H περίπτωση του διεφθαρμένου κύκλου διασημοτήτων περί τον δισεκατομμυριούχο επενδυτή Τζέφρι Έπσταϊν, με όλα τα εγκληματικά κατορθώματα τους, είναι από τα θέματα που απασχολούν έντονα την αμερικανική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια δημόσια σφαίρα. Αλλά ελάχιστα έως καθόλου την ελληνική. Φυσικά, αυτή η απουσία βάζει και πάλι σε πειρασμό να μιλήσουν κάποιοι για «εθνική μας ιδιαιτερότητα». Ωστόσο δηλώνει επίσης πολλά και σημαντικά για ένα ζήτημα ουσίας: Τόσο για το ποιόν των ημεδαπών μέσων επικοινωνίας, συμβατικών, ψηφιακών και κοινωνικο-δικτυακών, όσο και για το πόσο χαμηλά έχει πέσει η ευαισθησία και η πολιτική ηθική ενός πάρα πολύ μεγάλου μέρους του «πολιτικά δραστήριου» κόσμου, του δημόσια ενεργού τμήματος της ελληνικής κοινής γνώμης. Ο επαρχιώτικος ελλαδοκεντρισμός είναι η πιο αθώα πτυχή του φαινομένου.
Όμως το θέμα αποκαλύπτει πολλά, πολύ πιο σημαντικά, για την παγκόσμια κατάσταση στα πεδίο της ευαισθησίας, της πολιτικής ηθικής και της εν γένει προσωπικής ηθικής, εκείνων των κοινωνικών ομάδων που αποκαλούνται με τον, κακόφημο πια, όρο ελίτ. Οικονομικών, πολιτικών, μιντιακών, καλλιτεχνικών και. last but not least, επιστημονικών ελίτ. Σ΄αυτόν τον κύκλο εκμαυλισμού, «χρήσης» και εμπορίας νεαρών γυναικών, συχνά ανηλίκων, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί Πρόεδροι, υψηλόβαθμοι πολιτικοί παράγοντες κάθε απόχρωσης, μοντέλα και
αστέρες, συνωστίζονταν γύρω από τον δαιμονιακό παρακμία δισεκατομμυριούχο παιδεραστή, μαζί με κορυφαίους επιστήμονες, ακόμη και νομπελίστες. Ο υπερφιλελεύθερος Μπιλ Κλίντον με τον λαϊκοφασίστα κυνηγό φιλεύθερων Στιβ Μπάνον, ο αριστεροκυνηγός Ντόναλντ Τραμπ και οι libertarians αναρχοκαπιταλιστές σπόνσορες του με τον αναρχοαριστεριστή Νόαμ Τσόμσκυ, ο «φιλάνθρωπος» Μπιλ Γκέητς με τον Τζωρτζ Τσερτς και άλλους ναζιστικής κοπής ευγονιστές, ο ίδιος ο Έπσταϊν με τον «great friend» Peter Thiel, ο Γούντι Άλλεν με τον Έλον Μασκ, ένα πλήθος καθηγητών του MIT και άλλων ελίτ πανεπιστημίων, και νομπελίστες, με τον διαβόητο πρώην πρίγκηπα Άντριου Μαουντμπάττεν.
Η εμπλοκή τόσων «αναζητητών της επιστημονικής αλήθειας» (Katha Pollit του περιοδικού Nation) σε έναν τέτοιο βούρκο ψεύδους, απάτης και μισανθρωπίας, σοκάρει. Εξίσου θα 'πρεπε να φέρνει ρίγος στη σπονδυλική στήλη, η ωμή μετατροπή του θηλυκού, ανήλικου ή μη, ανθρώπου (και ως «σώμα», και ως «πνεύμα») σε εργαλείο. Βλέπουμε επίσης την αδιαχώριστη συνάφεια του σεξουαλικού εκφυλισμού και της πλουτοκρατικής χλιδής με φασιστικές ή πρωτο-φασιστικές ιδεολογίες, η οποία ήδη τεκμηριώνεται, με τις γυναίκες - «εργαλεία» και άλλα, στον ένα από τους δύο πιο σκοτεινούς, «πραγματικά μηδενιστικούς σκοτεινούς στοχαστές της αστικής τάξης», στον Μαρκήσιο ντε Σαντ. Εν τω μεταξύ, προστέθηκε ο μεταμοντέρνος λαϊκοφασισμός.
Ωστόσο, ιστορικοί και κοινωνιολόγοι με διαυγή όραση μπορεί να βγάλουν ένα συμπέρασμα πιο νηφάλιο: «Οι σοφοί μας τα 'χαν πεί, το ξέραμε καλά προς τα πού πάμε». Η συσσώρευση χρηματοοικονομικών πόρων σε συνδυασμό με κοινωνική ανισότητα τριτοκοσμικού τύπου, και η εμμονική στροφή των τεχνολογιών αιχμής προς τον ουτοπισμό, προς την ανέφικτη πλήρη αποδέσμευση από φυσικά και ηθικο-κοινωνικά όρια, ίσως έφερε ήδη τις ΗΠΑ σε εκείνη την όψιμη, την δαιμονιακά παρακμιακή φάση του καπιταλισμού την οποία προέβλεψε ο Μαξ Βέμπερ· με τον Βεμπεριανό «Τελευταίο Άνθρωπο» της:
«Ειδήμονες χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά» (Fachmenschen ohne Geist, Genussmenschen ohne Herz). Και από πάνω, αυτές οι ασημαντότητες θα φαντασιώνονται πως υψώθηκαν σ’ ένα επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού στο οποίο κανείς δεν έφτασε προηγουμένως».
Ήταν πολλά τα λεφτά σου, αείμνηστε γαλαντόμε Τζέφρι. Ακόμη πιο πολλή ήταν η γκλαμουριά της παρέας σου, των σπουδαίων κάθε λογής, της φιλοξενίας στο ιδιωτικό νησί σου, της κοινής πτήσης με το λίαρ τζετ σου. Πολλή και η «εξύψωση» την οποία αισθάνεται κάθε ψυχικά κενός πορνόγερος, ή και προχωρημένης ηλικίας μεσήλικας, περιτριγυρισμένος από αγορασμένα κοριτσάκια. Για μερικούς ειδήμονες της γενετικής μηχανικής, της τεχνητής νοημοσύνης ή άλλων τεχνολογικών συρμών οδηγημένων σε τροχιές αμφίβολης επιστημονικότητας, κατά τα άλλα «σπασίκλες με παρωπίδες» όπως λέει ένας από αυτούς (ή ειδήμονες με παιδεία καράβλαχου, όπως θα έλεγε ένας κοινός θνητός), αυτή η γκλαμουριά μπορεί να ήταν εκτυφλωτική. Δεν έβλεπαν, δεν ήξεραν· μόνον έπρατταν.
Από πού ελπίδα; Ακόμη κι αν κάποτε άρεζε σε πολλούς ως ηθοποιός ο Γούντι Άλλεν, ακόμη κι άν κάποτε ο Τσόμσκυ περνούσε σε κάποιους κύκλους για τέρας γνώσης και «αριστερής» πολιτικής ευθυβολίας, ακόμη και άν κάποια δόση θαυμασμού πάντα αξίζει σε ένα Νόμπελ, όσοι τώρα εκπλήττονται δεν είναι όλοι αναγκαστικά και ισοβίως βλάκες. Οι άνθρωποι συχνά δεν χάνουν την ικανότητα να μαθαίνουν δια βίου· γι΄ αυτό ακριβώς μπορούν να είναι όντα ευφυή, λογικά και ηθικά.
Γιώργος Β. Ριτζούλης




















