Nils Gilman, The Coming Ecological Cold War - Decarbonization isn’t just about technology and markets, it’s a geopolitical revolution, Foreign Policy Magazine, 1.9.2025, αποθηκευμένο και εδώ
Η απαλλαγή από την καύση άνθρακα δεν αφορά μόνο την τεχνολογία και τις αγορές. Είναι μια γεωπολιτική επανάσταση, αναδιαμορφώνει τις παγκόσμιες στοιχίσεις, αναδιατάσσει συμμαχίες. Οδηγεί ενδεχομένως και σε έναν νέο τύπο ψυχρού πολέμου, με αντιπάλους που συγκρούονται για το ποιά θα είναι η βάση των ενεργειακών ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση. Αυτή η σύγκρουση αφορά «ανταγωνιστικά οράματα και αφηγήσεις για την νεωτερικότητα· αφορά το τι χρειάζεται να κάνουμε για να την εκσυγχρονίσουμε, ώστε να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει».
Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency, IEA), δημοσίευσε μια ιστορική έκθεση με τίτλο “Net Zero by 2050: A Roadmap for the Global Energy Sector” («Ισοζήγιο ή ισορροπία μεταξύ των εκπομπών άνθρακα στην ατμόσφαιρα και ποσοτήτων άνθρακα που δεσμεύονται από τα φυτά, τους ωκεανούς ή αλλιώς έως το 2050: Ένας Χάρτης Πορείας για τον Ενεργειακό Τομέα Παγκοσμίως»), η οποία πρότεινε ένα τεχνικό στρατηγικό σχέδιο για την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια σε παγκόσμια κλίμακα έως τα μέσα του αιώνα μας. Η έκθεση εστίασε στις οικονομικές και τεχνολογικές διαστάσεις αυτής της ενεργειακής μετάβασης. Ήταν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, η οποία αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά.
Ωστόσο, η έκθεση αυτή φαίνονται επίσης έντονα τα ελαττώματα της τεχνοκρατικής αντίληψης, από την οποία διέπεται. Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: Αγνοήθηκαν τα ευρύτερα διακυβεύματα της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης. Αυτό το σφάλμα απαιτεί επειγόντως διόρθωση. Η ατζέντα της απαλλαγής από τον άνθρακα δεν αφορά απλώς την αναδιάταξη των αγορών ή αλλαγές στις πολιτικές για την βιομηχανία, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί το χωνευτήρι και την δοκιμασία μέσω της οποίας θα προκύψει μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων.
Είναι πιθανό ότι η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει το επίκεντρο ενός νέου οικολογικού-ιδεολογικού ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες στοιχίσεις και θα πυροδοτήσει μια υπαρξιακού χαρακτήρα αντίσταση του ancien régime (παλαιού καθεστώτος), το οποίο στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Ο κεντρικός άξονας αυτής της γεωπολιτικής πάλης δεν θα είναι η πάλη του 20ού Αιώνα μεταξύ φιλελευθερισμού και απολυταρχισμού, αλλά μια σύγκρουση για το ποια θα είναι η βάση του μεταβολισμού, δηλαδή των ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση.
Στο σενάριο του μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών άνθρακα του IEA διατυπώνεται μια ριζοσπαστική επιταγή: Εάν θέλουμε να περιορίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη σε +2 βαθμούς Κελσίου (3,6 βαθμοί Φαρενάιτ), δηλαδή στον στόχο που τέθηκε και συμφωνήθηκε πριν από μια δεκαετία στη Συμφωνία του Παρισιού, τότε το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα πρέπει, μέχρι τα μέσα του 21ου Αιώνα, να υποστεί έναν μετασχηματισμό στο συνολικό φάσμα των χρήσεων ενέργειας. Αυτό το όριο των +2 βαθμών Κελσίου προσδιορίστηκε από τους επιστήμονες του κλίματος, τους οικονομολόγους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ως το σημείο καμπής, με την υπέρβαση του οποίου αυξάνεται απότομα ο κίνδυνος επικίνδυνων και μη αναστρέψιμων κλιματικών επιπτώσεων, όπως είναι η κατάρρευση των πολικών στρωμάτων πάγου, η ακραία ζέστη, η επισιτιστική ανασφάλεια και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
Κέντρο αυτού του μετασχηματισμού είναι η μετάβαση της κάθε είδους τροφοδοσίας με ενέργεια όλων των δραστηριοτήτων, σε τροφοδοσία με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα λαμβάνεται κυρίως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι το 2050, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερδιπλασιαστεί, με το 90 % αυτής να προέρχεται από πηγές μηδενικών εκπομπών άνθρακα, εκ των οποίων σχεδόν 70 % αποκλειστικά από ηλιακή και αιολική ενέργεια. Αυτό σημαίνει την κατασκευή κάθε μέρα επί μια δεκαετία, του ενεργειακού ισοδύναμου του μεγαλύτερου ηλιακού πάρκου που υπάρχει σήμερα στον κόσμο.
Ο τομέας των μεταφορών πρέπει να αλλάξει εξίσου δραματικά. Τα ηλεκτρικά οχήματα πρέπει να αυξηθούν από το 20 % των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων το 2024 σε περισσότερο από 60 % έως το 2030, με τις πωλήσεις όλων των νέων κινητήρων καύσης να σταματήσουν έως το 2035. Ο βιομηχανικός τομέας, ένας μέγιστος παράγοντας εκπομπών άνθρακα, πρέπει να αναδιαμορφωθεί με μείωση των εκπομπών κατά 95 % έως το 2050, τώρα μάλιστα που η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει δραματικά την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια. Επίσης και τα κτίρια θα χρειαστούν μετασχηματισμό. Μέχρι το 2050, πάνω από το 85 % των κτιρίων πρέπει να είναι «συμβατά με το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα», πράγμα που σημαίνει ότι το ήμισυ του παγκόσμιου κτιριακού αποθέματος πρέπει να έχει ανακαινιστεί ώστε να πληροί τα νέα πρότυπα.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η επιτακτική ανάγκη μιας κατευθυνόμενης μείωσης των ορυκτών καυσίμων. Όχι εκμετάλλευση νέων πεδίων εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όχι νέα ορυχεία άνθρακα. Η κατανάλωση άνθρακα πρέπει να μειωθεί κατά 90 %, του πετρελαίου κατά 75 % και του φυσικού αερίου κατά περισσότερο από 50 %.
Ένας μετασχηματισμός αυτής της κλίμακας και εύρους θα είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με μια πιθανή εξαίρεση κρίσιμης σημασίας: Η εξαίρεση είναι αυτό που έχει επιτύχει στην οικονομία της η Κίνα τον τελευταίο μισό αιώνα.
Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency, IEA), δημοσίευσε μια ιστορική έκθεση με τίτλο “Net Zero by 2050: A Roadmap for the Global Energy Sector” («Ισοζήγιο ή ισορροπία μεταξύ των εκπομπών άνθρακα στην ατμόσφαιρα και ποσοτήτων άνθρακα που δεσμεύονται από τα φυτά, τους ωκεανούς ή αλλιώς έως το 2050: Ένας Χάρτης Πορείας για τον Ενεργειακό Τομέα Παγκοσμίως»), η οποία πρότεινε ένα τεχνικό στρατηγικό σχέδιο για την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια σε παγκόσμια κλίμακα έως τα μέσα του αιώνα μας. Η έκθεση εστίασε στις οικονομικές και τεχνολογικές διαστάσεις αυτής της ενεργειακής μετάβασης. Ήταν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, η οποία αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά.
Ωστόσο, η έκθεση αυτή φαίνονται επίσης έντονα τα ελαττώματα της τεχνοκρατικής αντίληψης, από την οποία διέπεται. Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: Αγνοήθηκαν τα ευρύτερα διακυβεύματα της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης. Αυτό το σφάλμα απαιτεί επειγόντως διόρθωση. Η ατζέντα της απαλλαγής από τον άνθρακα δεν αφορά απλώς την αναδιάταξη των αγορών ή αλλαγές στις πολιτικές για την βιομηχανία, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί το χωνευτήρι και την δοκιμασία μέσω της οποίας θα προκύψει μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων.
Είναι πιθανό ότι η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει το επίκεντρο ενός νέου οικολογικού-ιδεολογικού ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες στοιχίσεις και θα πυροδοτήσει μια υπαρξιακού χαρακτήρα αντίσταση του ancien régime (παλαιού καθεστώτος), το οποίο στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Ο κεντρικός άξονας αυτής της γεωπολιτικής πάλης δεν θα είναι η πάλη του 20ού Αιώνα μεταξύ φιλελευθερισμού και απολυταρχισμού, αλλά μια σύγκρουση για το ποια θα είναι η βάση του μεταβολισμού, δηλαδή των ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση.
Στο σενάριο του μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών άνθρακα του IEA διατυπώνεται μια ριζοσπαστική επιταγή: Εάν θέλουμε να περιορίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη σε +2 βαθμούς Κελσίου (3,6 βαθμοί Φαρενάιτ), δηλαδή στον στόχο που τέθηκε και συμφωνήθηκε πριν από μια δεκαετία στη Συμφωνία του Παρισιού, τότε το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα πρέπει, μέχρι τα μέσα του 21ου Αιώνα, να υποστεί έναν μετασχηματισμό στο συνολικό φάσμα των χρήσεων ενέργειας. Αυτό το όριο των +2 βαθμών Κελσίου προσδιορίστηκε από τους επιστήμονες του κλίματος, τους οικονομολόγους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ως το σημείο καμπής, με την υπέρβαση του οποίου αυξάνεται απότομα ο κίνδυνος επικίνδυνων και μη αναστρέψιμων κλιματικών επιπτώσεων, όπως είναι η κατάρρευση των πολικών στρωμάτων πάγου, η ακραία ζέστη, η επισιτιστική ανασφάλεια και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
Κέντρο αυτού του μετασχηματισμού είναι η μετάβαση της κάθε είδους τροφοδοσίας με ενέργεια όλων των δραστηριοτήτων, σε τροφοδοσία με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα λαμβάνεται κυρίως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι το 2050, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερδιπλασιαστεί, με το 90 % αυτής να προέρχεται από πηγές μηδενικών εκπομπών άνθρακα, εκ των οποίων σχεδόν 70 % αποκλειστικά από ηλιακή και αιολική ενέργεια. Αυτό σημαίνει την κατασκευή κάθε μέρα επί μια δεκαετία, του ενεργειακού ισοδύναμου του μεγαλύτερου ηλιακού πάρκου που υπάρχει σήμερα στον κόσμο.
Ο τομέας των μεταφορών πρέπει να αλλάξει εξίσου δραματικά. Τα ηλεκτρικά οχήματα πρέπει να αυξηθούν από το 20 % των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων το 2024 σε περισσότερο από 60 % έως το 2030, με τις πωλήσεις όλων των νέων κινητήρων καύσης να σταματήσουν έως το 2035. Ο βιομηχανικός τομέας, ένας μέγιστος παράγοντας εκπομπών άνθρακα, πρέπει να αναδιαμορφωθεί με μείωση των εκπομπών κατά 95 % έως το 2050, τώρα μάλιστα που η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει δραματικά την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια. Επίσης και τα κτίρια θα χρειαστούν μετασχηματισμό. Μέχρι το 2050, πάνω από το 85 % των κτιρίων πρέπει να είναι «συμβατά με το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα», πράγμα που σημαίνει ότι το ήμισυ του παγκόσμιου κτιριακού αποθέματος πρέπει να έχει ανακαινιστεί ώστε να πληροί τα νέα πρότυπα.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η επιτακτική ανάγκη μιας κατευθυνόμενης μείωσης των ορυκτών καυσίμων. Όχι εκμετάλλευση νέων πεδίων εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όχι νέα ορυχεία άνθρακα. Η κατανάλωση άνθρακα πρέπει να μειωθεί κατά 90 %, του πετρελαίου κατά 75 % και του φυσικού αερίου κατά περισσότερο από 50 %.
Ένας μετασχηματισμός αυτής της κλίμακας και εύρους θα είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με μια πιθανή εξαίρεση κρίσιμης σημασίας: Η εξαίρεση είναι αυτό που έχει επιτύχει στην οικονομία της η Κίνα τον τελευταίο μισό αιώνα.


















