του Νιλς Τζίλμαν
Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, Foreign Policy, Τεύχος Άνοιξης 2026, 23.3.2026, αποθηκευμένο και εδώ
Η ιστορική ομιλία του Πρωθυπουργού του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός, Ιανουάριος 2026 (ελληνικά, Ανιχνεύσεις)
Η διάβρωση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων, η αναγγελία του τέλους της (Μαρκ Κάρνει), η πολιτική της ρήξης και όχι ομαλής μετάβασης (Ντόναλντ Τραμπ)
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δεν ήρθε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας τον Ιανουάριο για να προσφέρει ελπίδα. Ήρθε για να αναγγείλει έναν θάνατο. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη πραγμάτων, αυτή η περίτεχνη αρχιτεκτονική θεσμών, κανόνων και δημόσιων αγαθών, με την εγγύηση των ΗΠΑ και κατασκευασμένη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει τελειώσει, μας ξεκαθάρισε ο Κάρνεϊ. Και η ρήξη είναι μη αναστρέψιμη, είπε. Όμως ο επικήδειος λόγος του Κάρνεϊ, όσο νηφάλιος και ακριβής κι αν ήταν, υποτίμησε το βάθος της ρήξης.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν έθεσε απλώς τέρμα σε ένα σύνολο διπλωματικών ρυθμίσεων ή σε μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική των σχέσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ο Τραμπ είναι η πολιτική μορφή που προΐσταται του τέλους του μοντέλου του βιομηχανικού τεχνολογικού πολιτισμού του βασσισμένου στα ορυκτά καύσιμα. Με αυτό το μοντέλο μπόρεσε να δημιουργηθεί η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, να γίνει κερδοφόρα και, για ένα διάστημα, να είναι πολιτικά βιώσιμη. Την εξασθένηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ορυκτών καυσίμων στον μεταβολισμό [ανταλλαγές ενέργειας και υλικών πόρων] του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με την φύση, δεν την άρχισε ο Τραμπ. Η εξασθένηση αυτή προκλήθηκε από την έκδηλη αστάθεια που προκάλεσε η κλιματική αλλαγή, καθώς και από εμπόδια στην πρόσβαση στο πετρέλαιο τα οποία διαρκώς θέτουν ανταγωνισμοί όπως π.χ. ο τωρινός πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Όμως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ φροντίζει να αντικατασταθεί η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων με μια ανταγωνιστική αντιπαλότητα, και όχι να υπάρξει ομαλή μετάβαση.
Το τί θα αντικαταστήσει την φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων δεν θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη Γενεύη ούτε θα κριθεί στη Χάγη [με τα Διεθνή Δικαστήρια της]. Θα καθοριστεί από το ποιος ελέγχει τις ενεργειακές ροές, τα κοιτάσματα ορυκτών και τα τεχνολογικά συστήματα από τα οποία εξαρτάται πλέον όλη η σύγχρονη ζωή.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν έθεσε απλώς τέρμα σε ένα σύνολο διπλωματικών ρυθμίσεων ή σε μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική των σχέσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ο Τραμπ είναι η πολιτική μορφή που προΐσταται του τέλους του μοντέλου του βιομηχανικού τεχνολογικού πολιτισμού του βασσισμένου στα ορυκτά καύσιμα. Με αυτό το μοντέλο μπόρεσε να δημιουργηθεί η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, να γίνει κερδοφόρα και, για ένα διάστημα, να είναι πολιτικά βιώσιμη. Την εξασθένηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ορυκτών καυσίμων στον μεταβολισμό [ανταλλαγές ενέργειας και υλικών πόρων] του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με την φύση, δεν την άρχισε ο Τραμπ. Η εξασθένηση αυτή προκλήθηκε από την έκδηλη αστάθεια που προκάλεσε η κλιματική αλλαγή, καθώς και από εμπόδια στην πρόσβαση στο πετρέλαιο τα οποία διαρκώς θέτουν ανταγωνισμοί όπως π.χ. ο τωρινός πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Όμως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ φροντίζει να αντικατασταθεί η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων με μια ανταγωνιστική αντιπαλότητα, και όχι να υπάρξει ομαλή μετάβαση.
Το τί θα αντικαταστήσει την φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων δεν θα γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη Γενεύη ούτε θα κριθεί στη Χάγη [με τα Διεθνή Δικαστήρια της]. Θα καθοριστεί από το ποιος ελέγχει τις ενεργειακές ροές, τα κοιτάσματα ορυκτών και τα τεχνολογικά συστήματα από τα οποία εξαρτάται πλέον όλη η σύγχρονη ζωή.
Ο παλιός Ψυχρός Πόλεμος ήταν ανταγωνισμός οικονομικο-πολιτικών μοντέλων και ιδεολογιών. Ο νέος είναι ανταγωνισμός αντίπαλων σχεδίων για τον μεταβολισμό υλικών πόρων και ενέργειας
Αυτός είναι οικολογικός ψυχρός πόλεμος και διαφέρει από τον προκάτοχό του. Έχουν διαφορές τεράστιας σημασίας. Ο αυθεντικός Ψυχρός Πόλεμος ήταν ανταγωνισμός μεταξύ του φιλελεύθερου καπιταλισμού και του Σοβιετικού κομμουνισμού, δηλαδή μεταξύ δύο θεωριών για το πώς πρέπει να αναπτύσσονται οικονομικά και να οργανώνονται πολιτικά οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ο νέος ψυχρός πόλεμος είναι ανταγωνισμός μεταξύ αντίπαλων σχεδίων για τις μεταβολικές ανταλλαγές υλικών πόρων και ενέργειας του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με τον φυσικό κόσμο (competing metabolisms).
Από τη μία πλευρά είναι η Πράσινη Entente [«Συνεννόηση», βλ. «Entente Cordiale»]: Η Κίνα και ένας αναδυόμενος συνασπισμός ηλεκτρικών κρατών· αυτά τα κράτη στοιχηματίζουν το μέλλον της βιομηχανίας τους και της ευρύτερης οικονομίας τους σε ηλιακούς συλλέκτες, σε μπαταρίες και στις τεράστιες αλυσίδες εφοδιασμού με ορυκτά τα οποία χρειάζονται για τροφοδοτούνται όλα αυτά. Από την άλλη είναι ο Άξονας των Πετρελαιο-Κρατών: Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ, η Ρωσία και οι μοναρχίες του Κόλπου· όλοι αυτοί έχουν στοιχηματίσει την διατήρηση της ισχύος τους και την δημοσιονομική τους επιβίωση στην παράταση της εποχής των ορυκτών καυσίμων και στην χρήση της δικής τους αφθονίας ενεργειακών αγαθών προερχόμενων από ορυκτά καύσιμα, ως όπλου εναντίον εκείνων που θέλουν να βάλουν ένα τέρμα στην εποχή των ορυκτών καυσίμων.
Πίσω από αυτά, η ιδεολογία εξακολουθεί να έχει σημασία· αλλά διασχίζει εγκάρσια και τα δύο μπλοκ αντί να καθορίζει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα τους. Και όπως συνέβη στον αυθεντικό Ψυχρό Πόλεμο, το ποιά πλευρά θα νικήσει τώρα, μπορεί κάλλιστα να καθοριστεί όχι τόσο από τις ενέργειες των ίδιων των υπερδυνάμεων, όσο από τις επιλογές των κρατών που βρίσκονται παγιδευμένα ανάμεσα σ' αυτές: Είναι εκείνα τα κράτη τα οποία ο Μαρκ Κάρνεϊ ονόμασε μεσαίες δυνάμεις, παρουσιάζοντας τις μάλλον ως μικρότερες από ό,τι πραγματικά είναι.
Ο Άξονας των Πετρελαιο-Κρατών είναι ένας αντιδραστικός συνασπισμός, καθοδηγούμενος κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ, ανεπίσημα και σιωπηρά, συμμαχούν με άλλα κράτη - μεγάλους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως η Ρωσία και οι μοναρχίες του Κόλπου, των οποίων τα οικονομικά μοντέλα και οι πολιτισμικές αφηγήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα ορυκτά καύσιμα. Γι' αυτούς τους ηγέτες, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι κάτι περισσότερο από εμπορεύματα. Είναι πειστήριο εθνικής ζωτικότητας και σθένους, καύσιμο για την αναζωπύρωση μιας συγκεκριμένου τύπου παραδοσιοκρατίας και πλεονέκτημα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να υπονομεύσουν την φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, την οποία όλοι αυτοί απεχθάνονται.
Αυτός είναι οικολογικός ψυχρός πόλεμος και διαφέρει από τον προκάτοχό του. Έχουν διαφορές τεράστιας σημασίας. Ο αυθεντικός Ψυχρός Πόλεμος ήταν ανταγωνισμός μεταξύ του φιλελεύθερου καπιταλισμού και του Σοβιετικού κομμουνισμού, δηλαδή μεταξύ δύο θεωριών για το πώς πρέπει να αναπτύσσονται οικονομικά και να οργανώνονται πολιτικά οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ο νέος ψυχρός πόλεμος είναι ανταγωνισμός μεταξύ αντίπαλων σχεδίων για τις μεταβολικές ανταλλαγές υλικών πόρων και ενέργειας του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με τον φυσικό κόσμο (competing metabolisms).
Από τη μία πλευρά είναι η Πράσινη Entente [«Συνεννόηση», βλ. «Entente Cordiale»]: Η Κίνα και ένας αναδυόμενος συνασπισμός ηλεκτρικών κρατών· αυτά τα κράτη στοιχηματίζουν το μέλλον της βιομηχανίας τους και της ευρύτερης οικονομίας τους σε ηλιακούς συλλέκτες, σε μπαταρίες και στις τεράστιες αλυσίδες εφοδιασμού με ορυκτά τα οποία χρειάζονται για τροφοδοτούνται όλα αυτά. Από την άλλη είναι ο Άξονας των Πετρελαιο-Κρατών: Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ, η Ρωσία και οι μοναρχίες του Κόλπου· όλοι αυτοί έχουν στοιχηματίσει την διατήρηση της ισχύος τους και την δημοσιονομική τους επιβίωση στην παράταση της εποχής των ορυκτών καυσίμων και στην χρήση της δικής τους αφθονίας ενεργειακών αγαθών προερχόμενων από ορυκτά καύσιμα, ως όπλου εναντίον εκείνων που θέλουν να βάλουν ένα τέρμα στην εποχή των ορυκτών καυσίμων.
Πίσω από αυτά, η ιδεολογία εξακολουθεί να έχει σημασία· αλλά διασχίζει εγκάρσια και τα δύο μπλοκ αντί να καθορίζει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα τους. Και όπως συνέβη στον αυθεντικό Ψυχρό Πόλεμο, το ποιά πλευρά θα νικήσει τώρα, μπορεί κάλλιστα να καθοριστεί όχι τόσο από τις ενέργειες των ίδιων των υπερδυνάμεων, όσο από τις επιλογές των κρατών που βρίσκονται παγιδευμένα ανάμεσα σ' αυτές: Είναι εκείνα τα κράτη τα οποία ο Μαρκ Κάρνεϊ ονόμασε μεσαίες δυνάμεις, παρουσιάζοντας τις μάλλον ως μικρότερες από ό,τι πραγματικά είναι.
Ο Άξονας των Πετρελαιο-Κρατών είναι ένας αντιδραστικός συνασπισμός, καθοδηγούμενος κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ, ανεπίσημα και σιωπηρά, συμμαχούν με άλλα κράτη - μεγάλους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως η Ρωσία και οι μοναρχίες του Κόλπου, των οποίων τα οικονομικά μοντέλα και οι πολιτισμικές αφηγήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα ορυκτά καύσιμα. Γι' αυτούς τους ηγέτες, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο είναι κάτι περισσότερο από εμπορεύματα. Είναι πειστήριο εθνικής ζωτικότητας και σθένους, καύσιμο για την αναζωπύρωση μιας συγκεκριμένου τύπου παραδοσιοκρατίας και πλεονέκτημα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να υπονομεύσουν την φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, την οποία όλοι αυτοί απεχθάνονται.
ΗΠΑ, ο Ηγεμόνας των Πετρελαιο-Κρατών
Με την επιστροφή του στο αξίωμα, ο Τραμπ αποφάσισε ουσιαστικά να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για ηγετική θέση στις πράσινες τεχνολογίες, καταργώντας τις επιδοτήσεις στις βιομηχανίες του μέλλοντος. Βεβαίως, αντί να παραδεχτεί ευθέως την ήττα του, ο Τραμπ προχώρησε σε ρητορική επίθεση· με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 απορρίπτει την κλιματική αλλαγή ως «καταστροφική» ιδεολογία και μιλά για εθνική «ενεργειακή κυριαρχία» ως αντίβαρο στον δειλό και αδύναμο (και συμβολικά φορτιζόμενο με θηλυπρεπές πρόσημο) πράσινο οικουμενισμό. Απηχώντας και αυτός παρόμοιες ανησυχίες για ζητήματα φύλου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν υποστηρίζει ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο μπορούν να χρηματοδοτήσουν την στόχευση της Ρωσίας να οικοδομήσει έναν μοναδικό, αυτάρκη Ορθόδοξο πολιτισμό, ο οποίος αντιστέκεται στην «Δυτική παρακμή». Και για τον Πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η αφθονία πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας υπόσχεται να μετατρέψει το Βασίλειο της ερήμου σε έναν παγκόσμιο κόμβο υψηλής τεχνολογίας, ενώ ταυτόχρονα θα παραμείνει υπό την ηγεσία των Ισλαμιστών. Συνοψίζοντας, παρόλο που διαφέρουν ως προς τον τύπο του καθεστώτος, αυτό που ενώνει και τους τρεις είναι ένα κοινό όραμα «ενεργειακής κυριαρχίας βασισμένης στα ορυκτά καύσιμα». Βλέποντας από τη σκοπιά αυτή, και οι τρεις αντιμετωπίζουν την πράσινη μετάβαση ως Δούρειο Ίππο στην υπηρεσία της φιλελεύθερης κοσμοαντίληψης, η οποία αναζητεί ρυθμίσεις και κανονιστικά πλαίσια οικουμενικής ισχύος και έτσι απειλεί τις δικές τους ιδιαίτερες μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας και την «ανδροκεντρική» εθνική ταυτότητα τους.
Για να διασφαλίσουν ότι η παγκόσμια ζήτηση για ορυκτά καύσιμα θα παραμείνει ισχυρή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα που τους παρέχουν τα μέχρι τώρα επικρατούντα και καθιερωμένα στον εφοδιασμό με ενεργειακά αγαθά. Σε αντίθεση με την Πράσινη Entente, η οποία πρέπει από την αρχή να κατασκευάσει μια εντελώς νέα υποδομή παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης ενέργειας, ο Άξονας των Πετρελαιοκρατών ως προς το ζήτημα των υποδομών «παίζει άμυνα», δηλαδή κατέχει θέση ευκολότερη και ευνοϊκότερη από στρατηγική άποψη. Χρησιμοποιούν το οικονομικό και στρατιωτικό τους βάρος για να προστατεύσουν τις υπάρχουσες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών καυσίμων: Ο Τραμπ, εν μέσω του πολέμου κατά του Ιράν, απειλεί να «καταλάβει» το Στενό του Ορμούζ μέσω του οποίου διέρχεται μεγάλο μέρος του πετρελαίου του Περσικού Κόλπου, και ενθαρρύνει τα αναπτυσσόμενα κράτη να «εγκλωβίσουν» το μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας τους με στροφή σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας αποκλειστικά μέσω καύσης άνθρακα ή φυσικού αερίου και με υποδομές μηχανών εσωτερικής καύσης.
Υπό τον Τραμπ, η U.S. International Development Finance Corp. [ένα είδος κρατικής «Αμερικανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας»], η οποία υπό τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν είχε περιορίσει την χρηματοδότηση έργων ορυκτών καυσίμων στο εξωτερικό, τώρα έχει ανακατευθύνει τον δανεισμό της προς υποδομές άνθρακα, φυσικού αερίου και πετρελαίου στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Έτσι, μαζί με την επιδοτούμενη εξαγωγή του εξοπλισμού, ουσιαστικά επιδοτούν και την εξαγωγή του δικού τους «εγκλωβισμένου» μοντέλου μεταβολικών ανταλλαγών υλικών πόρων και ενέργειας με τον φυσικό κόσμο (metabolic lock-in). Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, πράγμα που ανάγκασε τα ευρωπαϊκά κράτη να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές φυσικού αερίου, ο Τραμπ εκβίασε τους Ευρωπαίους συμμάχους να αγοράσουν περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) των ΗΠΑ ως προϋπόθεση για τη συνέχιση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ευρώπη. Αυτές οι συμβάσεις, οι οποίες συνήθως έχουν διάρκεια από 15 έως 20 χρόνια, δημιουργούν υποχρεώσεις τόσο δεσμευτικές όσο οποιαδήποτε επένδυση σε υποδομές. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες στοχεύουν να εγκαθιδρύσουν μακροπρόθεσμη εξάρτηση του μοντέλου μεταβολικών ροών υλικών πόρων και ενέργειας του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με τον φυσικό κόσμο (metabolic dependency).
Με την επιστροφή του στο αξίωμα, ο Τραμπ αποφάσισε ουσιαστικά να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για ηγετική θέση στις πράσινες τεχνολογίες, καταργώντας τις επιδοτήσεις στις βιομηχανίες του μέλλοντος. Βεβαίως, αντί να παραδεχτεί ευθέως την ήττα του, ο Τραμπ προχώρησε σε ρητορική επίθεση· με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 απορρίπτει την κλιματική αλλαγή ως «καταστροφική» ιδεολογία και μιλά για εθνική «ενεργειακή κυριαρχία» ως αντίβαρο στον δειλό και αδύναμο (και συμβολικά φορτιζόμενο με θηλυπρεπές πρόσημο) πράσινο οικουμενισμό. Απηχώντας και αυτός παρόμοιες ανησυχίες για ζητήματα φύλου, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν υποστηρίζει ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο μπορούν να χρηματοδοτήσουν την στόχευση της Ρωσίας να οικοδομήσει έναν μοναδικό, αυτάρκη Ορθόδοξο πολιτισμό, ο οποίος αντιστέκεται στην «Δυτική παρακμή». Και για τον Πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η αφθονία πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας υπόσχεται να μετατρέψει το Βασίλειο της ερήμου σε έναν παγκόσμιο κόμβο υψηλής τεχνολογίας, ενώ ταυτόχρονα θα παραμείνει υπό την ηγεσία των Ισλαμιστών. Συνοψίζοντας, παρόλο που διαφέρουν ως προς τον τύπο του καθεστώτος, αυτό που ενώνει και τους τρεις είναι ένα κοινό όραμα «ενεργειακής κυριαρχίας βασισμένης στα ορυκτά καύσιμα». Βλέποντας από τη σκοπιά αυτή, και οι τρεις αντιμετωπίζουν την πράσινη μετάβαση ως Δούρειο Ίππο στην υπηρεσία της φιλελεύθερης κοσμοαντίληψης, η οποία αναζητεί ρυθμίσεις και κανονιστικά πλαίσια οικουμενικής ισχύος και έτσι απειλεί τις δικές τους ιδιαίτερες μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας και την «ανδροκεντρική» εθνική ταυτότητα τους.
Για να διασφαλίσουν ότι η παγκόσμια ζήτηση για ορυκτά καύσιμα θα παραμείνει ισχυρή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα που τους παρέχουν τα μέχρι τώρα επικρατούντα και καθιερωμένα στον εφοδιασμό με ενεργειακά αγαθά. Σε αντίθεση με την Πράσινη Entente, η οποία πρέπει από την αρχή να κατασκευάσει μια εντελώς νέα υποδομή παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης ενέργειας, ο Άξονας των Πετρελαιοκρατών ως προς το ζήτημα των υποδομών «παίζει άμυνα», δηλαδή κατέχει θέση ευκολότερη και ευνοϊκότερη από στρατηγική άποψη. Χρησιμοποιούν το οικονομικό και στρατιωτικό τους βάρος για να προστατεύσουν τις υπάρχουσες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών καυσίμων: Ο Τραμπ, εν μέσω του πολέμου κατά του Ιράν, απειλεί να «καταλάβει» το Στενό του Ορμούζ μέσω του οποίου διέρχεται μεγάλο μέρος του πετρελαίου του Περσικού Κόλπου, και ενθαρρύνει τα αναπτυσσόμενα κράτη να «εγκλωβίσουν» το μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας τους με στροφή σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας αποκλειστικά μέσω καύσης άνθρακα ή φυσικού αερίου και με υποδομές μηχανών εσωτερικής καύσης.
Υπό τον Τραμπ, η U.S. International Development Finance Corp. [ένα είδος κρατικής «Αμερικανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας»], η οποία υπό τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν είχε περιορίσει την χρηματοδότηση έργων ορυκτών καυσίμων στο εξωτερικό, τώρα έχει ανακατευθύνει τον δανεισμό της προς υποδομές άνθρακα, φυσικού αερίου και πετρελαίου στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Έτσι, μαζί με την επιδοτούμενη εξαγωγή του εξοπλισμού, ουσιαστικά επιδοτούν και την εξαγωγή του δικού τους «εγκλωβισμένου» μοντέλου μεταβολικών ανταλλαγών υλικών πόρων και ενέργειας με τον φυσικό κόσμο (metabolic lock-in). Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, πράγμα που ανάγκασε τα ευρωπαϊκά κράτη να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές φυσικού αερίου, ο Τραμπ εκβίασε τους Ευρωπαίους συμμάχους να αγοράσουν περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) των ΗΠΑ ως προϋπόθεση για τη συνέχιση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ευρώπη. Αυτές οι συμβάσεις, οι οποίες συνήθως έχουν διάρκεια από 15 έως 20 χρόνια, δημιουργούν υποχρεώσεις τόσο δεσμευτικές όσο οποιαδήποτε επένδυση σε υποδομές. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες στοχεύουν να εγκαθιδρύσουν μακροπρόθεσμη εξάρτηση του μοντέλου μεταβολικών ροών υλικών πόρων και ενέργειας του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος με τον φυσικό κόσμο (metabolic dependency).
Σαουδική Αραβία, ο Ευέλικτος Προμηθευτής πετρελαίου: Θα «χρεωκοπήσει» τελευταίος
Εντός αυτού του μπλοκ, η Σαουδική Αραβία λειτουργεί ως ο ευέλικτος προμηθευτής (swing supplier) όχι μόνον μέσω του διπλωματικού βάρους της [στον Αραβικό και τον Μουσουλμανικό κόσμο] αλλά και μέσω των ψυχρών μαθηματικών στα γεωλογικά δεδομένα των εξορύξεων. Το μακροπρόθεσμο όραμα του Οίκου του Σαούντ για τον εαυτό του είναι να γίνει ο τελευταίος παραγωγός ορυκτών καυσίμων που θα παραμείνει όρθιος, ακόμη και την ώρα που θα έχει αλλάξει ο κόσμος. Το κόστος εξόρυξης πετρελαίου στον Κόλπο είναι το χαμηλότερο στον κόσμο. Σε πολύ λίγες πηγές ξεπερνά τα 10 δολάρια ανά βαρέλι, είναι δηλαδή πολύ χαμηλότερο από το κόστος των εξορύξεων με την μέθοδο της σχιστολιθικής ρηγμάτωσης (shale fracking) στις Ηνωμένες Πολιτείες (περίπου 62 δολάρια ανά βαρέλι σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ) ή στη Ρωσία (όπου η λειτουργία ενός πηγαδιού, στις πιο ακραία χαμηλού κόστους περιπτώσεις, κοστίζει 25 έως 40 δολάρια ανά βαρέλι). Αυτό σημαίνει ότι οι Σαουδάραβες μπορούν να επιβιώσουν ακόμη και από πολέμους τιμών, οι οποίοι θα οδηγούσαν τους συμμάχους τους σε χρεοκοπία. Έχοντας την ικανότητα να πλημμυρίζουν την αγορά με πετρέλαιο και να οδηγούν τις τιμές σε κατάρρευση, οι άνθρωποι του Ριάντ μπορούν ταυτόχρονα να τιμωρούν όσους υλοποιούν την ενεργειακή μετάβαση και να διασφαλίζουν ότι τα ορυκτά καύσιμα θα παραμένουν η πιο εύκολη οδός για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Εντός αυτού του μπλοκ, η Σαουδική Αραβία λειτουργεί ως ο ευέλικτος προμηθευτής (swing supplier) όχι μόνον μέσω του διπλωματικού βάρους της [στον Αραβικό και τον Μουσουλμανικό κόσμο] αλλά και μέσω των ψυχρών μαθηματικών στα γεωλογικά δεδομένα των εξορύξεων. Το μακροπρόθεσμο όραμα του Οίκου του Σαούντ για τον εαυτό του είναι να γίνει ο τελευταίος παραγωγός ορυκτών καυσίμων που θα παραμείνει όρθιος, ακόμη και την ώρα που θα έχει αλλάξει ο κόσμος. Το κόστος εξόρυξης πετρελαίου στον Κόλπο είναι το χαμηλότερο στον κόσμο. Σε πολύ λίγες πηγές ξεπερνά τα 10 δολάρια ανά βαρέλι, είναι δηλαδή πολύ χαμηλότερο από το κόστος των εξορύξεων με την μέθοδο της σχιστολιθικής ρηγμάτωσης (shale fracking) στις Ηνωμένες Πολιτείες (περίπου 62 δολάρια ανά βαρέλι σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ) ή στη Ρωσία (όπου η λειτουργία ενός πηγαδιού, στις πιο ακραία χαμηλού κόστους περιπτώσεις, κοστίζει 25 έως 40 δολάρια ανά βαρέλι). Αυτό σημαίνει ότι οι Σαουδάραβες μπορούν να επιβιώσουν ακόμη και από πολέμους τιμών, οι οποίοι θα οδηγούσαν τους συμμάχους τους σε χρεοκοπία. Έχοντας την ικανότητα να πλημμυρίζουν την αγορά με πετρέλαιο και να οδηγούν τις τιμές σε κατάρρευση, οι άνθρωποι του Ριάντ μπορούν ταυτόχρονα να τιμωρούν όσους υλοποιούν την ενεργειακή μετάβαση και να διασφαλίζουν ότι τα ορυκτά καύσιμα θα παραμένουν η πιο εύκολη οδός για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Αυτές οι διαφορές υπογραμμίζουν ότι, όπως και η συμμαχία Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο στη δεκαετία του 1930, αυτή η νέα συμμαχία πετρελαϊκών κρατών είναι γάμος ευκαιρίας και όχι ένα μονολιθικό μπλοκ. Ενώ η Μόσχα, το Ριάντ και η Ουάσινγκτον ευθυγραμμίζονται στην επιθυμία να διατηρήσουν την παγκόσμια κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και να διαδίδουν παραπληροφόρηση για ό,τι αφορά την κλιματική αλλαγή προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους είναι επίσης ανταγωνιστές μεταξύ τους για τις τιμές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Πολλές γεωπολιτικές διαφορές εξακολουθούν να τις χωρίζουν: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία εξακολουθούν να έχουν διαμάχες για την Ουκρανία, ενώ η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία εξακολουθούν να υποστηρίζουν διαφορετικές πλευρές σε περιφερειακούς πολέμους, από το Ιράν μέχρι το Σουδάν και την Συρία.
Κίνα, απολυταρχικός Ηγεμόνας της αναδυόμενης εφοδιαστικής και μεταποιητικής αλυσίδας αξίας
Απέναντι στα πετρελαϊκά κράτη θα είναι η Πράσινη Entente, υπό την κυριαρχία της Κίνας. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι νέοι εταίροι τους οπισθοδρομούν σε παρωχημένα καύσιμα, το Πεκίνο λαμβάνει θέση για να κυριαρχήσει στο αναδυόμενο ενεργειακό σύστημα μετά τον άνθρακα.
Εκκινώντας από μια φιλοδοξία να διασφαλίσει με μέσα τεχνοκρατικά την νομιμοποίηση του καθεστώτος και να κερδίσει τις βιομηχανίες του μέλλοντος, η Κίνα κυριαρχεί σε κάθε κρίκο της πράσινης βιομηχανικής αλυσίδας αξίας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Κίνα ελέγχει περισσότερο από το 90 % της παγκόσμιας επεξεργασίας σπάνιων γαιών και το 94 % της παραγωγής μόνιμων μαγνητών ([αποτελούνται από υλικά που παράγουν δικό τους μαγνητικό πεδίο χωρίς να απαιτείται εξωτερική πηγή ενέργειας] και είναι απαραίτητοι για κινητήρες ηλεκτρικών οχημάτων και ανεμογεννήτριες). Το μερίδιό της Κίνας στην κατασκευή φωτοβολταϊκών ηλιακών συλλεκτών υπερβαίνει το 80 %. Παράγει περισσότερο από 70 % όλων των μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων και παράγει πάνω από το 70 % των ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως. Τα εννέα δέκατα της μεγέθυνσης των επενδύσεων της Κίνας το 2025 αφορούσαν τον τομέα της πράσινης ενέργειας. Επίσης, έχει αποσυνδέσει αυτήν την μεγέθυνση από το πώς θα εξελιχθεί η ζήτηση στις χώρες της Δύσης: Περίπου το 47 % των εξαγωγών πράσινης τεχνολογίας της Κίνας ρέει πλέον προς τις αναδυόμενες αγορές, πράγμα που καθιστά την Κίνα τον απαραίτητο εταίρο για χώρες σε όλο τον Παγκόσμιο Νότο, από την Αφρική έως τη Λατινική Αμερική. Εν ολίγοις, αξιοποιώντας τον απολυταρχικού τύπου αναπτυξιακό προσανατολισμό του κράτους της, σε λιγότερο διάστημα από μια γενιά, η Κίνα, η οποία είχε ήδη γίνει ο μεγαλύτερος περιβαλλοντικός ρυπαντής στον κόσμο, κατάφερε να μετατραπεί σε ηγεμόνα της πράσινης τεχνολογίας.
Οι φίλα προσκείμενοι της Πράσινης Entente, συχνά θεωρούν τον οικολογικό εκσυγχρονισμό επιτακτική ανάγκη για να συνεχίσει ο πλανήτης να είναι κατοικήσιμος. Όμως αυτό το θέμα δεν αφορά μόνον την πολιτική φροντίδα για το περιβάλλον. Οι πράσινες τεχνολογίες διαθέτουν θεμελιώδη θερμοδυναμικά πλεονεκτήματα έναντι των ορυκτών καυσίμων, τα οποία υφίστανται δαπανηρές ενεργειακές απώλειες στις φάσεις της εξόρυξης, της διύλισης και της μεταφοράς. Για τις περισσότερες επίγειες χρήσεις, τα ηλεκτρικά οχήματα, καθώς είναι απλούστερα στην κατασκευή και στην συντήρηση, είναι ήδη γι΄ αυτόν τον λόγο λειτουργικά ανώτερα από τα οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Ομοίως, το οριακό κόστος παραγωγής πράσινης ενέργειας είναι ήδη φθηνότερο από αυτό των ορυκτών καυσίμων, ακόμη και αν αγνοήσουμε τις περιβαλλοντικές εξωτερικότητες [το οικονομικό κόστος των προκαλούμενων ζημιών στο περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν λαμβάνεται υπόψη στους ισολογισμούς κόστους-οφέλους συμβατικού τύπου]. Ακόμη και οι σκεπτικιστές για το πόσο πιθανή είναι μια ταχεία πράσινη μετάβαση, όπως ο Βάτσλαβ Σμιλ (Vaclav Smil), παραδέχονται ότι η πράσινη τεχνολογία είναι νικηφόρα στην παραγωγή και στην μεταφορά ενέργειας.
Απέναντι στα πετρελαϊκά κράτη θα είναι η Πράσινη Entente, υπό την κυριαρχία της Κίνας. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι νέοι εταίροι τους οπισθοδρομούν σε παρωχημένα καύσιμα, το Πεκίνο λαμβάνει θέση για να κυριαρχήσει στο αναδυόμενο ενεργειακό σύστημα μετά τον άνθρακα.
Εκκινώντας από μια φιλοδοξία να διασφαλίσει με μέσα τεχνοκρατικά την νομιμοποίηση του καθεστώτος και να κερδίσει τις βιομηχανίες του μέλλοντος, η Κίνα κυριαρχεί σε κάθε κρίκο της πράσινης βιομηχανικής αλυσίδας αξίας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Κίνα ελέγχει περισσότερο από το 90 % της παγκόσμιας επεξεργασίας σπάνιων γαιών και το 94 % της παραγωγής μόνιμων μαγνητών ([αποτελούνται από υλικά που παράγουν δικό τους μαγνητικό πεδίο χωρίς να απαιτείται εξωτερική πηγή ενέργειας] και είναι απαραίτητοι για κινητήρες ηλεκτρικών οχημάτων και ανεμογεννήτριες). Το μερίδιό της Κίνας στην κατασκευή φωτοβολταϊκών ηλιακών συλλεκτών υπερβαίνει το 80 %. Παράγει περισσότερο από 70 % όλων των μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων και παράγει πάνω από το 70 % των ηλεκτρικών οχημάτων παγκοσμίως. Τα εννέα δέκατα της μεγέθυνσης των επενδύσεων της Κίνας το 2025 αφορούσαν τον τομέα της πράσινης ενέργειας. Επίσης, έχει αποσυνδέσει αυτήν την μεγέθυνση από το πώς θα εξελιχθεί η ζήτηση στις χώρες της Δύσης: Περίπου το 47 % των εξαγωγών πράσινης τεχνολογίας της Κίνας ρέει πλέον προς τις αναδυόμενες αγορές, πράγμα που καθιστά την Κίνα τον απαραίτητο εταίρο για χώρες σε όλο τον Παγκόσμιο Νότο, από την Αφρική έως τη Λατινική Αμερική. Εν ολίγοις, αξιοποιώντας τον απολυταρχικού τύπου αναπτυξιακό προσανατολισμό του κράτους της, σε λιγότερο διάστημα από μια γενιά, η Κίνα, η οποία είχε ήδη γίνει ο μεγαλύτερος περιβαλλοντικός ρυπαντής στον κόσμο, κατάφερε να μετατραπεί σε ηγεμόνα της πράσινης τεχνολογίας.
Οι φίλα προσκείμενοι της Πράσινης Entente, συχνά θεωρούν τον οικολογικό εκσυγχρονισμό επιτακτική ανάγκη για να συνεχίσει ο πλανήτης να είναι κατοικήσιμος. Όμως αυτό το θέμα δεν αφορά μόνον την πολιτική φροντίδα για το περιβάλλον. Οι πράσινες τεχνολογίες διαθέτουν θεμελιώδη θερμοδυναμικά πλεονεκτήματα έναντι των ορυκτών καυσίμων, τα οποία υφίστανται δαπανηρές ενεργειακές απώλειες στις φάσεις της εξόρυξης, της διύλισης και της μεταφοράς. Για τις περισσότερες επίγειες χρήσεις, τα ηλεκτρικά οχήματα, καθώς είναι απλούστερα στην κατασκευή και στην συντήρηση, είναι ήδη γι΄ αυτόν τον λόγο λειτουργικά ανώτερα από τα οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Ομοίως, το οριακό κόστος παραγωγής πράσινης ενέργειας είναι ήδη φθηνότερο από αυτό των ορυκτών καυσίμων, ακόμη και αν αγνοήσουμε τις περιβαλλοντικές εξωτερικότητες [το οικονομικό κόστος των προκαλούμενων ζημιών στο περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν λαμβάνεται υπόψη στους ισολογισμούς κόστους-οφέλους συμβατικού τύπου]. Ακόμη και οι σκεπτικιστές για το πόσο πιθανή είναι μια ταχεία πράσινη μετάβαση, όπως ο Βάτσλαβ Σμιλ (Vaclav Smil), παραδέχονται ότι η πράσινη τεχνολογία είναι νικηφόρα στην παραγωγή και στην μεταφορά ενέργειας.
Ευρώπη, Ινδία, Ιαπωνία, Αφρική, Νότια Αμερική και λοιποί: Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει υποστεί δεινά εξαιτίας της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο και τώρα αντιμετωπίζει μια παράλληλη εξάρτηση από τις εχθρικές προς αυτήν Ηνωμένες Πολιτείες (οι οποίες τυχαίνει επίσης να έχουν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες σταθμευμένους σε ευρωπαϊκό έδαφος), έχει ισχυρό στρατηγικό κίνητρο να ενταχθεί στην Πράσινη Entente. Η λογική πίσω από αυτή την στοίχιση είναι πραγματιστική: η Ευρώπη παρέχει εύπορες αγορές, ενώ η Κίνα παρέχει την βιομηχανική δύναμη. Το ίδιο ισχύει και για χώρες όπως η Ινδία και η Ιαπωνία, αντίστοιχα την τέταρτη και την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, οι οποίες βασίζονται σε εισαγωγές για το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που χρειάζονται.
Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι η ένταξη σ' αυτό το μπλοκ δεν είναι απλή εμπορική συμφωνία. Ουσιαστικά σημαίνει είσοδο σε ένα ιεραρχικό σύστημα με επικεφαλής το Πεκίνο. Δεδομένου ότι η Κίνα έχει εξασφαλίσει ένα τεράστιο (ίσως και ανυπέρβλητο) προβάδισμα τόσο στην παραγωγή πράσινης ενέργειας όσο και στα συστήματα μεταφορών, κάθε χώρα που επιδιώκει να «πρασινίσει» το οικονομικό της μοντέλο είναι κατ΄ουσίαν αναγκασμένη να υιοθετήσει κινεζικό εξοπλισμό και κινεζικά standards. Yπ' αυτό το πρίσμα, η Πράσινη Entente θα μπορούσε να καταλήξει σ΄ αυτό που οι Joel Wainwright και Geoff Mann ονομάζουν ανάδυση ενός «Κλιματικού Λεβιάθαν»: Δηλαδή να αρχίσει να σχηματίζεται ένα παγκόσμιο σύστημα, στο οποίο η κλιματική κρίση θα χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για μια νέα μορφή δεσπόζουσας θέσης στην διακυβέρνηση και στον έλεγχο, στην οποία αυτό που μετράει και αναγνωρίζεται θα είναι η τεχνολογική εξάρτηση. Και θα εμπεριέχει τον κίνδυνο πολιτικού εκβιασμού από ένα καθεστώς, το οποίο, πέραν της τεχνολογικής υπεροχής, είναι επίσης βαθιά ανελεύθερο και εθνικιστικό, το καθεστώς του Πεκίνου.
Η μετάβαση από την φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων στον νέο οικολογικό - ιδεολογικό ψυχρό πόλεμο, επιβάλλει στις χώρες που βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στα δύο μπλοκ να κάνουν έναν στυγνό στρατηγικό υπολογισμό. Αυτές που ο Κάρνεϊ ονόμασε μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή μια ποικιλόμορφη ομάδα χωρών η οποία αρχίζει από καθιερωμένα πλούσια έθνη όπως είναι ο Καναδάς, η Γαλλία και η Ιαπωνία, και φθάνει έως αναδυόμενους γίγαντες όπως είναι η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία, αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα διπλού δεσμού με δύο ανελεύθερους πόλους (illiberal double bind): Έχουν να επιλέξουν είτε την εξάρτηση από ένα μπλοκ στρατιωτικά επιθετικών πετρελαϊκών κρατών, το προτιμώμενο τεχνολογικό «πακέτο» του οποίου σχεδόν εξασφαλίζει την πλανητική οικολογική καταστροφή, είτε να υποκλιθούν στον εκκολαπτόμενο Λεβιάθαν του Πεκίνου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει υποστεί δεινά εξαιτίας της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο και τώρα αντιμετωπίζει μια παράλληλη εξάρτηση από τις εχθρικές προς αυτήν Ηνωμένες Πολιτείες (οι οποίες τυχαίνει επίσης να έχουν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες σταθμευμένους σε ευρωπαϊκό έδαφος), έχει ισχυρό στρατηγικό κίνητρο να ενταχθεί στην Πράσινη Entente. Η λογική πίσω από αυτή την στοίχιση είναι πραγματιστική: η Ευρώπη παρέχει εύπορες αγορές, ενώ η Κίνα παρέχει την βιομηχανική δύναμη. Το ίδιο ισχύει και για χώρες όπως η Ινδία και η Ιαπωνία, αντίστοιχα την τέταρτη και την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, οι οποίες βασίζονται σε εισαγωγές για το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που χρειάζονται.
Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι η ένταξη σ' αυτό το μπλοκ δεν είναι απλή εμπορική συμφωνία. Ουσιαστικά σημαίνει είσοδο σε ένα ιεραρχικό σύστημα με επικεφαλής το Πεκίνο. Δεδομένου ότι η Κίνα έχει εξασφαλίσει ένα τεράστιο (ίσως και ανυπέρβλητο) προβάδισμα τόσο στην παραγωγή πράσινης ενέργειας όσο και στα συστήματα μεταφορών, κάθε χώρα που επιδιώκει να «πρασινίσει» το οικονομικό της μοντέλο είναι κατ΄ουσίαν αναγκασμένη να υιοθετήσει κινεζικό εξοπλισμό και κινεζικά standards. Yπ' αυτό το πρίσμα, η Πράσινη Entente θα μπορούσε να καταλήξει σ΄ αυτό που οι Joel Wainwright και Geoff Mann ονομάζουν ανάδυση ενός «Κλιματικού Λεβιάθαν»: Δηλαδή να αρχίσει να σχηματίζεται ένα παγκόσμιο σύστημα, στο οποίο η κλιματική κρίση θα χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για μια νέα μορφή δεσπόζουσας θέσης στην διακυβέρνηση και στον έλεγχο, στην οποία αυτό που μετράει και αναγνωρίζεται θα είναι η τεχνολογική εξάρτηση. Και θα εμπεριέχει τον κίνδυνο πολιτικού εκβιασμού από ένα καθεστώς, το οποίο, πέραν της τεχνολογικής υπεροχής, είναι επίσης βαθιά ανελεύθερο και εθνικιστικό, το καθεστώς του Πεκίνου.
Η μετάβαση από την φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων στον νέο οικολογικό - ιδεολογικό ψυχρό πόλεμο, επιβάλλει στις χώρες που βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στα δύο μπλοκ να κάνουν έναν στυγνό στρατηγικό υπολογισμό. Αυτές που ο Κάρνεϊ ονόμασε μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή μια ποικιλόμορφη ομάδα χωρών η οποία αρχίζει από καθιερωμένα πλούσια έθνη όπως είναι ο Καναδάς, η Γαλλία και η Ιαπωνία, και φθάνει έως αναδυόμενους γίγαντες όπως είναι η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία, αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα διπλού δεσμού με δύο ανελεύθερους πόλους (illiberal double bind): Έχουν να επιλέξουν είτε την εξάρτηση από ένα μπλοκ στρατιωτικά επιθετικών πετρελαϊκών κρατών, το προτιμώμενο τεχνολογικό «πακέτο» του οποίου σχεδόν εξασφαλίζει την πλανητική οικολογική καταστροφή, είτε να υποκλιθούν στον εκκολαπτόμενο Λεβιάθαν του Πεκίνου.
Ο εγκλωβισμός σε συστήματα υποδομών και ενέργειας που εκμηδενίζουν την ανεξαρτησία
Αν ο αυθεντικός Ψυχρός Πόλεμος ήταν σε μεγάλο βαθμό ανταγωνισμός δύο ανταγωνιστικών μοντέλων οικονομικής ανάπτυξης για να κερδηθούν οι «καρδιές και τα πνεύματα» του μετααποικιακού κόσμου, τούτη η νέα εποχή θα είναι ανταγωνισμός για τις «μεταβολικές ψυχές» (metabolic souls) των μεσαίων δυνάμεων, δηλαδή για το ποιές θα είναι οι βάσεις των υποδομών και της ενέργειας, πάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί το μέλλον τους. Και σε αντίθεση με την ιδεολογική δέσμευση [η οποία εύκολα μπορεί να αλλάξει], η ενεργειακή υποδομή είναι αδρανής, έχει μακρά διάρκεια ζωής, δύσκολα αλλάζει κατεύθυνση. Από τη στιγμή που μια χώρα χτίσει το ενεργειακό δίκτυο της με βάση το φυσικό αέριο, γεμίσει τους δρόμους της με αυτοκίνητα κινητήρων εσωτερικής καύσης και συνδέσει τη βιομηχανική της βάση με πετροχημικές εισροές, η αντιστροφή αυτής της πορείας γίνεται εξαιρετικά ακριβή. Το ίδιο ισχύει αν μια χώρα επιλέξει την οδό του ηλεκτρικού κράτους. Αυτό, οι ηγέτες και των δύο μπλοκ το ξέρουν καλά και το μετατρέπουν σε όπλο τόσο οι μεν όσο και οι δε.
Ο Άξονας των Πετρελαιοκρατών θα αξιοποιήσει την ενέργεια ως πλεονέκτημα και μοχλό πίεσης προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Εντός των δικών τους χωρών, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι παραγωγοί του Περσικού Κόλπου θα χρησιμοποιούν τα φθηνά, εύκολα διαθέσιμα ορυκτά καύσιμα ως εργαλεία πελατειακής πολιτικής. Στις αναπτυσσόμενες χώρες θα προσφέρουν γρήγορη και προσιτή πρόσβαση σε ενέργεια, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο εγκλωβισμό αυτών των χωρών σε δικής τους τεχνολογίας συστήματα υποδομών. Η Σαουδική Αραβία μπορεί κατά βούληση να κατακλύζει τις παγκόσμιες αγορές με πετρέλαιο, να ρίχνει τις τιμές του στα τάρταρα όταν οι πράσινες εναλλακτικές λύσεις γίνουν ανταγωνιστικές ως προς το κόστος, και έτσι να υπονομεύει τα επενδυτικά σχέδια εξηλεκτρισμού σε οικονομίες ευαίσθητες στις τιμές.
Στις εξωτερικές σχέσεις, τα πετρελαιοκράτη θα χρησιμοποιούν την ενέργεια ως εργαλείο εκβιασμού εναντίον της Πράσινης Entente. Θα απειλούν να διακόψουν τον εφοδιασμό, να χειραγωγήσουν τις τιμές ή να αποσταθεροποιήσουν όσες οικονομίες μετάβασης εξαρτώνται πολύ από τα ορυκτά καύσιμα και δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τη μετάβασή τους προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται από το LNG, ιδίως μετά από τη ρήξη της με τη Ρωσία, εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ευάλωτη σ' αυτό το είδος πίεσης.
Εν τω μεταξύ, και η Πράσινη Entente θα εκμεταλλεύεται εξίσου εσκεμμένα για δικό της όφελος την κυριαρχία της στον τομέα του τεχολογικού εξοπλισμού καθαρής ενέργειας. Ο έλεγχος των ηλιακών συλλεκτών, των μπαταριών ιόντων λιθίου, των αλυσίδων εφοδιασμού για παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων και της επεξεργασίας των σπάνιων γαιών, προσφέρει στα χέρια του Πεκίνου έναν ασφυκτικό έλεγχο στις υποδομές όλων των χωρών που επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν τον ενεργειακό μεταβολισμό τους. Το πλεονέκτημα της Κίνας εδώ, αφορά λιγότερο την ραγδαία πτώση των τιμών και περισσότερο τα πρότυπα, τις συμβατότητες και την εξάρτηση. Όταν μια χώρα οικοδομεί το ηλεκτρικό δίκτυό της με κινεζικούς inverters [αντιστροφείς: ηλεκτρονικά κυκλώματα τα οποία μετατρέπουν σε εναλλασσόμενη τάση δικτύου την συνεχή τάση ηλεκτρικού ρεύματος που παράγουν τα φωτοβολταϊκά ηλιακά συστήματα, την τάση που επανεισάγουν στο δίκτυο τα συστήματα αποθήκευσης κτλ], όταν γεμίζει τους δρόμους της με κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και ότον δρομολογεί τα ενεργειακά της δεδομένα με την βοήθεια κινεζικών ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης, τότε έχει ουσιαστικά ενταχθεί στην Entente, είτε σκοπίμως είτε όχι.
Αν και τα φερέφωνα του Κινεζικού καθεστώτος το αρνούνται, η Κίνα θα χρησιμοποιήσει επίσης ως διπλωματικό νόμισμα την πρόσβαση σε Κινεζικά χρηματοδοτικά εργαλεία πράσινης τεχνολογίας και τις μεταφορές τεχνογνωσίας. Θα ανταμείβει την στοίχιση και θα αρνείται την συνεργασία σε εκείνους που στρέφονται πολύ φανερά προς τον Άξονα των Πετρελαιοκρατών. Επιπλέον, για χώρες όπως η Γερμανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, το να εγκαταλείψουν την σκέπη της αμερικανικής πετρελαιο-ηγεμονίας, ανταλλάσσοντας την με μια κινεζική ηλεκτρο-ηγεμονία, όχι μόνον έρχεται σε αντίθεση με τις μακροχρόνιες ιδεολογικές και ηθικές δεσμεύσεις για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά επίσης απειλεί να εξασθενίσει τις ήδη κλονιζόμενες βιομηχανικές βάσεις αυτών των χωρών.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις είναι εάν η πραγματική ανεξαρτησία παραμένει κάτι το εφικτό, ή εάν η φυσική των ενεργειακών υποδομών στο τέλος θα τους επιβάλει μια εξαναγκασμένη επιλογή. Η ανάγκη διαλειτουργικότητας των ενεργειακών δικτύων, τα συστήματα χρηματοοικονομικού συμψηφισμού και εκκαθάρισης, τα δίκτυα εξυπηρέτησης και συντήρησης τεχνολογικών εξοπλισμών και η εμβάθυνση των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όλα αυτά θα δώσουν κίνητρα και θα παροτρύνουν για δέσμευση προς την μία ή προς την άλλη κατεύθυνση. Η εντεινόμενη γεωπολιτική πίεση θα αυξήσει το κόστος του να πατάς σε δύο βάρκες, όμως θα δώσει σε τέτοιες μεσαίες δυνάμεις και αυξημένα κίνητρα για να δημιουργήσουν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των δύο μπλοκ.
Ας το αποκαλέσουμε ένα νέο κίνημα αδεσμεύτων.
Αν ο αυθεντικός Ψυχρός Πόλεμος ήταν σε μεγάλο βαθμό ανταγωνισμός δύο ανταγωνιστικών μοντέλων οικονομικής ανάπτυξης για να κερδηθούν οι «καρδιές και τα πνεύματα» του μετααποικιακού κόσμου, τούτη η νέα εποχή θα είναι ανταγωνισμός για τις «μεταβολικές ψυχές» (metabolic souls) των μεσαίων δυνάμεων, δηλαδή για το ποιές θα είναι οι βάσεις των υποδομών και της ενέργειας, πάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί το μέλλον τους. Και σε αντίθεση με την ιδεολογική δέσμευση [η οποία εύκολα μπορεί να αλλάξει], η ενεργειακή υποδομή είναι αδρανής, έχει μακρά διάρκεια ζωής, δύσκολα αλλάζει κατεύθυνση. Από τη στιγμή που μια χώρα χτίσει το ενεργειακό δίκτυο της με βάση το φυσικό αέριο, γεμίσει τους δρόμους της με αυτοκίνητα κινητήρων εσωτερικής καύσης και συνδέσει τη βιομηχανική της βάση με πετροχημικές εισροές, η αντιστροφή αυτής της πορείας γίνεται εξαιρετικά ακριβή. Το ίδιο ισχύει αν μια χώρα επιλέξει την οδό του ηλεκτρικού κράτους. Αυτό, οι ηγέτες και των δύο μπλοκ το ξέρουν καλά και το μετατρέπουν σε όπλο τόσο οι μεν όσο και οι δε.
Ο Άξονας των Πετρελαιοκρατών θα αξιοποιήσει την ενέργεια ως πλεονέκτημα και μοχλό πίεσης προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Εντός των δικών τους χωρών, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι παραγωγοί του Περσικού Κόλπου θα χρησιμοποιούν τα φθηνά, εύκολα διαθέσιμα ορυκτά καύσιμα ως εργαλεία πελατειακής πολιτικής. Στις αναπτυσσόμενες χώρες θα προσφέρουν γρήγορη και προσιτή πρόσβαση σε ενέργεια, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο εγκλωβισμό αυτών των χωρών σε δικής τους τεχνολογίας συστήματα υποδομών. Η Σαουδική Αραβία μπορεί κατά βούληση να κατακλύζει τις παγκόσμιες αγορές με πετρέλαιο, να ρίχνει τις τιμές του στα τάρταρα όταν οι πράσινες εναλλακτικές λύσεις γίνουν ανταγωνιστικές ως προς το κόστος, και έτσι να υπονομεύει τα επενδυτικά σχέδια εξηλεκτρισμού σε οικονομίες ευαίσθητες στις τιμές.
Στις εξωτερικές σχέσεις, τα πετρελαιοκράτη θα χρησιμοποιούν την ενέργεια ως εργαλείο εκβιασμού εναντίον της Πράσινης Entente. Θα απειλούν να διακόψουν τον εφοδιασμό, να χειραγωγήσουν τις τιμές ή να αποσταθεροποιήσουν όσες οικονομίες μετάβασης εξαρτώνται πολύ από τα ορυκτά καύσιμα και δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τη μετάβασή τους προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται από το LNG, ιδίως μετά από τη ρήξη της με τη Ρωσία, εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά ευάλωτη σ' αυτό το είδος πίεσης.
Εν τω μεταξύ, και η Πράσινη Entente θα εκμεταλλεύεται εξίσου εσκεμμένα για δικό της όφελος την κυριαρχία της στον τομέα του τεχολογικού εξοπλισμού καθαρής ενέργειας. Ο έλεγχος των ηλιακών συλλεκτών, των μπαταριών ιόντων λιθίου, των αλυσίδων εφοδιασμού για παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων και της επεξεργασίας των σπάνιων γαιών, προσφέρει στα χέρια του Πεκίνου έναν ασφυκτικό έλεγχο στις υποδομές όλων των χωρών που επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν τον ενεργειακό μεταβολισμό τους. Το πλεονέκτημα της Κίνας εδώ, αφορά λιγότερο την ραγδαία πτώση των τιμών και περισσότερο τα πρότυπα, τις συμβατότητες και την εξάρτηση. Όταν μια χώρα οικοδομεί το ηλεκτρικό δίκτυό της με κινεζικούς inverters [αντιστροφείς: ηλεκτρονικά κυκλώματα τα οποία μετατρέπουν σε εναλλασσόμενη τάση δικτύου την συνεχή τάση ηλεκτρικού ρεύματος που παράγουν τα φωτοβολταϊκά ηλιακά συστήματα, την τάση που επανεισάγουν στο δίκτυο τα συστήματα αποθήκευσης κτλ], όταν γεμίζει τους δρόμους της με κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και ότον δρομολογεί τα ενεργειακά της δεδομένα με την βοήθεια κινεζικών ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης, τότε έχει ουσιαστικά ενταχθεί στην Entente, είτε σκοπίμως είτε όχι.
Αν και τα φερέφωνα του Κινεζικού καθεστώτος το αρνούνται, η Κίνα θα χρησιμοποιήσει επίσης ως διπλωματικό νόμισμα την πρόσβαση σε Κινεζικά χρηματοδοτικά εργαλεία πράσινης τεχνολογίας και τις μεταφορές τεχνογνωσίας. Θα ανταμείβει την στοίχιση και θα αρνείται την συνεργασία σε εκείνους που στρέφονται πολύ φανερά προς τον Άξονα των Πετρελαιοκρατών. Επιπλέον, για χώρες όπως η Γερμανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, το να εγκαταλείψουν την σκέπη της αμερικανικής πετρελαιο-ηγεμονίας, ανταλλάσσοντας την με μια κινεζική ηλεκτρο-ηγεμονία, όχι μόνον έρχεται σε αντίθεση με τις μακροχρόνιες ιδεολογικές και ηθικές δεσμεύσεις για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά επίσης απειλεί να εξασθενίσει τις ήδη κλονιζόμενες βιομηχανικές βάσεις αυτών των χωρών.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις είναι εάν η πραγματική ανεξαρτησία παραμένει κάτι το εφικτό, ή εάν η φυσική των ενεργειακών υποδομών στο τέλος θα τους επιβάλει μια εξαναγκασμένη επιλογή. Η ανάγκη διαλειτουργικότητας των ενεργειακών δικτύων, τα συστήματα χρηματοοικονομικού συμψηφισμού και εκκαθάρισης, τα δίκτυα εξυπηρέτησης και συντήρησης τεχνολογικών εξοπλισμών και η εμβάθυνση των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όλα αυτά θα δώσουν κίνητρα και θα παροτρύνουν για δέσμευση προς την μία ή προς την άλλη κατεύθυνση. Η εντεινόμενη γεωπολιτική πίεση θα αυξήσει το κόστος του να πατάς σε δύο βάρκες, όμως θα δώσει σε τέτοιες μεσαίες δυνάμεις και αυξημένα κίνητρα για να δημιουργήσουν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των δύο μπλοκ.
Ας το αποκαλέσουμε ένα νέο κίνημα αδεσμεύτων.
«Νέο κίνημα αδεσμεύτων» στην πολιτική για τις υποδομές και πρώτες ύλες - Πολυμερείς διευθετήσεις
Το πρωτότυπο Κίνημα των Αδέσμευτων (NAM) γεννήθηκε στην Αφρο-Ασιατική Διάσκεψη του Μπαντούνγκ της Ινδονησίας το 1955 και ιδρύθηκε επίσημα στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας το 1961. Ηγέτες του ήταν ένα θρυλικό κουιντέτο: ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ της Αιγύπτου, ο Κουάμε Νκρούμα της Γκάνας, ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού της Ινδίας, ο Σουκάρνο της Ινδονησίας και ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο της Γιουγκοσλαβίας. Αυτοί οι ηγέτες αναζήτησαν μια «μέση οδό» για τα κράτη που μόλις είχαν ξεφύγει από τα δεσμά της αποικιοκρατίας και αρνούνταν να στρατολογηθούν στην διπολική παράνοια του Ψυχρού Πολέμου.
Κύριος στόχος του NAM ήταν η προώθηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των μετααποικιακών κρατών ως εναλλακτική λύση στην οικονομική εξάρτηση είτε από τη Σοβιετική Ένωση είτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αποστολή τους ήταν τόσο «ψυχολογική» όσο και πολιτική: Ήταν ένα αίτημα για αξιοπρέπεια, αυτοδιάθεση και γι΄ αυτό που ο Julius Nyerere της Τανζανίας ονόμαζε «θετική ουδετερότητα», δηλαδή κάτι που θα απέτρεπε να γίνουν οι επικράτειες τους ένα απλό θέατρο πολέμων δι' αντιπροσώπων των υπερδυνάμεων.
Ενώ εκείνο το παλιό Κίνημα των Αδέσμευτων είχε ως στόχο την διατήρηση της ιδεολογικής και οικονομικής αυτονομίας, την λήψη αποστάσεων από τον διπολισμό Αμερικανών - Σοβιετικών στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η νέα ομαδοποίηση θα αφορά κυρίως την επιδίωξη αδέσμευτης πολιτικής στο πεδίο των υποδομών. Σε αντίθεση με εκείνο το Κίνημα των Αδέσμευτων, το οποίο ηγεμονεύονταν από φτωχά μετααποικιακά κράτη, οι σημερινές μεσαίες δυνάμεις διαθέτουν σημαντικές διπλωματικές, στρατιωτικές και οικονομικές ικανότητες. Έχουν αρκετές δυνάμεις και πόρους, πολιτικούς και υλικούς, για να διαμορφώσουν πολυμερείς διπλωματικές διευθετήσεις και συμφωνίες, με τις οποίες μπορούν να παρακάμψουν παραδοσιακούς, παρακμάζοντες θεσμούς όπως είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τα Ηνωμένα Έθνη ή ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Μια συμφωνία για την πράσινη ενέργεια και για το εμπόριο μεταξύ Χιλής, Νέας Ζηλανδίας και Σιγκαπούρης ή μια σύμπραξη μεταξύ των χωρών - παραγωγών ορυκτών Βραζιλίας και Ινδίας, δεν απαιτεί την ευλογία μιας μεγάλης δύναμης και δεν οφείλει να λογοδοτεί σε κανέναν ηγεμονικό διαιτητή.
Η υλική ιδιαιτερότητα της μετάβασης παρέχει επίσης σε ορισμένες μεσαίες δυνάμεις πλεονεκτήματα ιδιαίτερης μορφής, τα οποία δεν υπήρχαν στην εποχή του πρώτου Ψυχρού Πολέμου. Επειδή το πρότυπο του Ηλεκτρικού Κράτους χρειάζεται τεράστιες ποσότητες κρίσιμων ορυκτών (λίθιο, κοβάλτιο, σπάνιες γαίες και λοιπά), χώρες πλούσιες σ' αυτές τις πρώτες ύλες έχουν γίνει «πολύφερνες νύφες» με κρίσιμο στρατηγικό εκτόπισμα. Κράτη όπως η Βραζιλία, η Ινδονησία και το Καζακστάν, τα οποία είναι όλα πλούσια τόσο σε υδρογονάνθρακες, όσο και σε ορυκτά σχετικά με την πράσινη τεχνολογία, επιζητούν επιτυχώς πολιτικές πολλαπλής ευθυγράμμισης για να προσελκύσουν επενδύσεις και από τα δύο μπλοκ, και φέρνουν έτσι το Πεκίνο αντιμέτωπο με την Ουάσινγκτον και αντιστρόφως, για να μεγιστοποιήσουν την εθνική τους αυτονομία.
Οι στρατηγικές τις οποίες υιοθετούν οι μεσαίες δυνάμεις, σε σχέση με έναν άλλο τομέα της γεωστρατηγικής αντιπαλότητας ΗΠΑ-Κίνας, δηλαδή την τεχνητή νοημοσύνη και άλλες μορφές πληροφορικής τεχνολογίας, παρέχουν μια ένδειξη για το τί μορφής μπορεί να είναι μια αδέσμευτη πολιτική μη ευθυγράμμισης στο πεδίο των υποδομών. Αντί να αποδεχτούν ένα έτοιμο «πακέτο» από την μια ή την άλλη υπερδύναμη, πολλές μεσαίες δυνάμεις αναζητούν έναν τρίτο δρόμο. Το Βιετνάμ, λόγου χάρη, αναπτύσσει δικές του υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, αντί να δεσμευτεί αποκλειστικά σε αμερικανικό ή κινεζικό υλικό. Στην Αφρική, επιχειρηματίες επιδίδονται σε «αλγοριθμικές συρραφές» («algorithmic suturing»), συνδυάζοντας κινεζικό μηχανικό υλικό με δυτικό λογισμικό για να δημιουργήσουν τοπικές λύσεις, τις οποίες καμία υπερδύναμη δεν θα ελέγχει πλήρως. Η Ινδία, επίσης, αναπτύσσει το δικό της μοντέλο «κυριαρχίας» στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το πρωτότυπο Κίνημα των Αδέσμευτων (NAM) γεννήθηκε στην Αφρο-Ασιατική Διάσκεψη του Μπαντούνγκ της Ινδονησίας το 1955 και ιδρύθηκε επίσημα στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας το 1961. Ηγέτες του ήταν ένα θρυλικό κουιντέτο: ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ της Αιγύπτου, ο Κουάμε Νκρούμα της Γκάνας, ο Τζαβαχαρλάλ Νεχρού της Ινδίας, ο Σουκάρνο της Ινδονησίας και ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο της Γιουγκοσλαβίας. Αυτοί οι ηγέτες αναζήτησαν μια «μέση οδό» για τα κράτη που μόλις είχαν ξεφύγει από τα δεσμά της αποικιοκρατίας και αρνούνταν να στρατολογηθούν στην διπολική παράνοια του Ψυχρού Πολέμου.
Κύριος στόχος του NAM ήταν η προώθηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των μετααποικιακών κρατών ως εναλλακτική λύση στην οικονομική εξάρτηση είτε από τη Σοβιετική Ένωση είτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αποστολή τους ήταν τόσο «ψυχολογική» όσο και πολιτική: Ήταν ένα αίτημα για αξιοπρέπεια, αυτοδιάθεση και γι΄ αυτό που ο Julius Nyerere της Τανζανίας ονόμαζε «θετική ουδετερότητα», δηλαδή κάτι που θα απέτρεπε να γίνουν οι επικράτειες τους ένα απλό θέατρο πολέμων δι' αντιπροσώπων των υπερδυνάμεων.
Ενώ εκείνο το παλιό Κίνημα των Αδέσμευτων είχε ως στόχο την διατήρηση της ιδεολογικής και οικονομικής αυτονομίας, την λήψη αποστάσεων από τον διπολισμό Αμερικανών - Σοβιετικών στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η νέα ομαδοποίηση θα αφορά κυρίως την επιδίωξη αδέσμευτης πολιτικής στο πεδίο των υποδομών. Σε αντίθεση με εκείνο το Κίνημα των Αδέσμευτων, το οποίο ηγεμονεύονταν από φτωχά μετααποικιακά κράτη, οι σημερινές μεσαίες δυνάμεις διαθέτουν σημαντικές διπλωματικές, στρατιωτικές και οικονομικές ικανότητες. Έχουν αρκετές δυνάμεις και πόρους, πολιτικούς και υλικούς, για να διαμορφώσουν πολυμερείς διπλωματικές διευθετήσεις και συμφωνίες, με τις οποίες μπορούν να παρακάμψουν παραδοσιακούς, παρακμάζοντες θεσμούς όπως είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τα Ηνωμένα Έθνη ή ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Μια συμφωνία για την πράσινη ενέργεια και για το εμπόριο μεταξύ Χιλής, Νέας Ζηλανδίας και Σιγκαπούρης ή μια σύμπραξη μεταξύ των χωρών - παραγωγών ορυκτών Βραζιλίας και Ινδίας, δεν απαιτεί την ευλογία μιας μεγάλης δύναμης και δεν οφείλει να λογοδοτεί σε κανέναν ηγεμονικό διαιτητή.
Η υλική ιδιαιτερότητα της μετάβασης παρέχει επίσης σε ορισμένες μεσαίες δυνάμεις πλεονεκτήματα ιδιαίτερης μορφής, τα οποία δεν υπήρχαν στην εποχή του πρώτου Ψυχρού Πολέμου. Επειδή το πρότυπο του Ηλεκτρικού Κράτους χρειάζεται τεράστιες ποσότητες κρίσιμων ορυκτών (λίθιο, κοβάλτιο, σπάνιες γαίες και λοιπά), χώρες πλούσιες σ' αυτές τις πρώτες ύλες έχουν γίνει «πολύφερνες νύφες» με κρίσιμο στρατηγικό εκτόπισμα. Κράτη όπως η Βραζιλία, η Ινδονησία και το Καζακστάν, τα οποία είναι όλα πλούσια τόσο σε υδρογονάνθρακες, όσο και σε ορυκτά σχετικά με την πράσινη τεχνολογία, επιζητούν επιτυχώς πολιτικές πολλαπλής ευθυγράμμισης για να προσελκύσουν επενδύσεις και από τα δύο μπλοκ, και φέρνουν έτσι το Πεκίνο αντιμέτωπο με την Ουάσινγκτον και αντιστρόφως, για να μεγιστοποιήσουν την εθνική τους αυτονομία.
Οι στρατηγικές τις οποίες υιοθετούν οι μεσαίες δυνάμεις, σε σχέση με έναν άλλο τομέα της γεωστρατηγικής αντιπαλότητας ΗΠΑ-Κίνας, δηλαδή την τεχνητή νοημοσύνη και άλλες μορφές πληροφορικής τεχνολογίας, παρέχουν μια ένδειξη για το τί μορφής μπορεί να είναι μια αδέσμευτη πολιτική μη ευθυγράμμισης στο πεδίο των υποδομών. Αντί να αποδεχτούν ένα έτοιμο «πακέτο» από την μια ή την άλλη υπερδύναμη, πολλές μεσαίες δυνάμεις αναζητούν έναν τρίτο δρόμο. Το Βιετνάμ, λόγου χάρη, αναπτύσσει δικές του υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, αντί να δεσμευτεί αποκλειστικά σε αμερικανικό ή κινεζικό υλικό. Στην Αφρική, επιχειρηματίες επιδίδονται σε «αλγοριθμικές συρραφές» («algorithmic suturing»), συνδυάζοντας κινεζικό μηχανικό υλικό με δυτικό λογισμικό για να δημιουργήσουν τοπικές λύσεις, τις οποίες καμία υπερδύναμη δεν θα ελέγχει πλήρως. Η Ινδία, επίσης, αναπτύσσει το δικό της μοντέλο «κυριαρχίας» στην τεχνητή νοημοσύνη.
Πέρα από τις υλικές ιδιαιτερότητες των υποδομών, αυτό που κάνει αυτό το νέο σύστημα μη δέσμευσης δομικά διαφορετικό από το προκάτοχό του δεν είναι μόνον οι μεγαλύτερες δυνατότητες των μερών που το αποτελούν, αλλά και η συλλογική προθυμία τους να αντιμετωπίζουν τους πολυμερείς διεθνείς θεσμούς ως εργαλεία και όχι με σεβασμό και δέος. Ενώ το παλιό Κίνημα των Αδέσμευτων λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό μέσω του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, ασκώντας πιέσεις, υποβάλλοντας αιτήματα και υιοθετώντας ψηφίσματα σε φόρουμ τα οποία ελέγχονταν σε τελευταία ανάλυση από τις μεγάλες δυνάμεις, οι σημερινές μεσαίες δυνάμεις οικοδομούν παράλληλες αρχιτεκτονικές. Η επέκταση των BRICS, το αυξανόμενο διπλωματικό βάρος του Συνδέσμου Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας και ο πολλαπλασιασμός των περιφερειακών αναπτυξιακών τραπεζών αντανακλούν όλα μια κοινή αίσθηση: Γίνεται κατανοητό ότι (1) η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων η βασισμένη σε κανόνες, σχεδιάστηκε υπό συγκεκριμένη αρχιτεκτονική διεθνών δυνάμεων και συσχετισμών ισχύος, με στόχο την εξυπηρέτηση τους· και (2) ότι εκείνη η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική συσχετισμών ισχύος δεν υπάρχει πια.
Αυτά τα κράτη δεν επιδιώκουν να ανατρέψουν το σύστημα, αλλά κυρίως να το παρακάμψουν κινούμενα πλαγίως, δημιουργώντας διμερείς συμφωνίες ισοτιμίας και ανταλλαγής νομισμάτων, περιφερειακές συμβάσεις εφοδιαστικής αλυσίδας και συμφωνίες ανταλλαγής τεχνολογίας, με τις οποίες μειώνουν την έκθεσή τους στην επιρροή οποιασδήποτε μεμονωμένης υπερδύναμης. Κατά πάσα πιθανότητα, το νέο κίνημα δεν θα διαθέτει επίσημη γραμματεία ή ιδρυτικό καταστατικό. Η συνοχή του θα προκύψει όχι από ιδεολογική αλληλεγγύη αλλά από το κοινό πραγματιστικό ενδιαφέρον και συμφέρον για διατήρηση της προαιρετικότητας.
Αυτά τα κράτη δεν επιδιώκουν να ανατρέψουν το σύστημα, αλλά κυρίως να το παρακάμψουν κινούμενα πλαγίως, δημιουργώντας διμερείς συμφωνίες ισοτιμίας και ανταλλαγής νομισμάτων, περιφερειακές συμβάσεις εφοδιαστικής αλυσίδας και συμφωνίες ανταλλαγής τεχνολογίας, με τις οποίες μειώνουν την έκθεσή τους στην επιρροή οποιασδήποτε μεμονωμένης υπερδύναμης. Κατά πάσα πιθανότητα, το νέο κίνημα δεν θα διαθέτει επίσημη γραμματεία ή ιδρυτικό καταστατικό. Η συνοχή του θα προκύψει όχι από ιδεολογική αλληλεγγύη αλλά από το κοινό πραγματιστικό ενδιαφέρον και συμφέρον για διατήρηση της προαιρετικότητας.
Ωστόσο, όπως συνέβαινε και στο παλιό Κίνημα των Αδέσμευτων, οι μεσαίες δυνάμεις έχουν να αντιμετωπίσουν και αυτές βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις. Είναι διχασμένες μεταξύ τους αφενός σε χώρες - παραγωγούς πετρελαίου, οι οποίες επωφελούνται από τις υψηλές τιμές και αφετέρου σε χώρες της μεταβατικής φάσης, οι οποίες επιθυμούν απεγνωσμένα την ενεργειακή ασφάλεια. Αυτή η γραμμή ρήξης μπορεί να αποδειχθεί η μεγαλύτερη τρωτότητα του νέου κινήματος. Το παλιό Κίνημα των Αδέσμευτων διασπάστηκε επανειλημμένα· και η διαχωριστική γραμμή σχηματίζονταν και τότε ακριβώς από τέτοια είδη διαφορετικών υλικών συμφερόντων: Π.χ. μεταξύ εξαγωγέων βασικών εμπορεύσιμων πρώτων υλών και οικονομιών μεταποίησης, μεταξύ κρατών τα οποία αναζητούσαν ξένες επενδύσεις και εκείνων που επεδίωκαν την υποκατάσταση των εισαγωγών με εγχώρια παραγωγή. Στην σημερινή αρχιτεκτονική αυττού του συνόλου υπάρχουν εγγενώς ανάλογες εντάσεις.
Μια Αγκόλα ή μια Νιγηρία, των οποίων τα κρατικά έσοδα εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, έχει θεμελιωδώς διαφορετικά κίνητρα από ένα Μπαγκλαντές ή μια Κένυα, των οποίων οι αναπτυξιακές πορείες εξαρτώνται από την προσιτή, αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια και των οποίων οι πληθυσμοί είναι έντονα εκτεθειμένοι στην κλιματική αναστάτωση. Οι πρώτες έχουν κάθε κίνητρο να ευθυγραμμιστούν σιωπηλά με το μπλοκ των πετρελαϊκών κρατών, με στόχο να παραταθεί η εποχή των ορυκτών καυσίμων, η οποία εγγυάται την δημοσιονομική τους επιβίωση. Η δεύτερη χρειάζεται την τεχνολογία του μπλοκ των ηλεκτρικών κρατών και την χρηματοδότηση από αυτά, έστω και αν δυσανασχετεί με την εξάρτηση που τις συνοδεύει.
Αυτές δεν είναι διαφωνίες οι οποίες μπορούν να καμουφλαριστούν με διπλωματικά ανακοινωθέντα. Αντανακλούν γνήσια υλικά συμφέροντα ασύμβατα μεταξύ τους και κάθε νέος συνασπισμός των αδεσμεύτων θα είναι αναγκασμένος να τα διαχειρίζεται διαρκώς ή να κινδυνεύσει να πέσει σε κατάσταση έλλειψης εσωτερικής συνοχής, όμοιας με ό,τι προκάλεσε τελικά την καταστροφή του παλιού Κινήματος των Αδεσμεύτων. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι ένα κατακερματισμένο τοπίο συνασπισμών, συγκροτούμενων ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα ζητήματα: Κράτη που συνασπίζονται είτε γύρω από κοινά συμφέροντα για την τιμολόγηση των ορυκτών, είτε για την χρηματοδότηση της κλιματικής πολιτικής, είτε για την πρόσβαση σε τεχνολογίες, αλλά χωρίς ποτέ να ενοποιηθούν πλήρως σε έναν συνεκτικό τρίτο πόλο.
Μια Αγκόλα ή μια Νιγηρία, των οποίων τα κρατικά έσοδα εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, έχει θεμελιωδώς διαφορετικά κίνητρα από ένα Μπαγκλαντές ή μια Κένυα, των οποίων οι αναπτυξιακές πορείες εξαρτώνται από την προσιτή, αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια και των οποίων οι πληθυσμοί είναι έντονα εκτεθειμένοι στην κλιματική αναστάτωση. Οι πρώτες έχουν κάθε κίνητρο να ευθυγραμμιστούν σιωπηλά με το μπλοκ των πετρελαϊκών κρατών, με στόχο να παραταθεί η εποχή των ορυκτών καυσίμων, η οποία εγγυάται την δημοσιονομική τους επιβίωση. Η δεύτερη χρειάζεται την τεχνολογία του μπλοκ των ηλεκτρικών κρατών και την χρηματοδότηση από αυτά, έστω και αν δυσανασχετεί με την εξάρτηση που τις συνοδεύει.
Αυτές δεν είναι διαφωνίες οι οποίες μπορούν να καμουφλαριστούν με διπλωματικά ανακοινωθέντα. Αντανακλούν γνήσια υλικά συμφέροντα ασύμβατα μεταξύ τους και κάθε νέος συνασπισμός των αδεσμεύτων θα είναι αναγκασμένος να τα διαχειρίζεται διαρκώς ή να κινδυνεύσει να πέσει σε κατάσταση έλλειψης εσωτερικής συνοχής, όμοιας με ό,τι προκάλεσε τελικά την καταστροφή του παλιού Κινήματος των Αδεσμεύτων. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι ένα κατακερματισμένο τοπίο συνασπισμών, συγκροτούμενων ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα ζητήματα: Κράτη που συνασπίζονται είτε γύρω από κοινά συμφέροντα για την τιμολόγηση των ορυκτών, είτε για την χρηματοδότηση της κλιματικής πολιτικής, είτε για την πρόσβαση σε τεχνολογίες, αλλά χωρίς ποτέ να ενοποιηθούν πλήρως σε έναν συνεκτικό τρίτο πόλο.
![]() |
| © Metabolic Institute, Amsterdam |
Η ένταξη σε μια Πράσινη Entente οδηγούμενη από την Κίνα προσφέρει κάτι τυπικά πιο προοδευτικό: Ένα μοντέλο μετά-τον-άνθρακα, το οποίο «βλέπει προς τα εμπρός» και λαμβάνει σοβαρά υπόψη τους φυσικούς περιορισμούς ενός πλανήτη που θερμαίνεται. Αλλά και αυτό ρίχνει μια σκοτεινή σκιά: Την πιθανότητα να υποταγεί η εθνική μεταβολική κυριαρχία σε μια αρχιτεκτονική εφοδιαστικής αλυσίδας με επίκεντρο το Πεκίνο, με αποτέλεσμα να ανταλλαγεί μια μορφή εξάρτησης με μιαν άλλη. Είναι η στιγμή της στρατηγικής απόφασης μπροστά σε μια άβυσσο: Ευθυγράμμιση είτε με το επιθετικό, παρακμιακό παρελθόν, είτε με το γεμάτο ικανότητα νεο-ολοκληρωτικό μέλλον.
Αυτό που κάνει τούτη την στιγμή ιστορικά ιδιαίτερη είναι ότι η επιλογή δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική. Ο αρχικός Ψυχρός Πόλεμος ήταν, στον πυρήνα του, ένας ανταγωνισμός μεταξύ ανταγωνιστικών θεωριών για το πώς πρέπει να οργανώνονται οι ανθρώπινες κοινωνίες: Δημοκρατία εναντίον κομμουνισμού, αγορές εναντίον σχεδιασμού, ατομική ελευθερία εναντίον συντονισμένης εκ των άνω συλλογικής δράσης. Ο νέος ψυχρός πόλεμος διαπερνά εγκάρσια όλες αυτές τις κατηγορίες. Συνυπάρχουν αρμονικά στο ίδιο μπλοκ των πετρελαιοκρατών απολυταρχικά κράτη με κατ΄ όνομα δημοκρατικά. Ο πράσινος απολυταρχισμός της Κίνας και ο κλιματικός φιλελευθερισμός της Ευρώπης ανταγωνίζονται εντός της ίδιας δυνητικής Entente. Οργανωτικός άξονας δεν είναι η πολιτική φιλοσοφία αλλά ο φυσικός μεταβολισμός: Ποιος ελέγχει την ενέργεια, τα ορυκτά και την τεχνολογία στα οποία βασίζεται η νεωτερικότητα.
Γι' αυτό τον λόγο, το νέο κίνημα των αδέσμευτων, αν συναθροιστεί και αποκτήσει συνοχή, θα έχει όψη πολύ διαφορετική από του προκατόχου του. Δεν θα εμπνέεται από την αλληλεγγύη της εποχής του Μπαντούνγκ ή από την ιδεολογία του Τρίτου Κόσμου, αλλά από τον ψυχρό πραγματισμό των πολυμερών κρατικών συνενώσεων οι οποίες θα στοχεύουν σε από κοινού προμήθειες ορυκτών ή σε συρραφές τεχνολογιών (technological suturing). Το κορυφαίο κεφάλαιο του είναι η ίδια η υλική υπόσταση της μετάβασης: Τώρα, κεφάλαια όπως π.χ. το λίθιο κάτω από τις αλυκές της Αργεντινής, το project νικελίου-κοβαλτίου στο Kalgoorlie της Αυστραλίας ή οι σπάνιες γαίες σε όλη την Ινδονησία και στο Καζακστάν, δίνουν στις μεσαίες δυνάμεις πλεονεκτήματα ενός είδους που δεν είχε ποτέ το μεταποικιακό Κίνημα των Αδεσμεύτων. Όπως διαπίστωσε εκείνο το Κίνημα με τρόπο οδυνηρό, και το πλήρωσε με την διάλυση, το πιο επικίνδυνο τρωτό σημαίο είναι τα εσωτερικά σχίσματα: Η αγεφύρωτη ένταση μεταξύ αφενός των παραγωγών πετρελαίου, των οποίων η δημοσιονομική επιβίωση εξαρτάται από την παράταση της εποχής των ορυκτών καυσίμων, και αφετέρου των χωρών της μετάβασης, των οποίων το αναπτυξιακό μέλλον εξαρτάται από τον τερματισμό της.
Ο επικήδειος λόγος του Κάρνεϊ για την παλιά τάξη πραγμάτων στο Νταβός δεν ήταν θρήνος. Ήταν μια παραδοχή ότι η βασισμένη σε κανόνες φιλελεύθερη διεθνής τάξη πραγμάτων, αυτή η ευχάριστη μυθοπλασία η πλασμένη με νομικούς κανόνες και θεσμική ευλάβεια, έχει ήδη γίνει καπνός και στάχτη· και ήταν μια παραδοχή ότι το ερώτημα δεν είναι πια πώς να την αποκαταστήσουμε, αλλά πώς να επιβιώσουμε από την απουσία της. Οι μεσαίες δυνάμεις είναι το χωνευτήρι στο οποίο θα σφυρηλατηθεί η απάντηση. Η επιτυχία τους εξαρτάται από το αν μπορούν να μετατρέψουν τον ορυκτό πλούτο, το δημογραφικό βάρος τους και την διπλωματική ικανότητα την οποία με τόσο κόπο απέκτησαν, σε μια γνήσια τρίτη τροχιά στο διεθνές στερέωμα. Σε μια τροχιά η οποία θα αρνείται τόσο την πλανητική οικολογική αυτοκτονία μέσω του πελατειακού συστήματος του Άξονα των Πετρελαιοκρατών, όσο και μια εξάρτηση ως προς τις υποδομές εντός της Πράσινης Entente.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο έντυπο Τεύχος Άνοιξης 2026, Foreign Policy.
Ο Nils Gilman, ιστορικός του τεχνικού πολιτισμού και των κοινωνικών συστημάτων, διετέλεσε αναπληρωτής πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ, καθώς επίσης
διευθυντής έρευνας και σχεδιασμού σεναρίων για το μέλλον στο Monitor Group, στο
GBN και σε εταιρείες λογισμικού επιχειρήσεων,
συμπεριλαμβανομένης της Salesforce.
Είναι Ανώτερος Σύμβουλος (Senior Advisor) του Ινστιτούτου Berggruen, ανεξάρτητης δεξαμενής σκέψης και παγκοσμίου δικτύου (ίδρυση 2010), με
έδρα το Λος Άντζελες και κέντρα στο Πεκίνο και Βενετία. Σκοπός του
Ινστιτούτου είναι η διαμόρφωση νέων ιδεών σ΄ έναν κόσμο που αλλάζει και πολιτικών,
οικονομικών και κοινωνικών θεσμών για τον 21ο Αιώνα. Επίσης ο Nils Gilman είναι αρχισυντάκτης του οργάνου του Ινστιτούτου Berggruen Press και αναπληρωτής αρχισυντάκτης του Noema Magazine το οποίο εκδίδεται από το Ινστιτούτο.
Στα βιβλία του Gilman περιλαμβάνονται το Mandarins of the Future: Modernization Theory in Cold War America (ιστορική ανάλυση, 2004), το Deviant Globalization: Black Market Economy in the 21st Century (2011) και Children of a Modest Star: Planetary Thinking for an Age of Crises (2024).
Για άλλες δημοσιεύσεις και εισηγήσεις σε συνέδρια του Gilman, βλ. Ινστιτούτου Berggruen
Για άλλες δημοσιεύσεις και εισηγήσεις σε συνέδρια του Gilman, βλ. Ινστιτούτου Berggruen
Μαζί με τη Rosa Brooks ήταν συνιδρυτής του Transition Integrity Project. Ήταν επίσης μέλος του Quincy Institute for Responsible Statecraft.
Nils Gilman: Ο επερχόμενος οικολογικός ψυχρός πόλεμος
Ο Νιλς Τζίλμαν στα πλαίσια του 10ου Φόρουμ των Δελφών (πέρισυ, 9 έως τις 12 Απριλίου 2025): «Το ΝΑΤΟ είναι νεκρό γράμμα, είναι ανόητο οι Ευρωπαίοι να στηρίζονται σ' αυτό»













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου