Franziska Brantner : The Lonelier Continent: Europe and the Burden of its Own Defence - The Annual European Lecture, European Studies Centre, St Antony's College, Oxford - 14.05.2026, από την επίσημη ιστοσελίδα της Φραντσίσκα Μπράντνερ, συμπροέδρου του κόμματος Πράσινοι/Ένωση 90 της Γερμανίας (αγγλικά)
Η Ετήσια Ευρωπαϊκή Διάλεξη 2026, Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών, Κολλέγιο St Antony's, Οξφόρδη - 14.05.2026
Πρύτανη Goodman, Διευθυντή Betts, συνάδελφοι, φοιτητές, φίλοι,
είναι τιμή μου να μιλώ σ' αυτή την αίθουσα. Και είναι, για μένα, κάτι περισσότερο από τιμή. Eίναι ένα είδος «επιστροφής στo σπίτι». Πέρασα ένα χρόνο στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών, εκπονώντας την διδακτορική διατριβή μου, και το χρέος που οφείλω για εκείνη τη χρονιά δεν είναι κάτι που μπορώ εύκολα να μετρήσω. Εδώ έμαθα τί σημαίνει να σκέφτεσαι σοβαρά για την Ευρώπη· όχι ως θεσμική αρχιτεκτονική ή ως ένα σύνολο νόμων, αλλά ως πολιτισμό, με μια ιστορία που απαιτεί υπομονή, με αντιφάσεις που απαιτούν ειλικρίνεια και με ένα μέλλον που απαιτεί φαντασία. Τα σεμινάρια σε τούτο το Κέντρο, οι συζητήσεις στην λέσχη, η καλοσύνη των συναδέλφων Υποτρόφων να πάρουν μια ξένη μεταπτυχιακή φοιτήτρια υπό την προστασία τους και να αντιμετωπίσουν τις ιδέες της ως άξιες συζήτησης, αυτά τα πράγματα με διαμόρφωσαν διανοητικά και με διαμόρφωσαν ως άτομο. Είμαι πολύ ευγνώμων για το πλούσιο διανοητικό και ανθρώπινο περιβάλλον αυτού του τόπου.
Το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών έχει τώρα μισό αιώνα ζωής και σε αυτά τα πενήντα χρόνια κάνει κάτι σπάνιο στη δημόσια ζωή μας: Επιμένει, ενάντια σε όλη την βαρυτική έλξη της μόδας και της κρίσης, ότι η Ευρώπη είναι θέμα που αξίζει να σκεφτούμε σφαιρικά, ολοκληρωμένα, και, ας πούμε, αργά και νηφάλια. Η λίστα όσων έχουν κάνει εδώ αυτή την Ετήσια Διάλεξη πριν από εμένα - ο Πάτεν [Lord Chris Patten, 2016], ο Σόιμπλε [Wolfgang Schäuble, 2012], ο Αθνάρ [Jose Maria Aznar, 2002] - δεν είναι τέτοια που ενθαρρύνει την ελαφρότητα σε ένα εισαγωγικό ομιλίας.
Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια πρόταση την οποία δεν θα είχα γράψει πριν από δέκα χρόνια· και θα με έφερνε σε δύσκολη θέση εάν την είχα γράψει πριν από πέντε χρόνια.
Η Ευρώπη είναι μόνη.
Όχι εντελώς, όχι αμετάκλητα. Αλλά είναι πιο μόνη από όσο μόνη βρέθηκε σε οποιαδήποτε στιγμή μετά το 1945. Είναι μόνη με έναν τρόπο ο οποίος θα άφηνε κατάπληκτους τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής μας τάξης πραγμάτων, τον Μονέ (Jean Monnet), τον Σουμάν (Robert Schuman), τον Αντενάουερ (Konrad Adenauer), τον Μπέβεν (Ernest Bevin), τον Σπινέλι (Altiero Spinelli) και τον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), ακόμη και τον Ντε Γκωλ στις πιο πεισμωμένες, μοναχικές στιγμές του. Για πρώτη φορά μετά από τρεις γενιές, είμαστε μια ήπειρος αναγκασμένη να σκεφτεί σοβαρά την άμυνα της επικράτειας της, την ασφάλεια της γειτονιάς της και την αξιοπιστία της δικής της αποτρεπτικής ικανότητας, χωρίς να υποθέτει ότι θα έλθει από κάπου αλλού το ιππικό για να την βοηθήσει.
Αυτό είναι το θέμα της διάλεξής μου απόψε. Θέλω να υποστηρίξω τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ότι για πολύ καιρό το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ήταν μια γαλλική εμμονή, μια γερμανική αμηχανία, ένας βρετανικός εκνευρισμός· και ότι σήμερα, nolens volens, θέλοντας και μη, έχει γίνει μια ευρωπαϊκή αναγκαιότητα. Όχι επειδή το επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας έπεισε, αλλά επειδή οι άλλες σημερινές εναλλακτικές λύσεις είναι απαράδεκτες.
Δεύτερον, ότι ανταποκρινόμαστε· με πρωτοφανή χρηματικά ποσά, με νέους θεσμούς, με έναν ρυθμό λήψης αποφάσεων ο οποίος το 2019 θα ήταν αδιανόητος. Όμως τα χρήματα και τα ακρωνύμια, ακόμη δεν συνιστούν στρατηγική. Έχουμε προϋπολογισμό. Δεν έχουμε ακόμη αμυντικό δόγμα.
Τρίτον - και σ΄αυτό θέλω να αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο μου απόψε -, ότι η απάντηση πρέπει να είναι μια γνήσια ευρωπαϊκή απάντηση, αλλά και να απαντά σε ένα ιδιαίτερο ερώτημα το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της: Στο ζήτημα της Γερμανίας. Η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος είναι μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια από την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος και μετά. Το αν θα είναι ευλογία ή πρόβλημα εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το αν θα είναι, στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Θα υποστηρίξω ότι γι' αυτήν τη νέα εποχή η Γερμανία χρειάζεται μια νέα κατευθυντήρια αρχή.
Και τέλος, το τέταρτο σημείο μου: Σε τούτη τη νέα εποχή, η ευρωπαϊκή μοναξιά δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, εγγενώς, η μοναξιά του θεματοφύλακα. Έχουμε γίνει οι θεματοφύλακες κάποιου πράγματος μεγαλύτερου από την επικράτειά μας, μιας πολιτικής παράδοσης της οποίας ο άλλος φύλακας έχει μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
Επιτρέψτε μου να τα πραγματευτώ ένα - ένα.
Το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών έχει τώρα μισό αιώνα ζωής και σε αυτά τα πενήντα χρόνια κάνει κάτι σπάνιο στη δημόσια ζωή μας: Επιμένει, ενάντια σε όλη την βαρυτική έλξη της μόδας και της κρίσης, ότι η Ευρώπη είναι θέμα που αξίζει να σκεφτούμε σφαιρικά, ολοκληρωμένα, και, ας πούμε, αργά και νηφάλια. Η λίστα όσων έχουν κάνει εδώ αυτή την Ετήσια Διάλεξη πριν από εμένα - ο Πάτεν [Lord Chris Patten, 2016], ο Σόιμπλε [Wolfgang Schäuble, 2012], ο Αθνάρ [Jose Maria Aznar, 2002] - δεν είναι τέτοια που ενθαρρύνει την ελαφρότητα σε ένα εισαγωγικό ομιλίας.
Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια πρόταση την οποία δεν θα είχα γράψει πριν από δέκα χρόνια· και θα με έφερνε σε δύσκολη θέση εάν την είχα γράψει πριν από πέντε χρόνια.
Η Ευρώπη είναι μόνη.
Όχι εντελώς, όχι αμετάκλητα. Αλλά είναι πιο μόνη από όσο μόνη βρέθηκε σε οποιαδήποτε στιγμή μετά το 1945. Είναι μόνη με έναν τρόπο ο οποίος θα άφηνε κατάπληκτους τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής μας τάξης πραγμάτων, τον Μονέ (Jean Monnet), τον Σουμάν (Robert Schuman), τον Αντενάουερ (Konrad Adenauer), τον Μπέβεν (Ernest Bevin), τον Σπινέλι (Altiero Spinelli) και τον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), ακόμη και τον Ντε Γκωλ στις πιο πεισμωμένες, μοναχικές στιγμές του. Για πρώτη φορά μετά από τρεις γενιές, είμαστε μια ήπειρος αναγκασμένη να σκεφτεί σοβαρά την άμυνα της επικράτειας της, την ασφάλεια της γειτονιάς της και την αξιοπιστία της δικής της αποτρεπτικής ικανότητας, χωρίς να υποθέτει ότι θα έλθει από κάπου αλλού το ιππικό για να την βοηθήσει.
Αυτό είναι το θέμα της διάλεξής μου απόψε. Θέλω να υποστηρίξω τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ότι για πολύ καιρό το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ήταν μια γαλλική εμμονή, μια γερμανική αμηχανία, ένας βρετανικός εκνευρισμός· και ότι σήμερα, nolens volens, θέλοντας και μη, έχει γίνει μια ευρωπαϊκή αναγκαιότητα. Όχι επειδή το επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας έπεισε, αλλά επειδή οι άλλες σημερινές εναλλακτικές λύσεις είναι απαράδεκτες.
Δεύτερον, ότι ανταποκρινόμαστε· με πρωτοφανή χρηματικά ποσά, με νέους θεσμούς, με έναν ρυθμό λήψης αποφάσεων ο οποίος το 2019 θα ήταν αδιανόητος. Όμως τα χρήματα και τα ακρωνύμια, ακόμη δεν συνιστούν στρατηγική. Έχουμε προϋπολογισμό. Δεν έχουμε ακόμη αμυντικό δόγμα.
Τρίτον - και σ΄αυτό θέλω να αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο μου απόψε -, ότι η απάντηση πρέπει να είναι μια γνήσια ευρωπαϊκή απάντηση, αλλά και να απαντά σε ένα ιδιαίτερο ερώτημα το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της: Στο ζήτημα της Γερμανίας. Η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος είναι μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια από την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος και μετά. Το αν θα είναι ευλογία ή πρόβλημα εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το αν θα είναι, στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Θα υποστηρίξω ότι γι' αυτήν τη νέα εποχή η Γερμανία χρειάζεται μια νέα κατευθυντήρια αρχή.
Και τέλος, το τέταρτο σημείο μου: Σε τούτη τη νέα εποχή, η ευρωπαϊκή μοναξιά δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, εγγενώς, η μοναξιά του θεματοφύλακα. Έχουμε γίνει οι θεματοφύλακες κάποιου πράγματος μεγαλύτερου από την επικράτειά μας, μιας πολιτικής παράδοσης της οποίας ο άλλος φύλακας έχει μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
Επιτρέψτε μου να τα πραγματευτώ ένα - ένα.























