© Wolfgang Bauer: Schwäbische Alb - Die Zukunft war uns in Deutschland immer schon zu teuer, Die Zeit, 22.8.2026, αποθηκευμένο και εδώ
Καρβουνιασμένα
δάση, νεκρά ζώα, νεκρή γη. Αυτή είναι η νοτιοδυτική Γερμανία στα τέλη
του καλοκαιριού του 2026. Όποιος τριγυρίζει εδώ γύρω, το νιώθει: Εκτός
από τα δάση καίγονται και άλλα πράγματα σε τούτη τη χώρα.
Tην Κυριακή περπάτησα στα λιβάδια και δεν άκουσα ούτε ένα πουλί να κελαηδάει. Στάθηκα σε ένα ύψωμα, κοίταξα κάτω και είδα μια καφετιά ξερή κοιλάδα. Δεν είδα πια σχεδόν καθόλου πράσινο. Αυτή η κοιλάδα - και την ξέρω πολύ καλά εδώ και δεκαετίες - άνθιζε και έβλεπες όλα τα χρώματα. Το ασημόχορτο, οι ασημένιες κορυφές των χόρτων, κυμάτιζε στον άνεμο σαν τα κύματα του ωκεανού.
Αυτή η κοιλάδα ανάμεσα στα υψώματα του Σουηβικού Ιούρα (Schwäbische Alb) έσφυζε από ζωή· και με τέτοια αφθονία, ώστε σε συνέπαιρνε εντελώς αν της παραδιδόσουν. Ξάπλωνες στο γρασίδι και αμέσως σε σκέπαζαν σπόροι, φτερωτά έντομα κάθε είδους, μυρμήγκια, σκαθάρια και ζωύφια με ιριδίζοντα μεταλλιζέ χρώματα. Ξέρω μόνον λίγων τα ονόματα. Τώρα περπατούσα μέσα σε νεκροταφείο. Σχεδόν κανένα φυτό δεν έχει μείνει ζωντανό. Τα φυτικά κουφάρια θρυμματίζονταν κάτω από τα πόδια μου. Ο άνεμος σήκωνε τη σκόνη της πυρακτωμένης γης. Είδα λίγα μόνον έντομα, καθόλου μύγες, ούτε αλογόμυγες.
Την Κυριακή πήγα και στο δάσος πάνω από την κοιλάδα, αλλά και εκεί δεν άκουσα πουλιά να τραγουδούν. Το δάσος είχε πάρει χρώμα καφέ, όπως κανονικά γίνεται το φθινόπωρο. Ψηλά, οι φυλλωσιές και τα κλαδιά, ο θόλος των δέντρων, έμοιαζε σαν να είχε καεί από φωτιά. Το έδαφος ήταν καλυμμένο με ξερά φύλλα όπως το φθινόπωρο· τα πόδια μου βυθίζονταν μέχρι τους αστραγάλους μέσα στο παχύ στρώμα τους. Τα φύλλα της χαμηλής βλάστησης, των θάμνων και των μικρών δενδρυλλίων του δασικού υπόροφου, κρέμονταν από τους κορμούς τους μαραμένα, σαν φυτά εσωτερικού χώρου που τα ξέχασαν απότιστα. Οι φτέρες ήταν πεσμένες κάτω, ακόμη και οι τσουκνίδες. Σπαρμένα στο έδαφος νεκρά ποντίκια· πέθαναν από τη δίψα. Τόσα πολλά νεκρά ποντίκια !
Αυτή η κοιλάδα ανάμεσα στα υψώματα του Σουηβικού Ιούρα (Schwäbische Alb) έσφυζε από ζωή· και με τέτοια αφθονία, ώστε σε συνέπαιρνε εντελώς αν της παραδιδόσουν. Ξάπλωνες στο γρασίδι και αμέσως σε σκέπαζαν σπόροι, φτερωτά έντομα κάθε είδους, μυρμήγκια, σκαθάρια και ζωύφια με ιριδίζοντα μεταλλιζέ χρώματα. Ξέρω μόνον λίγων τα ονόματα. Τώρα περπατούσα μέσα σε νεκροταφείο. Σχεδόν κανένα φυτό δεν έχει μείνει ζωντανό. Τα φυτικά κουφάρια θρυμματίζονταν κάτω από τα πόδια μου. Ο άνεμος σήκωνε τη σκόνη της πυρακτωμένης γης. Είδα λίγα μόνον έντομα, καθόλου μύγες, ούτε αλογόμυγες.
Την Κυριακή πήγα και στο δάσος πάνω από την κοιλάδα, αλλά και εκεί δεν άκουσα πουλιά να τραγουδούν. Το δάσος είχε πάρει χρώμα καφέ, όπως κανονικά γίνεται το φθινόπωρο. Ψηλά, οι φυλλωσιές και τα κλαδιά, ο θόλος των δέντρων, έμοιαζε σαν να είχε καεί από φωτιά. Το έδαφος ήταν καλυμμένο με ξερά φύλλα όπως το φθινόπωρο· τα πόδια μου βυθίζονταν μέχρι τους αστραγάλους μέσα στο παχύ στρώμα τους. Τα φύλλα της χαμηλής βλάστησης, των θάμνων και των μικρών δενδρυλλίων του δασικού υπόροφου, κρέμονταν από τους κορμούς τους μαραμένα, σαν φυτά εσωτερικού χώρου που τα ξέχασαν απότιστα. Οι φτέρες ήταν πεσμένες κάτω, ακόμη και οι τσουκνίδες. Σπαρμένα στο έδαφος νεκρά ποντίκια· πέθαναν από τη δίψα. Τόσα πολλά νεκρά ποντίκια !
![]() |
| Γη που βουβάθηκε: Κωνοφόρα δέντρα Γυμνά, με ξερές βελόνες, σε ένα δάσος κοντά στο Ρότβαιλ. νοτιοδυτική Γερμανία. © [M] Silas Stein/imago images |



















