![]() |
| © Politico - Illustration by Claudine Hellmuth/Politico (source images via Getty and AP) |
«“Σεξουαλικό σκάνδαλο”; Τί μας λέτε τώρα; Αυτό είναι πόλεμος εναντίον παιδιών», γράφει η Alexandra Zykunov (Ein »Sex-Skandal«? Das ist Krieg gegen Kinder, Der Spiegel, 12.2.2026). Αυτό από μόνο του είναι σαν δηλητήριο στις φλέβες του πολιτικού και δικαιϊκού συστήματος, του δημοκρατικού, του φτιαγμένου με πολύ κόπο, αίμα, ιδρώτα και δάκρυ, με αγώνες διόμισυ αιώνων, για τον περιορισμό της χωρίς φραγμούς εξουσίας των μεγάλων και ισχυρών επί των μικρών και αδύναμων. Όπως είναι κατεξοχήν τα παιδιά.
Το δηλητήριο είναι ιδιαίτερα τοξικό για τη δημοκρατία, επειδή πολλών ειδών «συστατικά», υποτίθεται ξένα μεταξύ τους, συνέπραξαν στην σύνθεση του. Η φονικότητα του οφείλεται στην ίδια την φύση και πολυμέρεια αυτού του δικτύου ισχυρών ανδρών με κεντρικό κόμβο τις ΗΠΑ. Το δίκτυο είναι πυκνά συνυφασμένο: Γερό στημόνι από τις αποκαλούμενες ελίτ σφιχταγκαλιάζεται με το πιο σκληρό και φανταχτερό υφάδι σκληρών εθνικολαϊκιστών.
Τί πρέπει να πει τώρα η δημοκρατική πολιτική στους ανθρώπους, για να ανακτήσει την χαμένη τιμή και αξιοπιστία της; Άν είναι ακόμη νόμιμη η χρήση των όρων αρετές του πολίτη και ενάρετος πολίτης, τί σημαίνει ενάρετη δημοκρατική πολιτική στο πρώτο τέταρτο του 21ου Αιώνα;
Το φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος δεν νομιμοποιείται να επιβάλει με μέσα πολιτικά ή διοικητικά στους πολίτες του, κοινωνικές αξίες, τρόπους ζωής και νοητικές, επικοινωνιακές ή ηθικές ικανότητες συγκεκριμένης ποιότητας, λόγου χάρη να είναι ευφυείς, δίκαιοι, υπεύθυνοι, συμπονετικοί. Αν το κάνει, διατρέχει άμεσο κίνδυνο να παύσει να είναι δημοκρατικό. Το παράδοξο (ή αξίωμα), ότι «το φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος τρέφεται και ζει από προϋποθέσεις τις οποίες δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο», έχει ισχυρή προειδοποιητική αξία. Λέει ότι τα πιο βαθιά θεμέλια και τα πιο ισχυρά οχυρά της δημοκρατίας με εγγυημένες ελευθερίες και δικαιώματα, όταν υπάρχουν, υπάρχουν σε ό,τι μπορεί να δημιουργήσει μια ζωντανή κοινωνία και δημόσια σφαίρα· η «διαχειριστική και η «διαδικαστική» δημοκρατία του άμεσα πολιτικού επιπέδου δανείζεται δημοκρατική πολιτική ισχύ και κάνει χρήση της. Δεν την παράγει η ίδια.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τούτο το κράτος νομιμοποιείται, με δικές του πράξεις και παραλείψεις, να αφήνει αξίες και ικανότητες καταστροφικής ποιότητας να επιβάλλονται με εργαλεία εξωθεσμικά (π.χ. οικονομική ή τεχνολογική δύναμη) και να κυριαρχούν ανεμπόδιστες και μονόπλευρες στην κοινωνική σκηνή. Γιατί τότε, αυτό που μπορεί να τρέφει την δημοκρατία και να διασφαλίζει την ζωή της, μπορεί να γίνει το δηλητήριο της. Ακόμη χειρότερα, εάν ταυτόχρονα αυτό το ίδιο κράτος επιτρέπει στον εαυτό του και να αυτοαναιρείται ως κράτος δικαίου, όταν το έγκλημα δεν επισύρει ποινή δίκαιη, επειδή οι δράστες είναι διάσημοι και ισχυροί, τα θύματα άσημα και αδύναμα, το χρήμα πολύ, η κομματική αντιπαράθεση λίγη από πλευράς περιεχομένων.
Εδώ βρισκόμαστε τώρα, και μάλιστα σε «καιρούς αναστάτωσης», σε σημείο καμπής προς «αλλαγή εποχής». Για να κατανοηθεί ο αντισυστημισμός στις κοινωνίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, δεν αρκεί ψάξιμο στην «οικονομική δυσπραγία και υπαρξιακή ανασφάλεια», στον υποβιβασμό της μεσαίας τάξης, στην «δημοκρατική κόπωση» κλπ. Η δε εθνική μας αυτοεξέταση για «δεξιές», «αριστερές», «κεντρώες», «κεντροαριστερές» (!) κλπ εκδοχές αντισυστημισμού, αλλά με σχεδόν σιωπή ασυρμάτου στην ημεδαπή δημοσιότητα για το hot spot του αντισυστημισμού, τις ΗΠΑ, επιβεβαιώνει αυτό που ξέρουμε: Στην Ελλάδα είθισται να διυλίζουμε τον κώνωπα και είμαστε ικανοί να καταπιούμε αμάσητες ένα ολόκληρο καραβάνι καμήλες.
Μαζί με πολλά άλλα, τα οποία εξελίσσονται εδώ και αρκετά χρόνια, το δίκτυο Epstein δείχνει και αυτό, στο μέτρο που του αναλογεί, τι είναι και τι θέλει ο πραγματικός, ο επιδραστικός αντισυστημισμός της εποχής μας: Είναι μια εκ των άνω επίθεση στους με κόπο κερδισμένους δημοκρατικούς και κοινωνικούς φραγμούς, τους περιοριστικούς της εξουσίας των μεγάλων και ισχυρών επί των μικρών και αδύναμων.
Πρόκειται για ανοιχτή αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτικού και δικαιϊκού συστήματος. Δεν είναι «συντηρητική» αλά ανατρεπτική (disruptive), όπως λένε και οι ίδιοι οι επίδοξοι ανατροπείς. Το σύνθημα που της ταιριάζει, θυμίζει ένα άλλο ανατρεπτικό σύνθημα, ηλικίας εκατό και κάτι χρόνων: «Όλη η εξουσία στα χέρια των ισχυρών».
Οι πραγματικοί δημοκράτες και οι ζωντανοί δημοκρατικοί θεσμοί, κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ίσως και σε άλλες δημοκρατικές χώρες του κόσμου, πρέπει να λύσουν έναν Γόρδιο δεσμό πιο δύσκολο και από τον αυθεντικό. Σε καιρούς χωρίς Βασιλιά Αλέξανδρο.
Γιώργος Β. Ριτζούλης
![]() |
| Μανχάτταν, 2011, στο μέγαρο του Επστάιν: Από αριστερά James E. Staley, τότε ανώτερο εκτελεστικό στέλεχος της JPMorgan, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Lawrence Summers, ο κ. Epstein, Bill Gates, συνιδρυτής της Microsoft και ο Boris Nikolic, ο οποίος ήταν επιστημονικός σύμβουλος του Ιδρύματος Bill and Melinda Gates - © New York Times, «Bill Gates Met With Jeffrey Epstein Many Times, Despite His Past», 18.10.2021 |
του Τομπίας Ραφτ
Tobias Rapp: Epstein und die Folgen - Gründlicher kann das Vertrauen in die Demokratie nicht untergraben werden, κύριο άρθρο στο περιοδικό Der Spiegel, 12.2.2026, αποθηκευμένο και εδώ
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε πει κάποτε [Ιανουάριος 2016] ότι θα μπορούσε να έχει πυροβολήσει έναν άνθρωπο καταμεσίς της Πέμπτης Λεωφόρου στη Νέα Υόρκη και παρόλα αυτά να εκλεγεί. Είναι μια φράση την οποία άλλοι χρησιμοποιούν συχνά εναντίον του. Πώς μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να είναι Πρόεδρος των ΗΠΑ;
Όποιος περάσει μερικές νύχτες μελετώντας τα αρχεία Epstein και τις σχετικές συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δείχνουν ότι δεν είχε και τόσο άδικο ο Τραμπ. Ασφαλώς εκείνη η δήλωση του ήταν υπερβολικά προκλητική. Όμως, στην πραγματικότητα, πόσο έξω έπεσε ο Τραμπ λέγοντας κάτι τέτοιο;
Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, τα αρχεία Epstein δεν αφορούν δολοφονία. Όμως αυτό είναι το μοναδικό καλό νέο. Ιδού τα κακά νέα: Τα αρχεία αποκαλύπτουν ένα πρόβλημα, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγαλύτερο από το «πρόβλημα Τραμπ». Ο σκληρός πυρήνας του σκανδάλου Epstein έχει ως εξής: Πώς έγινε αυτό; Πώς είναι δυνατόν να καταφέρει ένας σωματέμπορος να οικοδομήσει ένα τεράστιο δίκτυο, δικτυώνοντας ισχυρούς άνδρες (και μερικές γυναίκες), κατά κύριο λόγο από τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, και να τους προμηθεύει κορίτσια ή να τους κάνει χάρες και να τους περιποιείται; Ωστόσο, η εκρηκτική δύναμη του συνίσταται στο ποιοί εμπλεκόταν ή τουλάχιστον είχαν επαφές μαζί του: Είναι αριστεροί, δεξιοί, φιλελεύθεροι, συντηρητικοί, καθηγητές, πολιτικοί, επιχειρηματίες. Εκτός από τον Τραμπ εμφανίζονται πολλά άλλα εξέχοντα ονόματα: Λόγου χάρη Γούντι Άλεν και Μπιλ Γκέιτς, Μπιλ Κλίντον, Νόαμ Τσόμσκι. Η Νορβηγίδα πριγκίπισσα διάδοχος του θρόνου και ο εξοχότερος spin doctor [σύμβουλος επικοινωνίας πολιτικών ηγετών, ο οποίος χειραγωγεί ειδήσεις και γεγονότα ή επηρεάζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης για να παρουσιάσει μια θετική εικόνα του πελάτη του] της βρετανικής πολιτικής.
Τρία εκατομμύρια σελίδες επίσημων κυβερνητικών εγγράφων αφηγούνται την ιστορία. Αυτά τα έγγραφα παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης· πυροδότησαν μεν δικαστικές έρευνες, όμως σχεδόν όλες οι έρευνες τελικά δεν κατέληξαν πουθενά. Όλα αυτά καταλήγουν σε μια συμπυκνωμένη αίσθηση, την οποία περιέγραψε με τον αμίμητο δικό του τρόπο ο Τραμπ: Υπάρχει ένας κοινωνικός περίγυρος ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του απαραβίαστο και ανέγγιχτο. Ο Έπσταϊν νεκρός, η συνεργάτιδα του καταδικάστηκε και η υπόθεση μπήκε στα αρχεία.
Τώρα τα αρχεία βγαίνουν στην δημοσιότητα. Όχι μόνον τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης αλλά οι πάντες οργανώνουν ομάδες για να διερευνήσουν τι κρύβεται σ΄αυτά τα αρχεία. Πολυάριθμοι ακτιβιστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ερευνούν και αυτοί τα τρία εκατομμύρια σελίδων. Κυκλοφορούν οι πιο τρελές ιστορίες: Κάποιοι αναρωτιούνται εάν ο καθένας από τους αναφερόμενους στα αρχεία είχε συναλλαγές με όλους τους άλλους, εάν κάθε αναφερόμενο όνομα είναι ύποπτο. Έπειτα, υπάρχουν και τα μαυρισμένα πρόσωπα. Ποιοί μπορεί να κρύβονται πίσω από τα μαυρίσματα; Και γιατί μαυρίστηκαν;
Λέγεται ότι οι μυστικές υπηρεσίες συνεργάστηκαν με τον Έπσταϊν, ο οποίος με τη σειρά του φέρεται να έκανε επιλογές υλικού ενοχοποιητικού για πρόσωπα. Και αυτές είναι μόνον οι κάπως αξιόπιστες από τις θεωρίες που κυκλοφορούν. Τι πρέπει να πούμε λοιπόν στα παιδιά μας, όταν έρχονται σε εμάς με τα κινητά τους και μας δείχνουν μερικά βίντεο δημιουργημένα από τεχνητή νοημοσύνη, στα οποία πεντάχρονοι και πεντάχρονες μιλούν για την δήθεν κακοποίησή τους από τον Έπσταϊν; Απλά και μόνον, ότι είναι όλα «Fake»;
Λες και μπορεί πια κανείς να βρει τί πραγματικά συμβαίνει.
Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, τα αρχεία Epstein δεν αφορούν δολοφονία. Όμως αυτό είναι το μοναδικό καλό νέο. Ιδού τα κακά νέα: Τα αρχεία αποκαλύπτουν ένα πρόβλημα, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγαλύτερο από το «πρόβλημα Τραμπ». Ο σκληρός πυρήνας του σκανδάλου Epstein έχει ως εξής: Πώς έγινε αυτό; Πώς είναι δυνατόν να καταφέρει ένας σωματέμπορος να οικοδομήσει ένα τεράστιο δίκτυο, δικτυώνοντας ισχυρούς άνδρες (και μερικές γυναίκες), κατά κύριο λόγο από τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, και να τους προμηθεύει κορίτσια ή να τους κάνει χάρες και να τους περιποιείται; Ωστόσο, η εκρηκτική δύναμη του συνίσταται στο ποιοί εμπλεκόταν ή τουλάχιστον είχαν επαφές μαζί του: Είναι αριστεροί, δεξιοί, φιλελεύθεροι, συντηρητικοί, καθηγητές, πολιτικοί, επιχειρηματίες. Εκτός από τον Τραμπ εμφανίζονται πολλά άλλα εξέχοντα ονόματα: Λόγου χάρη Γούντι Άλεν και Μπιλ Γκέιτς, Μπιλ Κλίντον, Νόαμ Τσόμσκι. Η Νορβηγίδα πριγκίπισσα διάδοχος του θρόνου και ο εξοχότερος spin doctor [σύμβουλος επικοινωνίας πολιτικών ηγετών, ο οποίος χειραγωγεί ειδήσεις και γεγονότα ή επηρεάζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης για να παρουσιάσει μια θετική εικόνα του πελάτη του] της βρετανικής πολιτικής.
Τρία εκατομμύρια σελίδες επίσημων κυβερνητικών εγγράφων αφηγούνται την ιστορία. Αυτά τα έγγραφα παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης· πυροδότησαν μεν δικαστικές έρευνες, όμως σχεδόν όλες οι έρευνες τελικά δεν κατέληξαν πουθενά. Όλα αυτά καταλήγουν σε μια συμπυκνωμένη αίσθηση, την οποία περιέγραψε με τον αμίμητο δικό του τρόπο ο Τραμπ: Υπάρχει ένας κοινωνικός περίγυρος ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του απαραβίαστο και ανέγγιχτο. Ο Έπσταϊν νεκρός, η συνεργάτιδα του καταδικάστηκε και η υπόθεση μπήκε στα αρχεία.
Τώρα τα αρχεία βγαίνουν στην δημοσιότητα. Όχι μόνον τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης αλλά οι πάντες οργανώνουν ομάδες για να διερευνήσουν τι κρύβεται σ΄αυτά τα αρχεία. Πολυάριθμοι ακτιβιστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ερευνούν και αυτοί τα τρία εκατομμύρια σελίδων. Κυκλοφορούν οι πιο τρελές ιστορίες: Κάποιοι αναρωτιούνται εάν ο καθένας από τους αναφερόμενους στα αρχεία είχε συναλλαγές με όλους τους άλλους, εάν κάθε αναφερόμενο όνομα είναι ύποπτο. Έπειτα, υπάρχουν και τα μαυρισμένα πρόσωπα. Ποιοί μπορεί να κρύβονται πίσω από τα μαυρίσματα; Και γιατί μαυρίστηκαν;
Λέγεται ότι οι μυστικές υπηρεσίες συνεργάστηκαν με τον Έπσταϊν, ο οποίος με τη σειρά του φέρεται να έκανε επιλογές υλικού ενοχοποιητικού για πρόσωπα. Και αυτές είναι μόνον οι κάπως αξιόπιστες από τις θεωρίες που κυκλοφορούν. Τι πρέπει να πούμε λοιπόν στα παιδιά μας, όταν έρχονται σε εμάς με τα κινητά τους και μας δείχνουν μερικά βίντεο δημιουργημένα από τεχνητή νοημοσύνη, στα οποία πεντάχρονοι και πεντάχρονες μιλούν για την δήθεν κακοποίησή τους από τον Έπσταϊν; Απλά και μόνον, ότι είναι όλα «Fake»;
Λες και μπορεί πια κανείς να βρει τί πραγματικά συμβαίνει.
Τούτη εδώ η κατάσταση θυμίζει τα χρόνια της απολυταρχικής εξουσίας, πριν την καταργήσει η Γαλλική Επανάσταση. Το κάπως επιφανειακό αφήγημα για την ιστορία εκείνης της εποχής έχει ως εξής: Επειδή η ανερχόμενη αστική τάξη γινόταν όλο και πιο ισχυρή και οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού εφοδίασαν τους ανθρώπους με νέες ιδέες για την ισότητα και τη δικαιοσύνη, προκλήθηκε έκρηξη.
Τότε, στα γραπτά των Libellistes, η ερευνητική εργασία, οι εικασίες και τα εφευρημένα στοιχεία μερικές φορές συνυφαίνονταν, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Όμως ο παρακμιακός τρόπος ζωής των ευγενών ήταν κάτι πραγματικό: Υπήρχαν άνδρες οι οποίοι προείγαν στον βασιλιά νεαρές γυναίκες, ελπίζοντας να αποκτήσουν έτσι την εύνοια του. Υπήρχαν επίσκοποι οι οποίοι κήρυτταν τον χριστιανικό τρόπο ζωής και ταυτόχρονα φρόντιζαν ώστε να μπείνουν στα υπνοδωμάτιά τους όμορφοι νεαροί άνδρες. Συνέβαιναν τότε πράγματα ακριβώς όπως συμβαίνει τώρα με τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται ο Epstein, ίσως και οι άνδρες που συνδέονταν μαζί του με φιλικούς δεσμούς.
Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: Πώς επιδρούν αυτές οι ιστορίες; Σε τέτοιους ανθρώπους, όπως εκείνοι που περιέγραφαν οι Libellistes, δεν μπορεί να στηριχτεί τίποτε καλό. Ήταν επικίνδυνοι, διεφθαρμένοι, γελοίοι, απίστευτα άχρηστοι. Ήταν μια ελίτ η οποία περιστρεφόταν μόνον γύρω από τον εαυτό της, ασχολούνταν μόνον με τις δικές της ανάγκες και με τίποτε άλλο· και ήταν έτοιμη για να ανατραπεί. Πράγμα που όπως ξέρουμε, συνέβη μετά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν οιωνοί ή προάγγελοι επανάστασης στις ΗΠΑ ή οπουδήποτε αλλού στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, ούτε ότι προετοιμάζονται ήδη οι λαιμητόμοι, όπως τότε. Κάθε άλλο, είμαστε πολύ μακριά από τέτοια πράγματα. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι κάτι άλλο: Βλέπουμε στις δυτικές κοινωνίες (και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) να ανοίγει ένα ρήγμα, το οποίο δεν μπορεί πια να κλείσει στο προβλεπτό μέλλον. Ρήγμα μεταξύ των «κοινών ανθρώπων» («Leuten») αφενός και των «ισχυρών» αφετέρου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν οιωνοί ή προάγγελοι επανάστασης στις ΗΠΑ ή οπουδήποτε αλλού στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, ούτε ότι προετοιμάζονται ήδη οι λαιμητόμοι, όπως τότε. Κάθε άλλο, είμαστε πολύ μακριά από τέτοια πράγματα. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι κάτι άλλο: Βλέπουμε στις δυτικές κοινωνίες (και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) να ανοίγει ένα ρήγμα, το οποίο δεν μπορεί πια να κλείσει στο προβλεπτό μέλλον. Ρήγμα μεταξύ των «κοινών ανθρώπων» («Leuten») αφενός και των «ισχυρών» αφετέρου.
Όλη η εξουσία στα χέρια των ισχυρών.
Αμφισβητείται όλο το σύστημα, το οποίο, και ως απώτερο επακόλουθο της Γαλλικής Επανάστασης μεταξύ άλλων, είχε ως στόχο, εκτός των άλλων, να περιορίσει την εξουσία μέσω της διάκρισης των εξουσιών, των αλληλοελέγχων και ισορροπιών [checks and balances], των δικαστηρίων και των εκλογών. Τι νόημα έχει μια αλλαγή κυβέρνησης αν, τελικά, όλοι τα έχουν κάνει πλακάκια μεταξύ τους; Τι είδους δικαιοσύνη είναι αυτή, όταν οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ατιμώρητα ό,τι τους κατεβαίνει;
Τα αρχεία του Έπσταϊν αφηγούνται μια παρανοϊκή ιστορία συνωμοσίας, η οποία όμως είναι και πραγματική. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν πιο σίγουρο τρόπο για να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη σε ένα σύστημα.
Αμφισβητείται όλο το σύστημα, το οποίο, και ως απώτερο επακόλουθο της Γαλλικής Επανάστασης μεταξύ άλλων, είχε ως στόχο, εκτός των άλλων, να περιορίσει την εξουσία μέσω της διάκρισης των εξουσιών, των αλληλοελέγχων και ισορροπιών [checks and balances], των δικαστηρίων και των εκλογών. Τι νόημα έχει μια αλλαγή κυβέρνησης αν, τελικά, όλοι τα έχουν κάνει πλακάκια μεταξύ τους; Τι είδους δικαιοσύνη είναι αυτή, όταν οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ατιμώρητα ό,τι τους κατεβαίνει;
Τα αρχεία του Έπσταϊν αφηγούνται μια παρανοϊκή ιστορία συνωμοσίας, η οποία όμως είναι και πραγματική. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν πιο σίγουρο τρόπο για να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη σε ένα σύστημα.
Β. “Σεξουαλικό σκάνδαλο”; Σοβαρά; Τί μας λέτε; Αυτό είναι πόλεμος εναντίον παιδιών
της Αλεξάντρα Τσικούνοβ
Alexandra Zykunov: Ein »Sex-Skandal«? Das ist Krieg gegen Kinder, Der Spiegel, 12.2.2026, αποθηκευμένο και εδώ
[...]
Και μόνον οι παραπάνω λίγες γραμμές είναι αφόρητες. Και προέρχονται μόνο από τέσσερα έγγραφα, από τα τρία εκατομμύρια και περισσότερα δημοσιευμένα έγγραφα περί Έπσταϊν. Οι αποστολείς και οι παραλήπτες έχουν αποκρυβεί με «μαύρισμα» σε όλες τις περιπτώσεις. Το μόνο που είναι ορατό είναι ότι αυτά τα mail φέρονται να στάλθηκαν από ή προς την διεύθυνση email του καταδικασμένου παιδεραστή Τζέφρι Έπσταϊν. Και αυτές είναι οι πιο «αβλαβείς» ειδήσεις. Διότι αυτό το απάνθρωπα βάρβαρο που βλέπει ο κόσμος εδώ και μέρες στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πόλεμος. Πόλεμος εναντίον παιδιών. Πόλεμος εναντίον κοριτσιών. Πόλεμος εναντίον γυναικών.
Αν κάποιος πει για μια ακόμη φορά, «μα γιατί οι γυναίκες δεν καταγγέλλουν τους βιαστές τους; απλό είναι», θα ουρλιάξω. Τα θύματα αντιμετωπίζουν συνεχώς αυτό το ερώτημα, λες και φταίνε τα ίδια για το γεγονός ότι οι δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Η υπόθεση Έπσταϊν δείχνει γιατί αυτό δεν είναι και τόσο «απλό».
Έχετε ακούσει ποτέ για το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των φύλων; Ο όρος προέρχεται από την επιστημονική έρευνα. Στον κλάδο της ιατρικής περιγράφει ότι γενικά οι γιατροί εμπιστεύονται τις γυναίκες ασθενείς λιγότερο από τους άνδρες, όταν περιγράφουν την δική τους εμπειρία πόνου ή συμπτωμάτων. Δεν είναι πρώτη η υπόθεση Έπσταϊν αυτή που έδειξε σαφώς ότι αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των φύλων είναι διαδεδομένο και στα αστυνομικά τμήματα όλου του κόσμου, όπου οι μαρτυρίες από εμπειρίες βίας εναντίον γυναικών και παιδιών υποβαθμίζονται και διαστρεβλώνονται με ερωτήσεις όπως: «Τι φορούσες;». «Είπες “όχι”;» «Γιατί δεν αντιστάθηκες;»
Πιστεύουμε τα email ενός νεκρού άνδρα περισσότερο από τα λόγια εκατοντάδων ζωντανών γυναικών. Αναρτήσεις σαν αυτή κατακλύζουν σήμερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Είναι απλό. Το FBI δεν πίστεψε τις γυναίκες», συνοψίζει η δημοσιογράφος των New York Times, Μόλι Γιονγκ-Φαστ (Molly Jong-Fast). «Ούτε στη δεκαετία του 1990, ούτε στη δεκαετία του 2000, ούτε στη δεκαετία του 2010, ούτε στη δεκαετία του 2020. Και δεν ήταν καν γυναίκες. Ήταν παιδιά. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν σταματήσει πριν από 20 χρόνια και παραπάνω».
Επίσης στην Γερμανία, τέτοιες περιπτώσεις σπάνια καταλήγουν σε μήνυση, αν όχι ποτέ: Ωστόσο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη για τα μη αναφερόμενα εγκλήματα, σχεδόν μία στις πέντε γυναίκες έχει υποστεί επίθεση τουλάχιστον μία φορά στη ζωή της. Πράγμα που σημαίνει πολλά εκατομμύρια γυναίκες. Επομένως, πρέπει να υπάρχουν και πολλά εκατομμύρια δράστες, κυρίως άνδρες. Αλλά μόνο το 3 % των γυναικών θυμάτων μηνύουν τους δράστες. 3 % !
Αυτό συμβαίνει επειδή οι γυναίκες φοβούνται είτε ότι η υποβολή μηνύσεων δεν θα έχει συνέπειες, είτε ότι τα προσωπικά τους δικαιώματα δεν θα προστατευθούν, αλλά αντίθετα, άν και θύματα, οι γυναίκες θα εκτεθούν περαιτέρω. Αυτό φαίνεται σαφώς στην υπόθεση Epstein: Ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ ισχυρίστηκε ότι η δημοσιοποίηση των αρχείων χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο επειδή τα ονόματα των θυμάτων έπρεπε να αποκρυβούν, περίπου 100 θύματα παραπονέθηκαν για σφάλματα στις αποκρύψεις σε περισσότερες από 1.000 περιπτώσεις. Μέχρι και 40 γυμνές φωτογραφίες, ή και περισσότερες, δημοσιοποιήθηκαν. Όμως οι περισσότεροι δράστες παρέμειναν άγνωστοι. Ακόμη και σε email, στα οποία συζητούσαν ρητά την κακοποίηση, τα ονόματα των δραστών «μαυρίστηκαν».
Και κάτι άλλο: Αυτή η οποία στην πράξη «λιθοβολεί» τις γυναίκες στα μέσα επικοινωνίας μόλις αυτές κατηγορήσουν διάσημους, ισχυρούς άνδρες για σεξουαλική βία, είναι ειδικά η διαδικτυακή κοινότητα. Η κλασική μέθοδος αντιστροφής των ρόλων του θύτη και τους θύματος και ενοχοποίησης των θυμάτων είναι η κατηγορία ότι τα θύματα θέλουν μόνον να προσελκύσουν την προσοχή, να κερδίσουν φήμη ή χρήματα. «Τί φήμη και τί δόξα», σκέφτομαι, «όταν όλοι ξέρουν το όνομά σου και σου στέλνουν απειλές, ότι θα σε σκοτώσουν, ενώ στρατιές δικηγόρων σε βομβαρδίζουν με ειδοποιήσεις για δικαστικά έξοδα».
Όμως και τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης υποβαθμίζουν διαρκώς τους βιασμούς παιδιών ή γυναικών στα ρεπορτάζ τους. Λόγου χάρη αναφέρονται σε «σεξουαλικό σκάνδαλο» όπως κάνει η εφημερίδα Bild ή σε «πικάντικες λεπτομέρειες» όπως κάνει η Welt. Λες και πρόκειται για φθηνά πορνο-σκουπίδια της σκουπιδολογοτεχνίας και των ταινιών «τσόντας». Επιπλέον, ακόμη και αξιόπιστες εφημερίδες, αυτά που ήταν μικρά κορίτσια κατά την εποχή των εγκλημάτων, τα αναφέρουν ως «ανήλικες γυναίκες». Η Süddeutsche Zeitung η οποία χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση, εν των μεταξύ δημοσίευσε διόρθωση. «Τι στον διάολο είναι αυτές οι ανήλικες γυναίκες;» γράφει η δημοσιογράφος Μελίνα Μπόρτσακ (Melina Borčak). «Όποια δεν έχει συμπληρώσει την κατά τον νόμο ηλικία ενηλικίωσης δεν είναι γυναίκα, αλλά παιδί». Δεν υπάρχει σεξουαλική επαφή με ανηλίκους. Αν εμπλέκονται παιδιά, είναι βιασμός. Πάντα.
Ίσως όμως να σκεφτεί κάποιος: «Μα ο Έπσταϊν τελικά θεωρήθηκε υπεύθυνος ακριβώς γι' αυτά τα εγκλήματα! Ή μήπως όχι;» Η απάντηση, δυστυχώς, είναι αυτή: Ή μήπως όχι;
Πράγματι. Χρειάζονται μόνον μερικά κλικ για να μάθει κανείς για ποιό πράγμα κατέληξε στη φυλακή ο πολυεκατομμυριούχος, ο οποίος είχε διασυνδέσεις με τον Λευκό Οίκο, ίσως και με μερικές υπηρεσίες πληροφοριών: Ναι, ο Έπσταϊν (μαζί με τη συνεργό του Γκισλέιν Μάξγουελ) συνελήφθη και κατηγορήθηκε για εμπορία ανηλίκων προκειμένουν να πέσουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ή, με άλλα λόγια, για πώληση παιδιών σε παιδεραστές προκειμένου να τα βιάσουν. Όμως μόνον για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 2002 και 2005. Το κατηγορητήριο δεν αφορούσε όλα τα χρόνια πριν την πρώτη ημερομηνία και ιδιαίτερα μετά την δεύτερη. Από τα χρόνια μετά το 2005 προέρχεται ένα μεγάλο μέρος των αφόρητων email, των φωτογραφιών και των βίντεο, τα οποία τώρα βομβαρδίζουν τον κόσμο χωρίς να περνούν από κανένα φίλτρο.
Και δεν ήταν οι Ομοσπονδιακές αρχές αυτές οι οποίες, με δική τους πρωτοβουλία, έθεσαν επιτέλους τον Έπσταϊν υπό κράτηση, αλλά το γεγονός το οφείλουμε σε μια δημοσιογράφο: Στην ερευνητική δημοσιογράφο Τζούλι Μπράουν (Julie Brown), η οποία, το 2018, επέστησε για πρώτη φορά την προσοχή του κοινού στην συστημική αποτυχία του δικαστικού συστήματος με άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα «Miami Herald». Η Μπράουν αποκάλυψε ότι το FBI ερευνούσε τον Έπσταϊν από την δεκαετία του 2000 και είχε μάλιστα αναγνωρίσει 36 παιδιά ως θύματα. Αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να σταματήσει την έρευνα.
Γιατί; Επειδή το 2007, σύμφωνα με την Μπράουν, η εισαγγελία διαπραγματεύτηκε με τους δικηγόρους του Έπσταϊν την «Συμφωνία της Ζωής του»: Αντί να αντιμετωπίσει κατηγορίες για πολλαπλές κατηγορίες κακοποίησης παιδιών, ο πολυεκατομμυριούχος έπρεπε να δηλώσει ένοχος απλά και μόνον για δύο κατηγορίες πορνείας που αφορούσαν ανήλικες και επρόκειτο να εκτίσει γι αυτό μόνον ποινή 13 μηνών φυλάκισης. Έτσι, εκείνη η «συμφωνία», όχι απλά «τερμάτισε την συνεχιζόμενη έρευνα του FBI», αλλά επίσης (και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο), μέσω μιας πολύ ασυνήθιστα ευρείας νομικής διατύπωσης χορήγησε ασυλία σε «όλους τους πιθανούς συνεργούς» του Έπσταϊν. Και επειδή εκείνοι οι συνεργοί δεν κατονομάστηκαν, αυτό άνοιξε ένα ευρύ νομικό δίχτυ ασφαλείας για όλους τους άλλους πιθανούς συνεργούς του Έπσταϊν.
Και στην πραγματικότητα, αυτό είναι το πιο αποκρουστικό συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από όλη την εξέταση των εγγράφων: Ότι επί πολλά χρόνια, δεν έχει θεωρηθεί υπεύθυνος κανένας από τους αμέτρητους άνδρες συνεργούς, τους φερόμενους ως βιαστές, όλους εκείνους που προστάτευαν τον Έπσταϊν και κατέστησαν εξαρχής δυνατή την παιδοφιλική εμπορία ανθρώπων. Και είναι πολύ πιθανόν ότι κανείς δεν θα θεωρηθεί στο μέλλον. Διότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει κηρύξει την εξέταση της υπόθεσης «ολοκληρωθείσα», και έτσι έχει δείξει για άλλη μια φορά σε όλα τα θύματα σεξουαλικής βίας: «Βλέπετε, ούτως ή άλλως, κανείς δεν θα σας πιστέψει». Εν τω μεταξύ, οι δράστες σε όλο τον κόσμο μαθαίνουν: «Κανένας από αυτούς δεν πάει φυλακή;! Τέλεια, τότε μπορώ να συνεχίσω να κάνω με την ησυχία μου αυτό που έκανα πάντα».
Έτσι, αν η ιστορία μας έχει διδάξει κάτι, αυτό είναι το εξής: Πιστέψτε τις γυναίκες. Και αυτή η φράση κατακλύζει τώρα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ερώτημα είναι, πότε επιτέλους θα το κάνουμε. Και άν θα το κάνουμε κάποτε.
Και μόνον οι παραπάνω λίγες γραμμές είναι αφόρητες. Και προέρχονται μόνο από τέσσερα έγγραφα, από τα τρία εκατομμύρια και περισσότερα δημοσιευμένα έγγραφα περί Έπσταϊν. Οι αποστολείς και οι παραλήπτες έχουν αποκρυβεί με «μαύρισμα» σε όλες τις περιπτώσεις. Το μόνο που είναι ορατό είναι ότι αυτά τα mail φέρονται να στάλθηκαν από ή προς την διεύθυνση email του καταδικασμένου παιδεραστή Τζέφρι Έπσταϊν. Και αυτές είναι οι πιο «αβλαβείς» ειδήσεις. Διότι αυτό το απάνθρωπα βάρβαρο που βλέπει ο κόσμος εδώ και μέρες στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πόλεμος. Πόλεμος εναντίον παιδιών. Πόλεμος εναντίον κοριτσιών. Πόλεμος εναντίον γυναικών.
Αν κάποιος πει για μια ακόμη φορά, «μα γιατί οι γυναίκες δεν καταγγέλλουν τους βιαστές τους; απλό είναι», θα ουρλιάξω. Τα θύματα αντιμετωπίζουν συνεχώς αυτό το ερώτημα, λες και φταίνε τα ίδια για το γεγονός ότι οι δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Η υπόθεση Έπσταϊν δείχνει γιατί αυτό δεν είναι και τόσο «απλό».
Έχετε ακούσει ποτέ για το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των φύλων; Ο όρος προέρχεται από την επιστημονική έρευνα. Στον κλάδο της ιατρικής περιγράφει ότι γενικά οι γιατροί εμπιστεύονται τις γυναίκες ασθενείς λιγότερο από τους άνδρες, όταν περιγράφουν την δική τους εμπειρία πόνου ή συμπτωμάτων. Δεν είναι πρώτη η υπόθεση Έπσταϊν αυτή που έδειξε σαφώς ότι αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ των φύλων είναι διαδεδομένο και στα αστυνομικά τμήματα όλου του κόσμου, όπου οι μαρτυρίες από εμπειρίες βίας εναντίον γυναικών και παιδιών υποβαθμίζονται και διαστρεβλώνονται με ερωτήσεις όπως: «Τι φορούσες;». «Είπες “όχι”;» «Γιατί δεν αντιστάθηκες;»
Πιστεύουμε τα email ενός νεκρού άνδρα περισσότερο από τα λόγια εκατοντάδων ζωντανών γυναικών. Αναρτήσεις σαν αυτή κατακλύζουν σήμερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Είναι απλό. Το FBI δεν πίστεψε τις γυναίκες», συνοψίζει η δημοσιογράφος των New York Times, Μόλι Γιονγκ-Φαστ (Molly Jong-Fast). «Ούτε στη δεκαετία του 1990, ούτε στη δεκαετία του 2000, ούτε στη δεκαετία του 2010, ούτε στη δεκαετία του 2020. Και δεν ήταν καν γυναίκες. Ήταν παιδιά. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν σταματήσει πριν από 20 χρόνια και παραπάνω».
Επίσης στην Γερμανία, τέτοιες περιπτώσεις σπάνια καταλήγουν σε μήνυση, αν όχι ποτέ: Ωστόσο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη για τα μη αναφερόμενα εγκλήματα, σχεδόν μία στις πέντε γυναίκες έχει υποστεί επίθεση τουλάχιστον μία φορά στη ζωή της. Πράγμα που σημαίνει πολλά εκατομμύρια γυναίκες. Επομένως, πρέπει να υπάρχουν και πολλά εκατομμύρια δράστες, κυρίως άνδρες. Αλλά μόνο το 3 % των γυναικών θυμάτων μηνύουν τους δράστες. 3 % !
Αυτό συμβαίνει επειδή οι γυναίκες φοβούνται είτε ότι η υποβολή μηνύσεων δεν θα έχει συνέπειες, είτε ότι τα προσωπικά τους δικαιώματα δεν θα προστατευθούν, αλλά αντίθετα, άν και θύματα, οι γυναίκες θα εκτεθούν περαιτέρω. Αυτό φαίνεται σαφώς στην υπόθεση Epstein: Ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ ισχυρίστηκε ότι η δημοσιοποίηση των αρχείων χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο επειδή τα ονόματα των θυμάτων έπρεπε να αποκρυβούν, περίπου 100 θύματα παραπονέθηκαν για σφάλματα στις αποκρύψεις σε περισσότερες από 1.000 περιπτώσεις. Μέχρι και 40 γυμνές φωτογραφίες, ή και περισσότερες, δημοσιοποιήθηκαν. Όμως οι περισσότεροι δράστες παρέμειναν άγνωστοι. Ακόμη και σε email, στα οποία συζητούσαν ρητά την κακοποίηση, τα ονόματα των δραστών «μαυρίστηκαν».
Και κάτι άλλο: Αυτή η οποία στην πράξη «λιθοβολεί» τις γυναίκες στα μέσα επικοινωνίας μόλις αυτές κατηγορήσουν διάσημους, ισχυρούς άνδρες για σεξουαλική βία, είναι ειδικά η διαδικτυακή κοινότητα. Η κλασική μέθοδος αντιστροφής των ρόλων του θύτη και τους θύματος και ενοχοποίησης των θυμάτων είναι η κατηγορία ότι τα θύματα θέλουν μόνον να προσελκύσουν την προσοχή, να κερδίσουν φήμη ή χρήματα. «Τί φήμη και τί δόξα», σκέφτομαι, «όταν όλοι ξέρουν το όνομά σου και σου στέλνουν απειλές, ότι θα σε σκοτώσουν, ενώ στρατιές δικηγόρων σε βομβαρδίζουν με ειδοποιήσεις για δικαστικά έξοδα».
Όμως και τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης υποβαθμίζουν διαρκώς τους βιασμούς παιδιών ή γυναικών στα ρεπορτάζ τους. Λόγου χάρη αναφέρονται σε «σεξουαλικό σκάνδαλο» όπως κάνει η εφημερίδα Bild ή σε «πικάντικες λεπτομέρειες» όπως κάνει η Welt. Λες και πρόκειται για φθηνά πορνο-σκουπίδια της σκουπιδολογοτεχνίας και των ταινιών «τσόντας». Επιπλέον, ακόμη και αξιόπιστες εφημερίδες, αυτά που ήταν μικρά κορίτσια κατά την εποχή των εγκλημάτων, τα αναφέρουν ως «ανήλικες γυναίκες». Η Süddeutsche Zeitung η οποία χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση, εν των μεταξύ δημοσίευσε διόρθωση. «Τι στον διάολο είναι αυτές οι ανήλικες γυναίκες;» γράφει η δημοσιογράφος Μελίνα Μπόρτσακ (Melina Borčak). «Όποια δεν έχει συμπληρώσει την κατά τον νόμο ηλικία ενηλικίωσης δεν είναι γυναίκα, αλλά παιδί». Δεν υπάρχει σεξουαλική επαφή με ανηλίκους. Αν εμπλέκονται παιδιά, είναι βιασμός. Πάντα.
Ίσως όμως να σκεφτεί κάποιος: «Μα ο Έπσταϊν τελικά θεωρήθηκε υπεύθυνος ακριβώς γι' αυτά τα εγκλήματα! Ή μήπως όχι;» Η απάντηση, δυστυχώς, είναι αυτή: Ή μήπως όχι;
Πράγματι. Χρειάζονται μόνον μερικά κλικ για να μάθει κανείς για ποιό πράγμα κατέληξε στη φυλακή ο πολυεκατομμυριούχος, ο οποίος είχε διασυνδέσεις με τον Λευκό Οίκο, ίσως και με μερικές υπηρεσίες πληροφοριών: Ναι, ο Έπσταϊν (μαζί με τη συνεργό του Γκισλέιν Μάξγουελ) συνελήφθη και κατηγορήθηκε για εμπορία ανηλίκων προκειμένουν να πέσουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ή, με άλλα λόγια, για πώληση παιδιών σε παιδεραστές προκειμένου να τα βιάσουν. Όμως μόνον για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 2002 και 2005. Το κατηγορητήριο δεν αφορούσε όλα τα χρόνια πριν την πρώτη ημερομηνία και ιδιαίτερα μετά την δεύτερη. Από τα χρόνια μετά το 2005 προέρχεται ένα μεγάλο μέρος των αφόρητων email, των φωτογραφιών και των βίντεο, τα οποία τώρα βομβαρδίζουν τον κόσμο χωρίς να περνούν από κανένα φίλτρο.
Και δεν ήταν οι Ομοσπονδιακές αρχές αυτές οι οποίες, με δική τους πρωτοβουλία, έθεσαν επιτέλους τον Έπσταϊν υπό κράτηση, αλλά το γεγονός το οφείλουμε σε μια δημοσιογράφο: Στην ερευνητική δημοσιογράφο Τζούλι Μπράουν (Julie Brown), η οποία, το 2018, επέστησε για πρώτη φορά την προσοχή του κοινού στην συστημική αποτυχία του δικαστικού συστήματος με άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα «Miami Herald». Η Μπράουν αποκάλυψε ότι το FBI ερευνούσε τον Έπσταϊν από την δεκαετία του 2000 και είχε μάλιστα αναγνωρίσει 36 παιδιά ως θύματα. Αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να σταματήσει την έρευνα.
Γιατί; Επειδή το 2007, σύμφωνα με την Μπράουν, η εισαγγελία διαπραγματεύτηκε με τους δικηγόρους του Έπσταϊν την «Συμφωνία της Ζωής του»: Αντί να αντιμετωπίσει κατηγορίες για πολλαπλές κατηγορίες κακοποίησης παιδιών, ο πολυεκατομμυριούχος έπρεπε να δηλώσει ένοχος απλά και μόνον για δύο κατηγορίες πορνείας που αφορούσαν ανήλικες και επρόκειτο να εκτίσει γι αυτό μόνον ποινή 13 μηνών φυλάκισης. Έτσι, εκείνη η «συμφωνία», όχι απλά «τερμάτισε την συνεχιζόμενη έρευνα του FBI», αλλά επίσης (και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο), μέσω μιας πολύ ασυνήθιστα ευρείας νομικής διατύπωσης χορήγησε ασυλία σε «όλους τους πιθανούς συνεργούς» του Έπσταϊν. Και επειδή εκείνοι οι συνεργοί δεν κατονομάστηκαν, αυτό άνοιξε ένα ευρύ νομικό δίχτυ ασφαλείας για όλους τους άλλους πιθανούς συνεργούς του Έπσταϊν.
Και στην πραγματικότητα, αυτό είναι το πιο αποκρουστικό συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από όλη την εξέταση των εγγράφων: Ότι επί πολλά χρόνια, δεν έχει θεωρηθεί υπεύθυνος κανένας από τους αμέτρητους άνδρες συνεργούς, τους φερόμενους ως βιαστές, όλους εκείνους που προστάτευαν τον Έπσταϊν και κατέστησαν εξαρχής δυνατή την παιδοφιλική εμπορία ανθρώπων. Και είναι πολύ πιθανόν ότι κανείς δεν θα θεωρηθεί στο μέλλον. Διότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έχει κηρύξει την εξέταση της υπόθεσης «ολοκληρωθείσα», και έτσι έχει δείξει για άλλη μια φορά σε όλα τα θύματα σεξουαλικής βίας: «Βλέπετε, ούτως ή άλλως, κανείς δεν θα σας πιστέψει». Εν τω μεταξύ, οι δράστες σε όλο τον κόσμο μαθαίνουν: «Κανένας από αυτούς δεν πάει φυλακή;! Τέλεια, τότε μπορώ να συνεχίσω να κάνω με την ησυχία μου αυτό που έκανα πάντα».
Έτσι, αν η ιστορία μας έχει διδάξει κάτι, αυτό είναι το εξής: Πιστέψτε τις γυναίκες. Και αυτή η φράση κατακλύζει τώρα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ερώτημα είναι, πότε επιτέλους θα το κάνουμε. Και άν θα το κάνουμε κάποτε.
O Tobias Rapp (1971) σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία γράφει στον Spiegel για θέματα πολιτισμού, πολιτικής και ερευνά τα ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα. Εργάστηκε παλαιότερα στην Tageszeitung καθώς και ως συντάκτης σε μουσικά και γενικώς πολιτιστικά Μέσα.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου