop und Leipzig 2015.
[4] Steffen Vogel, Giorgia Meloni und der schleichende Weg in den autoritären Staat, in: „Blätter“, 2/2024, σ. 13-16.
[5] Karen Krüger, Patriotisch weichgespült, in: „Frankfurter Allgemeine Zeitung“ (FAZ), 18.3.2025.
[6] The Unsafe House, Venice Biennale Coup: Curtis Yarvin and The Unsafe House seize control of the American Pavilion, youtube.com, 18.6.2025.
[7] Ernst Jünger, Der Arbeiter – Herrschaft und Gestalt, in: Sämtliche Werke, Band 8, σ. 159, 78, 206, 207.
[8] Jünger, Über den Schmerz, in: Sämtliche Werke, Band 7, σ. 160.
[9] Peter Thiel, A time for truth and reconciliation, Financial Times, ft.com, 10.1.2025.
[10] Jünger, Der Arbeiter, σ. 27, 181, 173, 109, 104, 124, 173, 181, 207, 243.
[11] Nitasha Tiku, Tech billionaire Trump adviser Marc Andreessen says universities will ‚pay the price‘ for DEI, washingtonpost.com, 12.6.2025.
[12] Thomas Ribi, Warum Peter Thiel vor dem Antichristen warnt, nzz.ch, 24.9.25, Peter Thiel and the Antichrist. Interview mit Ross Douthat, nytimes.com, 26.6.2025.
[13] Jürgen Manemann, Herrschaft in Permanenz – Zur Katechontik Peter Thiels und Carl Schmitts, philosophie-indebate.de, 2.6.2025.
[14] Paul Leslie, From Philosophy to Power: The Misuse of René Girard by Peter Thiel, J.D. Vance and the American Right, salmagundi.skidmore.edu, Sommer 2025.
[15] Curtis Yarvin Says Democracy Is Done. Interview mit David Marchese, in: “New York Times”, 18.1.2025.
[16] Botho Strauß, Fragmente der Undeutlichkeit, München - Wien 1989, σ. 27.
[17] Botho Strauß, Niemand anderes, München - Wien 1987, σ. 149.
[18] Botho Strauß, Beginnlosigkeit – Reflexionen über Fleck und Linie, München - Wien 1992, σ. 108.
[19] Strauß, Beginnlosigkeit, σ. 107, 11, 116.
[20] Honor Cargill-Martin, The Roman Empire Loved by Elon Musk and Steve Bannon Never Existed, nytimes.com, 2.4.2025, αρχειοθετημένο και εδώ
[21] Trump keeps toying with a third term – even though the constitution forbids it, nbcnews.com, 26.2.2025.
[22] Βλ. και Carlotta Voß, Zurück zur Utopie: Elon Musk, Karl Mannheim und die Krise des Liberalismus, politischeoekonomie.com, 5.1.2025.
[23] Sandra Kegel, Warum Musk so viel Angst hat vor Empathie, faz.net, 7.3.2025.
[24] Wolfgang Ullrich, Digitale Bildkulturen, Autoritäre Bilder, youtube.com, 16.2.2025.
[25] Roland Meyer, Die Ästhetik des digitalen Faschismus, faz.net, 27.4.2025.
[26] Stephanie Coontz im Gespräch mit Meagan Day, jacobin.com, 15.8.2025.
[27] Jürgen Habermas, Technik und Wissenschaft als „Ideologie“, Frankfurt a. M. 1968, σ. 97, pdf, ελληνικά το κύριο κεφάλαιο (pdf)
[27a] «Τα
Δίκτυα, αυτά που απλώνονται σ' όλο τον κόσμο από τις δυνάμεις της
Silicon Valley, οι οποίες είναι ολότελα ξένες προς την τέχνη, είναι οι
γίγαντες του σήμερα, σύμφωνα με τα λόγια του Strauss:
“Ονομάζονται Γίγαντες επειδή εποπτεύουν τον κόσμο. Είναι οι έμποροι των
εθνών και των κόσμων, στο υψηλότερο επίπεδο εξουσίας. Γι' αυτό η γλώσσα
που μιλούν ονομάζεται Ακρολογία.
Akros, σαν την Ακρόπολη. Άκρως υψηλή, υψηλότερη από κάθε τι, στην
κορυφή της ανθρώπινης ικανότητας. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι έχουν και
μερικές ατέλειες. Λόγου χάρη, δεν καταλαβαίνουν τον Άμλετ. Η τέχνη τους
αφήνει άφωνους, τους εξαγριώνει. Αμέσως μόλις κάτι τους φανεί
ακατανόητο, φοβούνται μή τρελαθούν”. Αυτοί οι “Γίγαντες” του Στράους τελειώνουν με ένα Μπεκετικό μάντρα, το οποίο απηχεί την ιδέα του Πιραντέλο για την ζωή ως θεατρική πρόβα: “Διαρκώς έκαναν μια πρόβα της παράστασης, χωρίς τέλος”», Boris Motzki, Die Riesen von damals sind die Netze von heute («Ό,τι ήταν κάποτε οι Γίγαντες, τώρα είναι τα Δίκτυα», Frankfurter Allgemeine, 17.01.2025
[28] Strauß, Beginnlosigkeit, σ. 89, 25, 118 [28a] Με
την αλληγορία του «μεγάλου θηρίου» ή, όπως ακριβώς στο αρχαιοελληνικό
κείμενο, «τοῦ μεγάλου ζῴου», «θρέμματος μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ», στο 6ο
βιβλίο της Πολιτείας (493a-c), ο Πλάτων παρουσιάζει ανάγλυφα την
γνώμη του για τους «πολλούς»· υποστηρίζει ότι είναι ανίκανοι να
αυτοκυβερνηθούν και έτσι θεμελιώνει την καθαρά πολιτική κριτική του στο δημοκρατικό
πολίτευμα (βλ. Πλάτων, Πολιτεία, με μετάφρ. Ι. Γρυπάρη) και την προτίμηση του για την ολιγαρχία. Αντίθετα, ο Botho Strauß, μαζί με το πολιτικό νόημα και πέρα από το πολιτικό, βλέπει στο «θηρίο» και μια «φυσική» μοίρα, κάτι σαν τον Νιτσεϊκό μύθο της «αιώνιας επιστροφής». Πράγματα μη φυσικά, όπως τα δημιουργήματα της τεχνολογίας, αλλά επίσης η πολιτική και η ιστορία, εκλαμβάνονται ως «πράγματα της φύσης» και εντάσσονται σε ίδια κατηγορία με τα όντως φυσικά. Πάντα η ίδια naturalizing perspective, η οπτική γωνία που δεν μπορεί και δεν θέλει να διακρίνει τί είναι όντως φύση και τι όχι. Ό,τι φαίνεται στην αρχή μια απλή λογική πλάνη (το κατηγοριακό σφάλμα), γίνεται και μεταφυσικός πόθος, για να αποδιώξει και αντικαταστήσει το πολλαπλά επαλαμβανόμενο στην Γένεση (1) «καὶ εἶδεν ὁ Θεός ὅτι καλόν». 'Οπως άλλοι στον 20ό Αιώνα, οι συμπαθούντες τον τεχνολογικό ολοκληρωτισμό τύπου «Silicon Valley 2025» ή και άλλες τεχνολογικές ουτοπίες, εκτός από χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη, φιλοδοξούν να εγκαταστήσουν και νέους Θεούς, για να συνεχίσουν το έργο της Δημιουργίας του Κόσμου.
O
δημοσιογράφος Thomas Assheuer σπούδασε γερμανική φιλολογία και
φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Münster και του Αμβούργου. Το 1983
εργάστηκε στην Κρατική Ραδιοφωνία της Έσσης και από το 1991 στην
εφημερίδα Frankfurter Rundschau. Από το 1997 έως το 2021 ήταν συντάκτης της εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Zeit, για την οποία στη συνέχεια συνέχισε να εργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος.
Βιβλία: Rechtsradikale in Deutschland – Die alte und die neue Rechte (με τον Hans Sarkowicz), Mόναχο 1990, Was wird aus der Demokratie (συλλογικό έργο, επιμ. μαζί με τον Werner A. Perger), Leske und Budrich Verlag, Λεβερκούζεν 2000, Michael Haneke. Συνομιλίες με τον Thomas Assheuer, Alexander-Verlag, Βερολίνο 2008, Tragik der Freiheit. Von Remscheid nach Ithaka. Radikalisierte Sprachkritik bei Botho Strauß, Transcript Verlag, Μπίλεφελντ 2014
Βιβλία: Rechtsradikale in Deutschland – Die alte und die neue Rechte (με τον Hans Sarkowicz), Mόναχο 1990, Was wird aus der Demokratie (συλλογικό έργο, επιμ. μαζί με τον Werner A. Perger), Leske und Budrich Verlag, Λεβερκούζεν 2000, Michael Haneke. Συνομιλίες με τον Thomas Assheuer, Alexander-Verlag, Βερολίνο 2008, Tragik der Freiheit. Von Remscheid nach Ithaka. Radikalisierte Sprachkritik bei Botho Strauß, Transcript Verlag, Μπίλεφελντ 2014
Ένας Ιησουίτης μιλά για τους Τραμπ, J.D. Vance, Peter Thiel και Σία - Φόβος
και εργαλειακή χρήση της θρησκείας
Tεχνητή νοημοσύνη: Contradictio in terminis, με άλλα λόγια σχήμα οξύμωρον;















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου