Nils Gilman, The Coming Ecological Cold War - Decarbonization isn’t just about technology and markets, it’s a geopolitical revolution, Foreign Policy Magazine, 1.9.2025, αποθηκευμένο και εδώ
Η απαλλαγή από την καύση άνθρακα δεν αφορά μόνο την τεχνολογία και τις αγορές. Είναι μια γεωπολιτική επανάσταση, αναδιαμορφώνει τις παγκόσμιες στοιχίσεις, αναδιατάσσει συμμαχίες. Οδηγεί ενδεχομένως και σε έναν νέο τύπο ψυχρού πολέμου, με αντιπάλους που συγκρούονται για το ποιά θα είναι η βάση των ενεργειακών ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση. Αυτή η σύγκρουση αφορά «ανταγωνιστικά οράματα και αφηγήσεις για την νεωτερικότητα· αφορά το τι χρειάζεται να κάνουμε για να την εκσυγχρονίσουμε, ώστε να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει».
Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency, IEA), δημοσίευσε μια ιστορική έκθεση με τίτλο “Net Zero by 2050: A Roadmap for the Global Energy Sector” («Ισοζήγιο ή ισορροπία μεταξύ των εκπομπών άνθρακα στην ατμόσφαιρα και ποσοτήτων άνθρακα που δεσμεύονται από τα φυτά, τους ωκεανούς ή αλλιώς έως το 2050: Ένας Χάρτης Πορείας για τον Ενεργειακό Τομέα Παγκοσμίως»), η οποία πρότεινε ένα τεχνικό στρατηγικό σχέδιο για την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια σε παγκόσμια κλίμακα έως τα μέσα του αιώνα μας. Η έκθεση εστίασε στις οικονομικές και τεχνολογικές διαστάσεις αυτής της ενεργειακής μετάβασης. Ήταν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, η οποία αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά.
Ωστόσο, η έκθεση αυτή φαίνονται επίσης έντονα τα ελαττώματα της τεχνοκρατικής αντίληψης, από την οποία διέπεται. Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: Αγνοήθηκαν τα ευρύτερα διακυβεύματα της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης. Αυτό το σφάλμα απαιτεί επειγόντως διόρθωση. Η ατζέντα της απαλλαγής από τον άνθρακα δεν αφορά απλώς την αναδιάταξη των αγορών ή αλλαγές στις πολιτικές για την βιομηχανία, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί το χωνευτήρι και την δοκιμασία μέσω της οποίας θα προκύψει μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων.
Είναι πιθανό ότι η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει το επίκεντρο ενός νέου οικολογικού-ιδεολογικού ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες στοιχίσεις και θα πυροδοτήσει μια υπαρξιακού χαρακτήρα αντίσταση του ancien régime (παλαιού καθεστώτος), το οποίο στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Ο κεντρικός άξονας αυτής της γεωπολιτικής πάλης δεν θα είναι η πάλη του 20ού Αιώνα μεταξύ φιλελευθερισμού και απολυταρχισμού, αλλά μια σύγκρουση για το ποια θα είναι η βάση του μεταβολισμού, δηλαδή των ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση.
Στο σενάριο του μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών άνθρακα του IEA διατυπώνεται μια ριζοσπαστική επιταγή: Εάν θέλουμε να περιορίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη σε +2 βαθμούς Κελσίου (3,6 βαθμοί Φαρενάιτ), δηλαδή στον στόχο που τέθηκε και συμφωνήθηκε πριν από μια δεκαετία στη Συμφωνία του Παρισιού, τότε το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα πρέπει, μέχρι τα μέσα του 21ου Αιώνα, να υποστεί έναν μετασχηματισμό στο συνολικό φάσμα των χρήσεων ενέργειας. Αυτό το όριο των +2 βαθμών Κελσίου προσδιορίστηκε από τους επιστήμονες του κλίματος, τους οικονομολόγους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ως το σημείο καμπής, με την υπέρβαση του οποίου αυξάνεται απότομα ο κίνδυνος επικίνδυνων και μη αναστρέψιμων κλιματικών επιπτώσεων, όπως είναι η κατάρρευση των πολικών στρωμάτων πάγου, η ακραία ζέστη, η επισιτιστική ανασφάλεια και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
Κέντρο αυτού του μετασχηματισμού είναι η μετάβαση της κάθε είδους τροφοδοσίας με ενέργεια όλων των δραστηριοτήτων, σε τροφοδοσία με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα λαμβάνεται κυρίως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι το 2050, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερδιπλασιαστεί, με το 90 % αυτής να προέρχεται από πηγές μηδενικών εκπομπών άνθρακα, εκ των οποίων σχεδόν 70 % αποκλειστικά από ηλιακή και αιολική ενέργεια. Αυτό σημαίνει την κατασκευή κάθε μέρα επί μια δεκαετία, του ενεργειακού ισοδύναμου του μεγαλύτερου ηλιακού πάρκου που υπάρχει σήμερα στον κόσμο.
Ο τομέας των μεταφορών πρέπει να αλλάξει εξίσου δραματικά. Τα ηλεκτρικά οχήματα πρέπει να αυξηθούν από το 20 % των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων το 2024 σε περισσότερο από 60 % έως το 2030, με τις πωλήσεις όλων των νέων κινητήρων καύσης να σταματήσουν έως το 2035. Ο βιομηχανικός τομέας, ένας μέγιστος παράγοντας εκπομπών άνθρακα, πρέπει να αναδιαμορφωθεί με μείωση των εκπομπών κατά 95 % έως το 2050, τώρα μάλιστα που η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει δραματικά την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια. Επίσης και τα κτίρια θα χρειαστούν μετασχηματισμό. Μέχρι το 2050, πάνω από το 85 % των κτιρίων πρέπει να είναι «συμβατά με το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα», πράγμα που σημαίνει ότι το ήμισυ του παγκόσμιου κτιριακού αποθέματος πρέπει να έχει ανακαινιστεί ώστε να πληροί τα νέα πρότυπα.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η επιτακτική ανάγκη μιας κατευθυνόμενης μείωσης των ορυκτών καυσίμων. Όχι εκμετάλλευση νέων πεδίων εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όχι νέα ορυχεία άνθρακα. Η κατανάλωση άνθρακα πρέπει να μειωθεί κατά 90 %, του πετρελαίου κατά 75 % και του φυσικού αερίου κατά περισσότερο από 50 %.
Ένας μετασχηματισμός αυτής της κλίμακας και εύρους θα είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με μια πιθανή εξαίρεση κρίσιμης σημασίας: Η εξαίρεση είναι αυτό που έχει επιτύχει στην οικονομία της η Κίνα τον τελευταίο μισό αιώνα.
Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency, IEA), δημοσίευσε μια ιστορική έκθεση με τίτλο “Net Zero by 2050: A Roadmap for the Global Energy Sector” («Ισοζήγιο ή ισορροπία μεταξύ των εκπομπών άνθρακα στην ατμόσφαιρα και ποσοτήτων άνθρακα που δεσμεύονται από τα φυτά, τους ωκεανούς ή αλλιώς έως το 2050: Ένας Χάρτης Πορείας για τον Ενεργειακό Τομέα Παγκοσμίως»), η οποία πρότεινε ένα τεχνικό στρατηγικό σχέδιο για την μετάβαση στην πράσινη ενέργεια σε παγκόσμια κλίμακα έως τα μέσα του αιώνα μας. Η έκθεση εστίασε στις οικονομικές και τεχνολογικές διαστάσεις αυτής της ενεργειακής μετάβασης. Ήταν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, η οποία αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά.
Ωστόσο, η έκθεση αυτή φαίνονται επίσης έντονα τα ελαττώματα της τεχνοκρατικής αντίληψης, από την οποία διέπεται. Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: Αγνοήθηκαν τα ευρύτερα διακυβεύματα της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης. Αυτό το σφάλμα απαιτεί επειγόντως διόρθωση. Η ατζέντα της απαλλαγής από τον άνθρακα δεν αφορά απλώς την αναδιάταξη των αγορών ή αλλαγές στις πολιτικές για την βιομηχανία, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί το χωνευτήρι και την δοκιμασία μέσω της οποίας θα προκύψει μια νέα γεωπολιτική τάξη πραγμάτων.
Είναι πιθανό ότι η ενεργειακή μετάβαση θα γίνει το επίκεντρο ενός νέου οικολογικού-ιδεολογικού ψυχρού πολέμου, ο οποίος θα αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες στοιχίσεις και θα πυροδοτήσει μια υπαρξιακού χαρακτήρα αντίσταση του ancien régime (παλαιού καθεστώτος), το οποίο στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Ο κεντρικός άξονας αυτής της γεωπολιτικής πάλης δεν θα είναι η πάλη του 20ού Αιώνα μεταξύ φιλελευθερισμού και απολυταρχισμού, αλλά μια σύγκρουση για το ποια θα είναι η βάση του μεταβολισμού, δηλαδή των ανταλλαγών της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας με την φύση.
Στο σενάριο του μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών άνθρακα του IEA διατυπώνεται μια ριζοσπαστική επιταγή: Εάν θέλουμε να περιορίσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη σε +2 βαθμούς Κελσίου (3,6 βαθμοί Φαρενάιτ), δηλαδή στον στόχο που τέθηκε και συμφωνήθηκε πριν από μια δεκαετία στη Συμφωνία του Παρισιού, τότε το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα πρέπει, μέχρι τα μέσα του 21ου Αιώνα, να υποστεί έναν μετασχηματισμό στο συνολικό φάσμα των χρήσεων ενέργειας. Αυτό το όριο των +2 βαθμών Κελσίου προσδιορίστηκε από τους επιστήμονες του κλίματος, τους οικονομολόγους και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ως το σημείο καμπής, με την υπέρβαση του οποίου αυξάνεται απότομα ο κίνδυνος επικίνδυνων και μη αναστρέψιμων κλιματικών επιπτώσεων, όπως είναι η κατάρρευση των πολικών στρωμάτων πάγου, η ακραία ζέστη, η επισιτιστική ανασφάλεια και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
Κέντρο αυτού του μετασχηματισμού είναι η μετάβαση της κάθε είδους τροφοδοσίας με ενέργεια όλων των δραστηριοτήτων, σε τροφοδοσία με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα λαμβάνεται κυρίως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι το 2050, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερδιπλασιαστεί, με το 90 % αυτής να προέρχεται από πηγές μηδενικών εκπομπών άνθρακα, εκ των οποίων σχεδόν 70 % αποκλειστικά από ηλιακή και αιολική ενέργεια. Αυτό σημαίνει την κατασκευή κάθε μέρα επί μια δεκαετία, του ενεργειακού ισοδύναμου του μεγαλύτερου ηλιακού πάρκου που υπάρχει σήμερα στον κόσμο.
Ο τομέας των μεταφορών πρέπει να αλλάξει εξίσου δραματικά. Τα ηλεκτρικά οχήματα πρέπει να αυξηθούν από το 20 % των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων το 2024 σε περισσότερο από 60 % έως το 2030, με τις πωλήσεις όλων των νέων κινητήρων καύσης να σταματήσουν έως το 2035. Ο βιομηχανικός τομέας, ένας μέγιστος παράγοντας εκπομπών άνθρακα, πρέπει να αναδιαμορφωθεί με μείωση των εκπομπών κατά 95 % έως το 2050, τώρα μάλιστα που η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει δραματικά την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια. Επίσης και τα κτίρια θα χρειαστούν μετασχηματισμό. Μέχρι το 2050, πάνω από το 85 % των κτιρίων πρέπει να είναι «συμβατά με το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα», πράγμα που σημαίνει ότι το ήμισυ του παγκόσμιου κτιριακού αποθέματος πρέπει να έχει ανακαινιστεί ώστε να πληροί τα νέα πρότυπα.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η επιτακτική ανάγκη μιας κατευθυνόμενης μείωσης των ορυκτών καυσίμων. Όχι εκμετάλλευση νέων πεδίων εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όχι νέα ορυχεία άνθρακα. Η κατανάλωση άνθρακα πρέπει να μειωθεί κατά 90 %, του πετρελαίου κατά 75 % και του φυσικού αερίου κατά περισσότερο από 50 %.
Ένας μετασχηματισμός αυτής της κλίμακας και εύρους θα είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με μια πιθανή εξαίρεση κρίσιμης σημασίας: Η εξαίρεση είναι αυτό που έχει επιτύχει στην οικονομία της η Κίνα τον τελευταίο μισό αιώνα.
Κίνα: Από νέα βιομηχανική υπερδύναμη με οικολογική καταστροφή, στον «πράσινο απολυταρχισμό»
Το 1978 η Κίνα ήταν ακόμη μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό γεωργική, παραπαίουσα υπό τις οικονομικές συνέπειες της Μαοϊκής εποχής. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν λιγότερο από 200 δολάρια και περισσότερο από 80 % του πληθυσμού ζούσε σε αγροτικό περιβάλλον και σε συνθήκες φτώχειας. Ωστόσο, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις του πρώην ηγέτη Ντενγκ Σιάο Πινγκ, η χώρα βίωσε την ταχύτερη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης, η οποία έχει συμβεί σε όλη την ιστορία του ανθρώπου πάνω στην γη. Οι σταθερά διψήφιοι ρυθμοί μέσης αύξησης του ΑΕΠ επί σχεδόν 30 χρόνια, μετέτρεψαν την Κίνα από ένα τέλμα της οικονομικής ζωής σε παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη. Στην πορεία αυτή, σχεδόν 800 εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από την κατάσταση της ακραίας φτώχειας. Είναι ένα επίτευγμα που αντιστοιχει περίπου στα τρία τέταρτα της παγκόσμιας μείωσης της φτώχειας σ' αυτήν την περίοδο.
Αυτός ο μετασχηματισμός δεν συνέβη σταδιακά ούτε με τρόπο «οργανικό» [δηλαδή με ένα είδος αυτόματης ή «φυσικής» εξέλιξης της προηγούμενης οικονομικής κατάστασης]. Είναι έργο που ενορχηστρώθηκε κεντρικά και εκτελέστηκε ανελέητα «επί σκηνής» από ένα μονοκομματικό κράτος, ικανό να κινητοποιεί πόρους σε τεράστια κλίμακα, χωρίς τις διαδικαστικές τριβές ή τις πολιτικές παραλύσεις που είναι συνήθεις στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Τα γενικά πολεοδομικά και χωροταξικά σχέδια επιβλήθηκαν χωρίς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η αντιγνωμία των τοπικών κοινωνιών, ολόκληροι τομείς αναδιαμορφώθηκαν με διατάγματα. Η γη και η εργασία ανακατευθύνθηκαν σε τεράστια έκταση για να εξυπηρετήσουν τις εθνικές αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Ο αυστηρός έλεγχος του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος επί του κρατικού μηχανισμού, τον έκανε ικανό να ακολουθήσει μακροπρόθεσμες οικονομικές στρατηγικές, χωρίς να επηρεάζεται από εκλογικούς κύκλους ή από δημοψηφίσματα. Εν ολίγοις, το θαύμα της Κίνας δεν ήταν μόνον οικονομικό. Ήταν και βαθιά πολιτικό. Ήταν το πιο επιτυχημένο αυταρχικό - απολυταρχικό μοντέλο ανάπτυξης που έχει δει ο κόσμος στην ιστορία όλη.
Όμως αυτή η άνευ προηγουμένου βιομηχανική άνοδος συνέβη με τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κίνα είχε γίνει ο χειρότερος ρυπαντής στον κόσμο με βάση τις περισσότερες μετρήσεις. Οι πόλεις της ήταν πνιγμένες από το φωτοχημικό νέφος, τα ποτάμια της μαύρισαν από τις βιομηχανικές απορροές και οι πολίτες της υπέφεραν από τα υψηλότερα ποσοστά μερικών αναπνευστικών ασθενειών και περιβαλλοντικών ασθενειών στον κόσμο. Το 2007 η Κίνα ξεπέρασε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο μεγαλύτερος εκπομπός διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο. Το οικονομικό θαύμα της άρχισε να μοιάζει ολοένα και περισσότερο με οικολογική καταστροφή.
Ωστόσο, ακριβώς μέσα από αυτή την κρίση γεννήθηκε ο πράσινος μετασχηματισμός της Κίνας. Πράγματι, ενώ ο IEA επικεντρώνεται στο «πώς» της ενεργειακής μετάβασης, είναι εξίσου σημαντικό να κατανοήσουμε το «ποιός» και το «γιατί». Διότι το κεντρικό γεωπολιτικό γεγονός της προσπάθειας για την απαλλαγή από τον άνθρακα είναι το εξής: Η Κίνα έχει λάβει θέση για να κυριαρχήσει σ' αυτό το αναδυόμενο μετά-τον-άνθρακα-σύστημα, υπό μια σημαία η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή ως πράσινος απολυταρχισμός.
Ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 και επιταχύνοντας δραματικά μετά την άνοδο του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ το 2012, η Κινεζική κυβέρνηση άρχισε να βλέπει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος όχι μόνον ως ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και ως απειλή για τη πολιτική νομιμοποίηση του καθεστώτος και την μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα. Οι διαμαρτυρίες για την αιθαλομίχλη σε μεγάλες πόλεις, όπως το Πεκίνο και η Σαγκάη, ίδίως εκ μέρους της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, ανησύχησαν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ταυτόχρονα, το κόμμα αναγνώρισε ότι βιομηχανίες του μέλλοντος θα είναι βιομηχανίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα και αποδοτικές ως προς τους πόρους, καθώς επίσης διέκρινε ότι η παγκόσμια ηγετική θέση στις πράσινες τεχνολογίες μπορούσε να μεταφραστεί σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα νέας μορφής.
Η στροφή της Κίνας προς την πράσινη τεχνολογία ήταν κάθε άλλο παρά διστακτική. Κινητοποίησε τεράστιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε ηλεκτρικά οχήματα, σε τεχνολογίες μπαταριών και στις αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών οι οποίες τροφοδοτούν την παραγωγή όλων αυτών. Σήμερα η Κίνα κυριαρχεί σε κάθε κρίκο της πράσινης βιομηχανικής αλυσίδας παραγωγής αξίας. Παράγει περισσότερο από το 80 % των ηλιακών πάνελ στον κόσμο και περισσότερο από το 70 % των μπαταριών ιόντων λιθίου. Ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας επεξεργασίας βασικών ορυκτών όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και τα στοιχεία σπανίων γαιών.
Επιπλέον, η πράσινη μετάβαση της Κίνας δεν περιορίζεται στον τομέα των εξαγωγών. Στο εσωτερικό, η χώρα φιλοξενεί πια τον μεγαλύτερο στόλο ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο και το πιο εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας. Ηγείται παγκοσμίως στην ανάπτυξη ηλεκτρικών λεωφορείων και έχει δεσμευτεί να αρχίσει να μειώνει τις εκπομπές άνθρακα πριν από το 2030 και να επιτύχει ουδετερότητα (δηλαδή Net Zero) άνθρακα έως το 2060. Αυτοί οι στόχοι, άν και πολύ φιλόδοξοι, υποστηρίζονται από μια υποδομή ρεαλιστικού σχεδιασμού και μια αποδεδειγμένη ικανότητα εκτέλεσης έργων σε μεγάλη κλίμακα. Μόνον το 2023, η Κίνα εγκατέστησε περισσότερη νέα ισχύ ηλιακής ενέργειας από ό,τι όλος μαζί ο υπόλοιπος κόσμος το προηγούμενο έτος 2022. Στην αιολική ενέργεια, στα ηλεκτρικά λεωφορεία και στους σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας, η Κίνα δεν έχει αντίπαλο.
Το 1978 η Κίνα ήταν ακόμη μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό γεωργική, παραπαίουσα υπό τις οικονομικές συνέπειες της Μαοϊκής εποχής. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν λιγότερο από 200 δολάρια και περισσότερο από 80 % του πληθυσμού ζούσε σε αγροτικό περιβάλλον και σε συνθήκες φτώχειας. Ωστόσο, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις του πρώην ηγέτη Ντενγκ Σιάο Πινγκ, η χώρα βίωσε την ταχύτερη διαδικασία εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης, η οποία έχει συμβεί σε όλη την ιστορία του ανθρώπου πάνω στην γη. Οι σταθερά διψήφιοι ρυθμοί μέσης αύξησης του ΑΕΠ επί σχεδόν 30 χρόνια, μετέτρεψαν την Κίνα από ένα τέλμα της οικονομικής ζωής σε παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη. Στην πορεία αυτή, σχεδόν 800 εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από την κατάσταση της ακραίας φτώχειας. Είναι ένα επίτευγμα που αντιστοιχει περίπου στα τρία τέταρτα της παγκόσμιας μείωσης της φτώχειας σ' αυτήν την περίοδο.
Αυτός ο μετασχηματισμός δεν συνέβη σταδιακά ούτε με τρόπο «οργανικό» [δηλαδή με ένα είδος αυτόματης ή «φυσικής» εξέλιξης της προηγούμενης οικονομικής κατάστασης]. Είναι έργο που ενορχηστρώθηκε κεντρικά και εκτελέστηκε ανελέητα «επί σκηνής» από ένα μονοκομματικό κράτος, ικανό να κινητοποιεί πόρους σε τεράστια κλίμακα, χωρίς τις διαδικαστικές τριβές ή τις πολιτικές παραλύσεις που είναι συνήθεις στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Τα γενικά πολεοδομικά και χωροταξικά σχέδια επιβλήθηκαν χωρίς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η αντιγνωμία των τοπικών κοινωνιών, ολόκληροι τομείς αναδιαμορφώθηκαν με διατάγματα. Η γη και η εργασία ανακατευθύνθηκαν σε τεράστια έκταση για να εξυπηρετήσουν τις εθνικές αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Ο αυστηρός έλεγχος του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος επί του κρατικού μηχανισμού, τον έκανε ικανό να ακολουθήσει μακροπρόθεσμες οικονομικές στρατηγικές, χωρίς να επηρεάζεται από εκλογικούς κύκλους ή από δημοψηφίσματα. Εν ολίγοις, το θαύμα της Κίνας δεν ήταν μόνον οικονομικό. Ήταν και βαθιά πολιτικό. Ήταν το πιο επιτυχημένο αυταρχικό - απολυταρχικό μοντέλο ανάπτυξης που έχει δει ο κόσμος στην ιστορία όλη.
Όμως αυτή η άνευ προηγουμένου βιομηχανική άνοδος συνέβη με τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κίνα είχε γίνει ο χειρότερος ρυπαντής στον κόσμο με βάση τις περισσότερες μετρήσεις. Οι πόλεις της ήταν πνιγμένες από το φωτοχημικό νέφος, τα ποτάμια της μαύρισαν από τις βιομηχανικές απορροές και οι πολίτες της υπέφεραν από τα υψηλότερα ποσοστά μερικών αναπνευστικών ασθενειών και περιβαλλοντικών ασθενειών στον κόσμο. Το 2007 η Κίνα ξεπέρασε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο μεγαλύτερος εκπομπός διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο. Το οικονομικό θαύμα της άρχισε να μοιάζει ολοένα και περισσότερο με οικολογική καταστροφή.
Ωστόσο, ακριβώς μέσα από αυτή την κρίση γεννήθηκε ο πράσινος μετασχηματισμός της Κίνας. Πράγματι, ενώ ο IEA επικεντρώνεται στο «πώς» της ενεργειακής μετάβασης, είναι εξίσου σημαντικό να κατανοήσουμε το «ποιός» και το «γιατί». Διότι το κεντρικό γεωπολιτικό γεγονός της προσπάθειας για την απαλλαγή από τον άνθρακα είναι το εξής: Η Κίνα έχει λάβει θέση για να κυριαρχήσει σ' αυτό το αναδυόμενο μετά-τον-άνθρακα-σύστημα, υπό μια σημαία η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή ως πράσινος απολυταρχισμός.
Ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 και επιταχύνοντας δραματικά μετά την άνοδο του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ το 2012, η Κινεζική κυβέρνηση άρχισε να βλέπει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος όχι μόνον ως ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και ως απειλή για τη πολιτική νομιμοποίηση του καθεστώτος και την μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα. Οι διαμαρτυρίες για την αιθαλομίχλη σε μεγάλες πόλεις, όπως το Πεκίνο και η Σαγκάη, ίδίως εκ μέρους της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, ανησύχησαν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ταυτόχρονα, το κόμμα αναγνώρισε ότι βιομηχανίες του μέλλοντος θα είναι βιομηχανίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα και αποδοτικές ως προς τους πόρους, καθώς επίσης διέκρινε ότι η παγκόσμια ηγετική θέση στις πράσινες τεχνολογίες μπορούσε να μεταφραστεί σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα νέας μορφής.
Η στροφή της Κίνας προς την πράσινη τεχνολογία ήταν κάθε άλλο παρά διστακτική. Κινητοποίησε τεράστιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε ηλεκτρικά οχήματα, σε τεχνολογίες μπαταριών και στις αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών οι οποίες τροφοδοτούν την παραγωγή όλων αυτών. Σήμερα η Κίνα κυριαρχεί σε κάθε κρίκο της πράσινης βιομηχανικής αλυσίδας παραγωγής αξίας. Παράγει περισσότερο από το 80 % των ηλιακών πάνελ στον κόσμο και περισσότερο από το 70 % των μπαταριών ιόντων λιθίου. Ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας επεξεργασίας βασικών ορυκτών όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και τα στοιχεία σπανίων γαιών.
Επιπλέον, η πράσινη μετάβαση της Κίνας δεν περιορίζεται στον τομέα των εξαγωγών. Στο εσωτερικό, η χώρα φιλοξενεί πια τον μεγαλύτερο στόλο ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο και το πιο εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας. Ηγείται παγκοσμίως στην ανάπτυξη ηλεκτρικών λεωφορείων και έχει δεσμευτεί να αρχίσει να μειώνει τις εκπομπές άνθρακα πριν από το 2030 και να επιτύχει ουδετερότητα (δηλαδή Net Zero) άνθρακα έως το 2060. Αυτοί οι στόχοι, άν και πολύ φιλόδοξοι, υποστηρίζονται από μια υποδομή ρεαλιστικού σχεδιασμού και μια αποδεδειγμένη ικανότητα εκτέλεσης έργων σε μεγάλη κλίμακα. Μόνον το 2023, η Κίνα εγκατέστησε περισσότερη νέα ισχύ ηλιακής ενέργειας από ό,τι όλος μαζί ο υπόλοιπος κόσμος το προηγούμενο έτος 2022. Στην αιολική ενέργεια, στα ηλεκτρικά λεωφορεία και στους σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας, η Κίνα δεν έχει αντίπαλο.
![]() |
| Εγκατάσταση αιολικής ενέργειας στο Suqian, επαρχία Jiangsu της Κίνας, 17 Οκτωβρίου 2023 © Costfoto/NurPhoto, Getty Images, via Foreign Policy Magazine |
Μια απολυταρχική χώρα έγινε «ηγεμόνας της πράσινης τεχνολογίας»
Πώς συνέβησαν όλα αυτά τόσο γρήγορα;
Η απάντηση βρίσκεται στη δομή της πολιτικής οικονομίας της Κίνας. Ο συνδυασμός μιας τεχνοκρατικής φιλοδοξίας και μιας χωρίς λογοδοσία συγκεντρωτικής διακυβέρνησης με λήψη αποφάσεων από πάνω προς τα κάτω, επιτρέπει στο Πεκίνο να παρακάμπτει τις διαδικαστικές τριβές που εμποδίζουν τις δημοκρατίες: Την νοοτροπία «κάντε το έργο μακριά από εμάς» και «όχι στη δική μου αυλή», τον κατακερματισμό των κανονισμών και τον πολιτικό προσανατολισμό στα βραχυπρόθεσμα. Η στρατηγική της χώρας «Made in China 2025», ένα 10ετές σχέδιο το οποίο παρουσιάστηκε το 2015, προσδιόρισε ρητά τα νέα ενεργειακά οχήματα και τις προηγμένες πράσινες τεχνολογίες ως βασικούς πυλώνες της εθνικής ανάπτυξης.
Προς υποστήριξη αυτών των στόχων, το κράτος χρησιμοποίησε μια πλήρη δέσμη μέσων: Γενναιόδωρες επιδοτήσεις, στοχευμένη χρηματοδότηση μέσω κρατικών τραπεζών, ευνοϊκές πολιτικές χρήσης γης καθώς επίσης όρους και προδιαγραφές για τα προιόντα τα παραγόμενα εντός της χώρας και πωλούμενα εντός ή εκτός αυτής. Σε πολλές περιπτώσεις, η κυβέρνηση δημιούργησε ολόκληρα οικονομικά «συμβιωτικά οικοσυστήματα», δηλαδή ομάδες προμηθευτών, ερευνητικών ιδρυμάτων και κατασκευαστών, για να υποστηρίξει την ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα βασικών πράσινων βιομηχανιών.
Εξίσου σημαντική ήταν η ικανότητα της Κίνας να αυξήσει γρήγορα και σε μεγάλη κλίμακα την παραγωγή. Μόλις ληφθεί μια στρατηγική απόφαση στην κορυφή, η πορεία υλοποίησης διαπερνά όλη τη γραφειοκρατία με αξιοσημείωτη ταχύτητα. Λόγου χάρη, στην βιομηχανία ηλιακής ενέργειας, αυτό που ξεκίνησε ως μια κρατική πρωτοβουλία για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις αστικές περιοχές, γρήγορα έγινε ένα παγκοσμίως ανταγωνιστικό εξαγωγικό μεγαθήριο. Μεταξύ 2010 και 2020, η Κίνα μείωσε το κόστος των ηλιακών φωτοβολταϊκών πάνελ κατά περισσότερο από 80 %, κατέκλυσε τις παγκόσμιες αγορές και με τις χαμηλές τιμές αποδυνάμωσε τους ανταγωνιστές παραγωγούς στις δυτικές χώρες, πολλοί από τους οποίους χρεοκόπησαν. Σήμερα, ακόμη και χώρες επιφυλακτικές στην κινεζική πολιτική επιρροή, εξαρτώνται διαρθρωτικά από την κινεζική πράσινη τεχνολογία.
Μέρος αυτού του άθλου της Κίνας έχει επιτευχθεί με την βοήθεια εκείνων που η Δύση θεωρεί αθέμιτες οικονομικές πρακτικές: Αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και επιδοτούμενη μείωση τιμών πώλησης. Όμως, ανεξάρτητα από τις μεθόδους, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Κίνα, η χώρα που είχε καταφέρει να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής στα περιβαλλοντικά ανοσιουργήματα, τα άφησε όλα αυτά πίσω της και εκτοξεύτηκε σε ρόλο ηγεμόνα της πράσινης τεχνολογίας, αφήνοντας μάλιστα πίσω της τις ανταγωνίστριες χώρες. Δεν το έπραξε αυτό επειδή έγινε πιο δημοκρατική, ούτε επειδή στηρίχτηκε στις κινητήριες δυνάμεις των αγορών, αλλά κυρίως επειδή αξιοποίησε τα μοναδικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο απολυταρχικός χαρακτήρας του κράτους της όταν δίνει προτεραιότητα στην ταχεία οικονομική άνοδο μέσω παρεμβατικών πολιτικών.
Για να ακριβολογούμε, οι αντιφάσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Η Κίνα συνεχίζει να κατασκευάζει σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα, ιδίως για να διασφαλίσει την σταθερότητα του δικτύου και για να τροφοδοτήσει την βαριά βιομηχανία. Η «Πρωτοβουλία Belt and Road» [γνωστή κοινώς και ως «Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού»] έχει χρηματοδοτήσει και υποδομές στις οποίες χρησιμοποιούνται τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων σε αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμη και όταν διαφημίζει τον ηγετικό ρόλο της στις πράσινες τεχνολογίες. Όμως αυτές οι ανακολουθίες δεν αναιρούν την βασική κατεύθυνση: Η κεντρικά συντονισμένη βιομηχανική στρατηγική της Κίνας, ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας του σχεδιασμού και η απαράμιλλη παραγωγική ικανότητα της, κατέστησαν ικανή την χώρα να καταλάβει κυρίαρχη καθοδηγητική θέση στην παγκόσμια πράσινη οικονομία.
Αυτή η κυριαρχία δεν είναι απλώς οικονομική. Προσφέρει γεωπολιτική ισχύ. Ακριβώς όπως ο έλεγχος του ΟΠΕΚ στο πετρέλαιο του έδωσε πλεονέκτημα τον 20ό Αιώνα, η κυριαρχία της Κίνας στην αλυσίδα εφοδιασμού πράσινης ενέργειας της δίνει τεράστια επιρροή στον 21ο.
Η απάντηση βρίσκεται στη δομή της πολιτικής οικονομίας της Κίνας. Ο συνδυασμός μιας τεχνοκρατικής φιλοδοξίας και μιας χωρίς λογοδοσία συγκεντρωτικής διακυβέρνησης με λήψη αποφάσεων από πάνω προς τα κάτω, επιτρέπει στο Πεκίνο να παρακάμπτει τις διαδικαστικές τριβές που εμποδίζουν τις δημοκρατίες: Την νοοτροπία «κάντε το έργο μακριά από εμάς» και «όχι στη δική μου αυλή», τον κατακερματισμό των κανονισμών και τον πολιτικό προσανατολισμό στα βραχυπρόθεσμα. Η στρατηγική της χώρας «Made in China 2025», ένα 10ετές σχέδιο το οποίο παρουσιάστηκε το 2015, προσδιόρισε ρητά τα νέα ενεργειακά οχήματα και τις προηγμένες πράσινες τεχνολογίες ως βασικούς πυλώνες της εθνικής ανάπτυξης.
Προς υποστήριξη αυτών των στόχων, το κράτος χρησιμοποίησε μια πλήρη δέσμη μέσων: Γενναιόδωρες επιδοτήσεις, στοχευμένη χρηματοδότηση μέσω κρατικών τραπεζών, ευνοϊκές πολιτικές χρήσης γης καθώς επίσης όρους και προδιαγραφές για τα προιόντα τα παραγόμενα εντός της χώρας και πωλούμενα εντός ή εκτός αυτής. Σε πολλές περιπτώσεις, η κυβέρνηση δημιούργησε ολόκληρα οικονομικά «συμβιωτικά οικοσυστήματα», δηλαδή ομάδες προμηθευτών, ερευνητικών ιδρυμάτων και κατασκευαστών, για να υποστηρίξει την ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα βασικών πράσινων βιομηχανιών.
Εξίσου σημαντική ήταν η ικανότητα της Κίνας να αυξήσει γρήγορα και σε μεγάλη κλίμακα την παραγωγή. Μόλις ληφθεί μια στρατηγική απόφαση στην κορυφή, η πορεία υλοποίησης διαπερνά όλη τη γραφειοκρατία με αξιοσημείωτη ταχύτητα. Λόγου χάρη, στην βιομηχανία ηλιακής ενέργειας, αυτό που ξεκίνησε ως μια κρατική πρωτοβουλία για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις αστικές περιοχές, γρήγορα έγινε ένα παγκοσμίως ανταγωνιστικό εξαγωγικό μεγαθήριο. Μεταξύ 2010 και 2020, η Κίνα μείωσε το κόστος των ηλιακών φωτοβολταϊκών πάνελ κατά περισσότερο από 80 %, κατέκλυσε τις παγκόσμιες αγορές και με τις χαμηλές τιμές αποδυνάμωσε τους ανταγωνιστές παραγωγούς στις δυτικές χώρες, πολλοί από τους οποίους χρεοκόπησαν. Σήμερα, ακόμη και χώρες επιφυλακτικές στην κινεζική πολιτική επιρροή, εξαρτώνται διαρθρωτικά από την κινεζική πράσινη τεχνολογία.
Μέρος αυτού του άθλου της Κίνας έχει επιτευχθεί με την βοήθεια εκείνων που η Δύση θεωρεί αθέμιτες οικονομικές πρακτικές: Αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και επιδοτούμενη μείωση τιμών πώλησης. Όμως, ανεξάρτητα από τις μεθόδους, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Κίνα, η χώρα που είχε καταφέρει να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής στα περιβαλλοντικά ανοσιουργήματα, τα άφησε όλα αυτά πίσω της και εκτοξεύτηκε σε ρόλο ηγεμόνα της πράσινης τεχνολογίας, αφήνοντας μάλιστα πίσω της τις ανταγωνίστριες χώρες. Δεν το έπραξε αυτό επειδή έγινε πιο δημοκρατική, ούτε επειδή στηρίχτηκε στις κινητήριες δυνάμεις των αγορών, αλλά κυρίως επειδή αξιοποίησε τα μοναδικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο απολυταρχικός χαρακτήρας του κράτους της όταν δίνει προτεραιότητα στην ταχεία οικονομική άνοδο μέσω παρεμβατικών πολιτικών.
Για να ακριβολογούμε, οι αντιφάσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Η Κίνα συνεχίζει να κατασκευάζει σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα, ιδίως για να διασφαλίσει την σταθερότητα του δικτύου και για να τροφοδοτήσει την βαριά βιομηχανία. Η «Πρωτοβουλία Belt and Road» [γνωστή κοινώς και ως «Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού»] έχει χρηματοδοτήσει και υποδομές στις οποίες χρησιμοποιούνται τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων σε αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμη και όταν διαφημίζει τον ηγετικό ρόλο της στις πράσινες τεχνολογίες. Όμως αυτές οι ανακολουθίες δεν αναιρούν την βασική κατεύθυνση: Η κεντρικά συντονισμένη βιομηχανική στρατηγική της Κίνας, ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας του σχεδιασμού και η απαράμιλλη παραγωγική ικανότητα της, κατέστησαν ικανή την χώρα να καταλάβει κυρίαρχη καθοδηγητική θέση στην παγκόσμια πράσινη οικονομία.
Αυτή η κυριαρχία δεν είναι απλώς οικονομική. Προσφέρει γεωπολιτική ισχύ. Ακριβώς όπως ο έλεγχος του ΟΠΕΚ στο πετρέλαιο του έδωσε πλεονέκτημα τον 20ό Αιώνα, η κυριαρχία της Κίνας στην αλυσίδα εφοδιασμού πράσινης ενέργειας της δίνει τεράστια επιρροή στον 21ο.
![]() |
| Εγκατεστημένη ισχύς (GW) ηλιακής ενέργειας 2024 - Η Κίνα προπορεύεται © Our World in Data, via Der Spiegel |
Το δίλλημμα της Ευρώπης για τα μεγάλα θέματα της εφοδιαστικής αλυσίδας
Με βάση ακριβώς αυτά, έχω προηγουμένως ήδη ισχυριστεί ότι είναι πιθανό να γίνουμε μάρτυρες της ανάδυσης μιας Σινο-Ευρωπαϊκής «πράσινης συνεννόησης» («green entente»). Μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα έχουν μεγάλες διαφορές σε πολιτισμικά και πολιτικά θέματα, π.χ. όσα αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα, ωστόσο έχουν κοινά «συμφέροντα ως προς τον ενεργειακό μεταβολισμό» [δηλαδή κοινές επιλογές ενεργειακών ανταλλαγών με την φύση], πράγμα που καθιστά αυτό το είδος στοίχισης εύλογο. Η Κίνα και η ΕΕ ως Ένωση είναι σήμερα οι δύο μεγαλύτεροι εισαγωγείς πετρελαίου στον πλανήτη, αλλά επίσης, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, έχουν γίνει αμφότερες οι πιο ταχείς και πιο επίμονοι προγραμματιστές, κατασκευαστές και εφαρμοστές στην πράξη τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αυτά τα χειροπιαστά γεγονότα έχουν γεωστρατηγικές επιπτώσεις: Η Ευρώπη έχει ήδη υποστεί τις συνέπειες της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αφού υπέφερε από αυτό, αντιμετωπίζει τώρα και την ανησυχητική προοπτική μιας μακροπρόθεσμης εξάρτησης από το φυσικό αέριο των όλο και πιο εχθρικών προς την ΕΕ Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό δίνει στην Ευρώπη ένα ισχυρό στρατηγικό κίνητρο για να επιδιώξει ενεργειακή αυτονομία. Ταυτόχρονα, η αδιαμφισβήτητη ηγετική θέση της Κίνας στους τομείς της ηλιακής και αιολικής ενέργειας γενικά, καθώς και στην παραγωγή μπαταριών αποθήκευσης, παρέχει ένα εύλογο θεμέλιο και για μια επισημοποιημένη Σινο-Ευρωπαϊκή εταιρική σχέση στην εφοδιαστική αλυσίδα, πράγμα που θα διασφαλίσει την πρόσβαση της Ευρώπης σε ζωτικής φύσης τεχνολογίες και πρώτες ύλες.
Η σύγκλιση, εάν συμβεί, δεν θα είναι ιδεολογική, αλλά πραγματιστική: Η Ευρώπη θα παρέχει ανθούσες αγορές και μια σταθερή πολιτική δέσμευση για τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας, ενώ η Κίνα θα παρέχει την βιομηχανική ισχύ. Βλέποντας υπό το πρίσμα των ιδεολογικών διαιρέσεων δημοκρατίας έναντι απολυταρχισμού του 20ού Αιώνα, αυτή η σύγκλιση μπορεί να φαίνεται αταίριαστη και ασυνεπής. Ωστόσο, μια Σινο-Ευρωπαϊκή γεω-οικολογική συγκυριαρχία έχει πολύ περισσότερο νόημα, αν αναγνωρίσουμε ότι η κεντρική γεωπολιτική συζήτηση του 21ου Αιώνα δεν αφορά το ποιο μοντέλο διακυβέρνησης προσφέρει την καλύτερη οδό προς την οικονομική ευημερία και την πολιτική αναγνώριση, αλλά κυρίως τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των πλανητικών προκλήσεων.
Όμως εδώ, είτε το θεωρεί κανείς καλό, είτε το θεωρεί κακό, απέναντι στο Σινο-Ευρωπαϊκό όραμα μιας πράσινης ενεργειακής μετάβασης υπάρχει μια ισχυρή εναλλακτική λύση.
Με βάση ακριβώς αυτά, έχω προηγουμένως ήδη ισχυριστεί ότι είναι πιθανό να γίνουμε μάρτυρες της ανάδυσης μιας Σινο-Ευρωπαϊκής «πράσινης συνεννόησης» («green entente»). Μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα έχουν μεγάλες διαφορές σε πολιτισμικά και πολιτικά θέματα, π.χ. όσα αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα, ωστόσο έχουν κοινά «συμφέροντα ως προς τον ενεργειακό μεταβολισμό» [δηλαδή κοινές επιλογές ενεργειακών ανταλλαγών με την φύση], πράγμα που καθιστά αυτό το είδος στοίχισης εύλογο. Η Κίνα και η ΕΕ ως Ένωση είναι σήμερα οι δύο μεγαλύτεροι εισαγωγείς πετρελαίου στον πλανήτη, αλλά επίσης, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, έχουν γίνει αμφότερες οι πιο ταχείς και πιο επίμονοι προγραμματιστές, κατασκευαστές και εφαρμοστές στην πράξη τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αυτά τα χειροπιαστά γεγονότα έχουν γεωστρατηγικές επιπτώσεις: Η Ευρώπη έχει ήδη υποστεί τις συνέπειες της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αφού υπέφερε από αυτό, αντιμετωπίζει τώρα και την ανησυχητική προοπτική μιας μακροπρόθεσμης εξάρτησης από το φυσικό αέριο των όλο και πιο εχθρικών προς την ΕΕ Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό δίνει στην Ευρώπη ένα ισχυρό στρατηγικό κίνητρο για να επιδιώξει ενεργειακή αυτονομία. Ταυτόχρονα, η αδιαμφισβήτητη ηγετική θέση της Κίνας στους τομείς της ηλιακής και αιολικής ενέργειας γενικά, καθώς και στην παραγωγή μπαταριών αποθήκευσης, παρέχει ένα εύλογο θεμέλιο και για μια επισημοποιημένη Σινο-Ευρωπαϊκή εταιρική σχέση στην εφοδιαστική αλυσίδα, πράγμα που θα διασφαλίσει την πρόσβαση της Ευρώπης σε ζωτικής φύσης τεχνολογίες και πρώτες ύλες.
Η σύγκλιση, εάν συμβεί, δεν θα είναι ιδεολογική, αλλά πραγματιστική: Η Ευρώπη θα παρέχει ανθούσες αγορές και μια σταθερή πολιτική δέσμευση για τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας, ενώ η Κίνα θα παρέχει την βιομηχανική ισχύ. Βλέποντας υπό το πρίσμα των ιδεολογικών διαιρέσεων δημοκρατίας έναντι απολυταρχισμού του 20ού Αιώνα, αυτή η σύγκλιση μπορεί να φαίνεται αταίριαστη και ασυνεπής. Ωστόσο, μια Σινο-Ευρωπαϊκή γεω-οικολογική συγκυριαρχία έχει πολύ περισσότερο νόημα, αν αναγνωρίσουμε ότι η κεντρική γεωπολιτική συζήτηση του 21ου Αιώνα δεν αφορά το ποιο μοντέλο διακυβέρνησης προσφέρει την καλύτερη οδό προς την οικονομική ευημερία και την πολιτική αναγνώριση, αλλά κυρίως τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των πλανητικών προκλήσεων.
Όμως εδώ, είτε το θεωρεί κανείς καλό, είτε το θεωρεί κακό, απέναντι στο Σινο-Ευρωπαϊκό όραμα μιας πράσινης ενεργειακής μετάβασης υπάρχει μια ισχυρή εναλλακτική λύση.
![]() |
| Πεννσυλβάνια, προεκλογική εκστρατεία τον Οκτώβριο του 2024 - © Alex Brandon/AP via npr |
Καθεμία από αυτές τις χώρες βλέπει την ατζέντα της απαλλαγής από τον άνθρακα όχι ως τεχνολογική πρόκληση την οποία πρέπει να διαχειριστεί, αλλά ως υπαρξιακή απειλή στην οποία πρέπει να αντισταθεί.
Σε πρώτη ματιά, αυτές οι χώρες διαφέρουν ως προς τον τύπο καθεστώτος: Οι μετεξελιγμένες Ηνωμένες Πολιτείες της Τραμπικής εποχής παραμένουν τυπικά δημοκρατικές (μολονότι όλο και πιο αυταρχικές), ενώ η Ρωσία είναι μια μετα-Σοβιετική απολυταρχία και η Σαουδική Αραβία είναι μια σχεδόν απόλυτη μοναρχία. Αν και όλες είναι αυτοκρατικές, δεσποτικές, αυτό που τις ενώνει δεν είναι η πολιτική μορφή αλλά ένα κοινό όραμα εθνικής κυριαρχίας απόλυτου τύπου, το οποίο υποτάσσει τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς στην εθνική ταυτότητα, στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας και στην υπερηφάνεια για την ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα. Όλες απορρίπτουν την προϋπόθεση ότι οι επιταγές για την προστασία του κλίματος πρέπει να υπαγορεύσουν μια οικονομική ή πολιτική αναδιάταξη. Στην κοινή τους απόρριψη της πράσινης μετάβασης, συνασπίζονται όχι μόνον σε μια οικονομική στοίχιση ως προς τα οικονομικά ζητήματα, αλλά και σε ένα αντιδραστικό ιδεολογικό μπλοκ. Αυτό ριζώνει σε έναν εθνικισμό [όχι πολιτικό ή «συνταγματικό» αλλά] με βάση την ιδιαίτερη εθνοτική ταυτότητα (ethnonationalism), στην [πλανητική] ενεργειακή κυριαρχία και στην ρεβανσιστική νοσταλγία.
Μπορεί, πριν από ένα χρόνο, η ένταξη των Ηνωμένων Πολιτειών σ' αυτόν τον Άξονα να φαινόταν ότι δεν συνάδει με την κοινή λογική. Άλλωστε, υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν δεσμευτεί να επιτύχουν έως το 2050 μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα και ψήφισαν τον λεγόμενο Νόμο για τη Μείωση του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act), την πιο φιλόδοξη νομοθεσία για το κλίμα στην ιστορία των ΗΠΑ. Ωστόσο, κάτω από αυτή την πολιτική επίφαση κρυβόταν μια δομική αντίφαση: Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο· και η διατήρηση της σταθερότητας στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων παγκοσμίως είναι και τώρα, όπως είναι εδώ και πολύ καιρό, ένας κρίσιμος πυλώνας της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ.
Τούτων λεχθέντων, η δεύτερη εκλογή του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πέρυσι, αποτελεί ριζική αλλαγή. Οι Πολιτείες των ΗΠΑ υπό ηγεσία Ρεπουμπλικανών αντιστέκονται εδώ και καιρό στις Ομοσπονδιακές εντολές για ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τα δεξιόστροφα Μέσα Ενημέρωσης παρουσιάζουν την απαλλαγή από τον άνθρακα ως μια επίθεση των φορέων της παγκοσμιοποίησης ενάντια στην εθνική κυριαρχία και ενάντια στα προς το ζην της εργατικής τάξης. Όμως, το δεύτερο καθεστώς Τραμπ παίρνει αυτά που εδώ και πολλά χρόνια είναι θέματα πολιτικής συζήτησης και τα φέρνει στο κέντρο μιας ενεργειακής πολιτικής απροκάλυπτα εχθρικής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ενώ στο πρώτο τέταρτο τούτου του αιώνα οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν μια ενεργειακή πολιτική σε μεγάλο βαθμό διακομματική τύπου «πολλαπλών επιλογών» (με εξαίρεση την πυρηνική ενέργεια), το νέο καθεστώς ακολουθεί μια κραυγαλέα γραμμή «ορυκτά καύσιμα ή θάνατος».
Τούτων λεχθέντων, η δεύτερη εκλογή του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πέρυσι, αποτελεί ριζική αλλαγή. Οι Πολιτείες των ΗΠΑ υπό ηγεσία Ρεπουμπλικανών αντιστέκονται εδώ και καιρό στις Ομοσπονδιακές εντολές για ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τα δεξιόστροφα Μέσα Ενημέρωσης παρουσιάζουν την απαλλαγή από τον άνθρακα ως μια επίθεση των φορέων της παγκοσμιοποίησης ενάντια στην εθνική κυριαρχία και ενάντια στα προς το ζην της εργατικής τάξης. Όμως, το δεύτερο καθεστώς Τραμπ παίρνει αυτά που εδώ και πολλά χρόνια είναι θέματα πολιτικής συζήτησης και τα φέρνει στο κέντρο μιας ενεργειακής πολιτικής απροκάλυπτα εχθρικής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ενώ στο πρώτο τέταρτο τούτου του αιώνα οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν μια ενεργειακή πολιτική σε μεγάλο βαθμό διακομματική τύπου «πολλαπλών επιλογών» (με εξαίρεση την πυρηνική ενέργεια), το νέο καθεστώς ακολουθεί μια κραυγαλέα γραμμή «ορυκτά καύσιμα ή θάνατος».
Ψευδοïδεολόγοι «πολιτισμικοί πολεμιστές» στις ΗΠΑ, Ρώσοι νοσταλγοί, κυνικοί Σαουδάραβες. Και όλοι μαζί «πρώτα το έθνος μου»
Στα θεμέλια αυτής της αντίδρασης είναι ένας βαθύτερος ιδεολογικός σχηματισμός: Ένα πετρελαιο-λαϊκιστικό όραμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως χώρας με αδιαπραγμάτευτη ανεξαρτησία, απεριόριστη ενέργεια και εκ Θεού δικαίωμα σε έναν νεωτερικό τεχνικό πολιτισμό εντατικής χρήσης άνθρακα και υδρογονανθράκων. Αυτή την εκδοχή της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας την υπερασπίζονται επιθετικά λόμπι ορυκτών καυσίμων, δεξιόστροφες δεξαμενές σκέψης και μια πολιτική βάση η οποία κινητοποιείται από την δυσαρέσκεια εναντίον των ελίτ. Μολονότι μέλη της ελίτ περί τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας έχουν τονίσει ότι υπάρχει ανάγκη μεγάλης αύξησης στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να μπορούν να αναπτυχθούν νέα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ικανά να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα κινεζικά μοντέλα, αυτό μέχρι στιγμής δεν έχει αλλάξει την ενεργειακή πολιτική του καθεστώτος Τραμπ.
Βλέποντας από αυτή την οπτική γωνία, η απόρριψη από το καθεστώς Τραμπ των δεσμεύσεων για το κλίμα σηματοδοτεί την εδραίωση μιας πετρελαιο-εθνικιστικής πολιτικής οικονομίας, στην οποία τα ορυκτά καύσιμα γίνονται τόσο η υλική βάση της εξουσίας όσο και ένα συμβολικό προπύργιο ενάντια στην «κοσμοπολίτικη» ή «παγκόσμιας ισχύος» πράσινη διακυβέρνηση. Όπως συμβαίνει στο καθεστώς Τραμπ σε πολλά πράγματα, προκλητικές χειρονομίες τύπου «rolling coal»*, από «μιμίδια» πολιτισμικού πολέμου έχουν γίνει σκληρή πολιτική.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, αποκτά νόημα, πρακτικό αλλά και ιδεολογικό, ο σχηματισμός από το καθεστώς Τραμπ ενός άξονα πετρελαιοκρατών με τη Ρωσία και με το Ριάντ.
Για την Ρωσία, οι υδρογονάνθρακες δεν είναι απλώς μια οικονομική σανίδα σωτηρίας, αλλά και το θεμέλιο της τρέχουσας γεωπολιτικής σημασίας της, καθώς και της πολιτισμικής αυτοκατανόησης της. Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο χρηματοδοτούν τα εγχώρια δίκτυα πατρωνείας-πελατείας του Κρεμλίνου αλλά και τους τυχοδιωκτισμούς στο εξωτερικό. Οι εξαγωγές ενέργειας δίνουν στη Μόσχα πλεονεκτήματα για χειρισμούς στην Ευρώπη και πολιτική επιρροή σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Στο ρεβανσιστικό αφήγημα του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, τα ορυκτά καύσιμα είναι συνυφασμένα με την αυτοκρατορική κληρονομιά της Ρωσίας, πηγή εθνικής υπερηφάνειας και παγκόσμιου κύρους.
Έτσι, η πράσινη μετάβαση απειλεί να απαξιώσει τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, να αποψιλώσει τον κρατικό προϋπολογισμό της Ρωσίας και να περιθωριοποιήσει την χώρα αφήνοντας την έξω από τις αναδυόμενες τεχνολογικές αλυσίδες αξίας. Από αυτή την άποψη, το να συνεργαστεί η Ρωσία με το καθεστώς Τραμπ για να επιβραδύνουν ή να σταματήσουν την παγκόσμια μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, είναι απλώς ζήτημα σύμπτωσης εθνικών συμφερόντων.
Όπως η Ρωσία, και η Σαουδική Αραβία εξαρτάται από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων για την εθνική επιβίωση της. Παρά τα λεγόμενα περί «Vision 2030» και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το Βασίλειο συνεχίζει να βάζει τα δυνατά του για να αυξήσει τις εξαγωγές πετρελαίου, να στοχεύει στην αύξηση της ικανότητας του για παραγωγή και στην κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς, καθώς άλλοι παραγωγοί, θεωρητικά τουλάχιστον, αποσύρονται σταδιακά. Ο φιλόδοξος στόχος της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι να αποσυρθεί σταδιακά από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά να τα μονοπωλήσει, καθώς η προσφορά παγκοσμίως θα συρρικνώνεται. Το κόστος παραγωγής του Σαουδαραβικού πετρελαίου είναι από τα φθηνότερα, ως παραγωγική διαδικασία απαιτεί τις λιγότερο έντονες εκπομπές άνθρακα, και η χώρα διατηρεί την μεγαλύτερη ικανότητα επιπλέον παραγωγής. Αυτά την καθιστούν αναπόφευκτο εξισσοροπητικό παραγωγό, και επομένως ισχυρό παίκτη, σε έναν κόσμο όπου θα εξακολουθεί να υπάρχει ένα μειωμένο επίπεδο χρήσης ορυκτών καυσίμων.
Στα θεμέλια αυτής της αντίδρασης είναι ένας βαθύτερος ιδεολογικός σχηματισμός: Ένα πετρελαιο-λαϊκιστικό όραμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως χώρας με αδιαπραγμάτευτη ανεξαρτησία, απεριόριστη ενέργεια και εκ Θεού δικαίωμα σε έναν νεωτερικό τεχνικό πολιτισμό εντατικής χρήσης άνθρακα και υδρογονανθράκων. Αυτή την εκδοχή της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας την υπερασπίζονται επιθετικά λόμπι ορυκτών καυσίμων, δεξιόστροφες δεξαμενές σκέψης και μια πολιτική βάση η οποία κινητοποιείται από την δυσαρέσκεια εναντίον των ελίτ. Μολονότι μέλη της ελίτ περί τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας έχουν τονίσει ότι υπάρχει ανάγκη μεγάλης αύξησης στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να μπορούν να αναπτυχθούν νέα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ικανά να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα κινεζικά μοντέλα, αυτό μέχρι στιγμής δεν έχει αλλάξει την ενεργειακή πολιτική του καθεστώτος Τραμπ.
Βλέποντας από αυτή την οπτική γωνία, η απόρριψη από το καθεστώς Τραμπ των δεσμεύσεων για το κλίμα σηματοδοτεί την εδραίωση μιας πετρελαιο-εθνικιστικής πολιτικής οικονομίας, στην οποία τα ορυκτά καύσιμα γίνονται τόσο η υλική βάση της εξουσίας όσο και ένα συμβολικό προπύργιο ενάντια στην «κοσμοπολίτικη» ή «παγκόσμιας ισχύος» πράσινη διακυβέρνηση. Όπως συμβαίνει στο καθεστώς Τραμπ σε πολλά πράγματα, προκλητικές χειρονομίες τύπου «rolling coal»*, από «μιμίδια» πολιτισμικού πολέμου έχουν γίνει σκληρή πολιτική.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, αποκτά νόημα, πρακτικό αλλά και ιδεολογικό, ο σχηματισμός από το καθεστώς Τραμπ ενός άξονα πετρελαιοκρατών με τη Ρωσία και με το Ριάντ.
Για την Ρωσία, οι υδρογονάνθρακες δεν είναι απλώς μια οικονομική σανίδα σωτηρίας, αλλά και το θεμέλιο της τρέχουσας γεωπολιτικής σημασίας της, καθώς και της πολιτισμικής αυτοκατανόησης της. Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο χρηματοδοτούν τα εγχώρια δίκτυα πατρωνείας-πελατείας του Κρεμλίνου αλλά και τους τυχοδιωκτισμούς στο εξωτερικό. Οι εξαγωγές ενέργειας δίνουν στη Μόσχα πλεονεκτήματα για χειρισμούς στην Ευρώπη και πολιτική επιρροή σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Στο ρεβανσιστικό αφήγημα του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, τα ορυκτά καύσιμα είναι συνυφασμένα με την αυτοκρατορική κληρονομιά της Ρωσίας, πηγή εθνικής υπερηφάνειας και παγκόσμιου κύρους.
Έτσι, η πράσινη μετάβαση απειλεί να απαξιώσει τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, να αποψιλώσει τον κρατικό προϋπολογισμό της Ρωσίας και να περιθωριοποιήσει την χώρα αφήνοντας την έξω από τις αναδυόμενες τεχνολογικές αλυσίδες αξίας. Από αυτή την άποψη, το να συνεργαστεί η Ρωσία με το καθεστώς Τραμπ για να επιβραδύνουν ή να σταματήσουν την παγκόσμια μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, είναι απλώς ζήτημα σύμπτωσης εθνικών συμφερόντων.
Όπως η Ρωσία, και η Σαουδική Αραβία εξαρτάται από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων για την εθνική επιβίωση της. Παρά τα λεγόμενα περί «Vision 2030» και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το Βασίλειο συνεχίζει να βάζει τα δυνατά του για να αυξήσει τις εξαγωγές πετρελαίου, να στοχεύει στην αύξηση της ικανότητας του για παραγωγή και στην κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς, καθώς άλλοι παραγωγοί, θεωρητικά τουλάχιστον, αποσύρονται σταδιακά. Ο φιλόδοξος στόχος της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι να αποσυρθεί σταδιακά από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά να τα μονοπωλήσει, καθώς η προσφορά παγκοσμίως θα συρρικνώνεται. Το κόστος παραγωγής του Σαουδαραβικού πετρελαίου είναι από τα φθηνότερα, ως παραγωγική διαδικασία απαιτεί τις λιγότερο έντονες εκπομπές άνθρακα, και η χώρα διατηρεί την μεγαλύτερη ικανότητα επιπλέον παραγωγής. Αυτά την καθιστούν αναπόφευκτο εξισσοροπητικό παραγωγό, και επομένως ισχυρό παίκτη, σε έναν κόσμο όπου θα εξακολουθεί να υπάρχει ένα μειωμένο επίπεδο χρήσης ορυκτών καυσίμων.
Ο Οίκος του Σαούντ χρησιμοποιεί τα έσοδα από το πετρέλαιο για να χρηματοδοτεί τόσο την διατήρηση της εγχώριας κοινωνικής τάξης πραγμάτων όσο και την διεθνή επιρροή του. Η εκδοχή του πετρελαϊκού απολυταρχισμού της Σαουδικής Αραβίας έχει ρίζες σε ένα δυναστικό, κληρονομικό καθεστώς, το οποίο συγχωνεύει τον εθνικισμό και τον πετρελαϊκό πλούτο σε έναν συνεκτικό ιδεολογικό σχηματισμό, παραγκωνίζοντας τις κάποτε πανίσχυρες θρησκευτικές αυθεντίες. Όπως η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ριάντ θεωρεί την κλιματική διακυβέρνηση όχι ως φροντίδα για τον πλανήτη και τους πόρους του, αλλά ως καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του. Όπως και η Ρωσία, το Σαουδαραβικό καθεστώς θεωρεί την προοπτική μιας μετάβασης στην πράσινη ενέργεια ως υπαρξιακή απειλή. Αναμενόμενο ότι το Βασίλειο έχει χρησιμοποιήσει τη θέση του στον Οργανισμό ΟΠΕΚ+ και στα διεθνή φόρα για το κλίμα, για να εμποδίσει φιλόδοξους στόχους και να υπονομεύσει ακόμη και στη χρήση της γλώσσας, την διαδικασία σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων.
Μολονότι τα καθεστώτα του Τραμπ, του Πούτιν και Οίκου των Σαούντ είναι όλα καθεστώτα αυτοκρατών, αυτό που τα συνδέει δεν είναι ένα κοινό μοντέλο διακυβέρνησης, και ακόμη λιγότερο μια ιδεολογικού χαρακτήρα πεποίθηση ότι το μοντέλο τους πρέπει να γενικευτεί σε άλλες χώρες. Τα συνδέει το υποκείμενο ενδιαφέρον για την εγχώρια και την διεθνή ισχύ, τις οποίες, καθένα από αυτά τα καθεστώτα αντλεί από το κυριαρχικό δικαίωμα του επί των ορυκτών καυσίμων. Και τα τρία καθεστώτα, θέλουν να διατηρήσουν τα άλλα κράτη του κόσμου σε κατάσταση εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, επειδή αυτή η εξάρτηση μεταφράζεται σε γεωπολιτικό πλεονέντημα για τα ίδια. Η στρατηγική τους βασίζεται σε έναν ρεβανσιστικό πόθο να ξαναζωντανέψουν τα μεγαλεία του παρελθόντος με την βοήθεια του εθνικισμού του βασισμένου στα ορυκτά καύσιμα.
Αυτά τα καθεστώτα θα ψάξουν να βρουν συμμάχους σε άλλα κράτη που έχουν οικονομίες εντατικής χρήσης άνθρακα, ενθαρρύνοντας αντι-δίκτυα τα οποία θα αντιστέκονται στη νέα πράσινη τάξη πραγμάτων. Σ' αυτή την νέα γεωπολιτική διάρθρωση, τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι απλώς εμπορεύματα, αλλά γίνονται επίσης σύμβολα πολιτισμικής αυτονομίας και πολιτικής απείθειας και πρόκλησης.
Γι' αυτά τα κράτη, το όραμα του IEA για έναν κόσμο με μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα, ίσως υπό Σινο-Ευρωπαϊκή ηγεσία, ισοδυναμεί με κήρυξη πολιτικού και οικονομικού πολέμου. Η πιθανή αντίδρασή τους δεν θα είναι παθητική αποδοχή της δικής τους υποβάθμισης, αλλά ενεργός αντίσταση, η οποία ενδεχομένως θα κλιμακωθεί και από σύγκρουση θέσεων θα μετατραπεί σε σύγκρουση κινήσεων. Αναμενόμενο είναι ότι θα μετατρέψουν σε όπλα τις αγορές ενέργειας, θα υποδαυλίσουν αστάθεια σε περιοχές πλούσιες σε φυσικούς πόρους, θα διεξαγάγουν κυβερνοεπιθέσεις σε πράσινες υποδομές και θα πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειες αποπληροφόρησης και παραπληροφόρησης για το κλίμα. Το ιδεολογικό αντίπαλο αφήγημα τους, όχι μόνον θα δυσφημεί την πράσινη τεχνολογία, αλλά με τρόπο κυνικό θα δημιουργεί σύγχυση μεταξύ της απαλλαγής από την καύση άνθρακα αφενός και της νεο-αποικιοκρατίας αφετέρου· θα παρουσιάζουν την πράσινη μετάβαση ως Κινεζική επιβολή, η οποία αποσκοπεί στην εδραίωση νέων παγκόσμιων ιεραρχιών και στη διάβρωση της εθνικής κυριαρχίας.
Φυσικά, θα υπάρξουν και εντάσεις εντός του καθενός από τα δύο μπλοκ. Κατά τη διάρκεια του αυθεντικού Ψυχρού Πολέμου, υπήρχαν και πασίγνωστες εντάσεις στο εσωτερικό καθενός από τα δύο στρατόπεδα. Στην κομμουνιστική πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, από το 1948 και μετά είχαμε δει την σφοδρή αντιπαλότητα μεταξύ του Γιόσιπ Τίτο της Γιουγκοσλαβίας και του Ιωσήφ Στάλιν της Σοβιετικής Ένωσης· ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η Σινο-Σοβιετική ρήξη, η οποία οδήγησε σε πραγματικές στρατιωτικές συνοριακές αψιμαχίες μεταξύ Κίνας και Σοβιετικής Ένωσης το 1969. Και στην άλλη πλευρά υπήρχαν πολλές εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και συμμάχων τους, π.χ. με τον Γάλλο Πρόεδρο Σαρλ ντε Γκωλ να αποσύρει εντυπωσιακά την Γαλλία από την κοινή στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ το 1966, κατά πρώτο λόγο επειδή ήθελε να επιβεβαιώσει την Γαλλική ανεξαρτησία και κυριαρχία στην παγκόσμια σκηνή. Αναμφίβολα, ανάλογα θα συμβούν και στην νέα οικολογική - ιδεολογική τάξη πραγμάτων: Από μια Σινο-Ευρωπαϊκή entente ασφαλώς δεν θα λείπουν οι εσωτερικές εντάσεις, όπως ακριβώς και η γεωπολιτική αντιπαλότητα μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ θα συνεχιστεί, παρά την στοίχιση τους στο πεδίο του ενεργειακού μεταβολισμού [δηλαδή σε ό,τι αφορά τις επιλογές ενεργειακών ανταλλαγών με την φύση].
Μολονότι τα καθεστώτα του Τραμπ, του Πούτιν και Οίκου των Σαούντ είναι όλα καθεστώτα αυτοκρατών, αυτό που τα συνδέει δεν είναι ένα κοινό μοντέλο διακυβέρνησης, και ακόμη λιγότερο μια ιδεολογικού χαρακτήρα πεποίθηση ότι το μοντέλο τους πρέπει να γενικευτεί σε άλλες χώρες. Τα συνδέει το υποκείμενο ενδιαφέρον για την εγχώρια και την διεθνή ισχύ, τις οποίες, καθένα από αυτά τα καθεστώτα αντλεί από το κυριαρχικό δικαίωμα του επί των ορυκτών καυσίμων. Και τα τρία καθεστώτα, θέλουν να διατηρήσουν τα άλλα κράτη του κόσμου σε κατάσταση εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, επειδή αυτή η εξάρτηση μεταφράζεται σε γεωπολιτικό πλεονέντημα για τα ίδια. Η στρατηγική τους βασίζεται σε έναν ρεβανσιστικό πόθο να ξαναζωντανέψουν τα μεγαλεία του παρελθόντος με την βοήθεια του εθνικισμού του βασισμένου στα ορυκτά καύσιμα.
Αυτά τα καθεστώτα θα ψάξουν να βρουν συμμάχους σε άλλα κράτη που έχουν οικονομίες εντατικής χρήσης άνθρακα, ενθαρρύνοντας αντι-δίκτυα τα οποία θα αντιστέκονται στη νέα πράσινη τάξη πραγμάτων. Σ' αυτή την νέα γεωπολιτική διάρθρωση, τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι απλώς εμπορεύματα, αλλά γίνονται επίσης σύμβολα πολιτισμικής αυτονομίας και πολιτικής απείθειας και πρόκλησης.
Γι' αυτά τα κράτη, το όραμα του IEA για έναν κόσμο με μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα, ίσως υπό Σινο-Ευρωπαϊκή ηγεσία, ισοδυναμεί με κήρυξη πολιτικού και οικονομικού πολέμου. Η πιθανή αντίδρασή τους δεν θα είναι παθητική αποδοχή της δικής τους υποβάθμισης, αλλά ενεργός αντίσταση, η οποία ενδεχομένως θα κλιμακωθεί και από σύγκρουση θέσεων θα μετατραπεί σε σύγκρουση κινήσεων. Αναμενόμενο είναι ότι θα μετατρέψουν σε όπλα τις αγορές ενέργειας, θα υποδαυλίσουν αστάθεια σε περιοχές πλούσιες σε φυσικούς πόρους, θα διεξαγάγουν κυβερνοεπιθέσεις σε πράσινες υποδομές και θα πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειες αποπληροφόρησης και παραπληροφόρησης για το κλίμα. Το ιδεολογικό αντίπαλο αφήγημα τους, όχι μόνον θα δυσφημεί την πράσινη τεχνολογία, αλλά με τρόπο κυνικό θα δημιουργεί σύγχυση μεταξύ της απαλλαγής από την καύση άνθρακα αφενός και της νεο-αποικιοκρατίας αφετέρου· θα παρουσιάζουν την πράσινη μετάβαση ως Κινεζική επιβολή, η οποία αποσκοπεί στην εδραίωση νέων παγκόσμιων ιεραρχιών και στη διάβρωση της εθνικής κυριαρχίας.
Φυσικά, θα υπάρξουν και εντάσεις εντός του καθενός από τα δύο μπλοκ. Κατά τη διάρκεια του αυθεντικού Ψυχρού Πολέμου, υπήρχαν και πασίγνωστες εντάσεις στο εσωτερικό καθενός από τα δύο στρατόπεδα. Στην κομμουνιστική πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, από το 1948 και μετά είχαμε δει την σφοδρή αντιπαλότητα μεταξύ του Γιόσιπ Τίτο της Γιουγκοσλαβίας και του Ιωσήφ Στάλιν της Σοβιετικής Ένωσης· ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η Σινο-Σοβιετική ρήξη, η οποία οδήγησε σε πραγματικές στρατιωτικές συνοριακές αψιμαχίες μεταξύ Κίνας και Σοβιετικής Ένωσης το 1969. Και στην άλλη πλευρά υπήρχαν πολλές εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και συμμάχων τους, π.χ. με τον Γάλλο Πρόεδρο Σαρλ ντε Γκωλ να αποσύρει εντυπωσιακά την Γαλλία από την κοινή στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ το 1966, κατά πρώτο λόγο επειδή ήθελε να επιβεβαιώσει την Γαλλική ανεξαρτησία και κυριαρχία στην παγκόσμια σκηνή. Αναμφίβολα, ανάλογα θα συμβούν και στην νέα οικολογική - ιδεολογική τάξη πραγμάτων: Από μια Σινο-Ευρωπαϊκή entente ασφαλώς δεν θα λείπουν οι εσωτερικές εντάσεις, όπως ακριβώς και η γεωπολιτική αντιπαλότητα μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ θα συνεχιστεί, παρά την στοίχιση τους στο πεδίο του ενεργειακού μεταβολισμού [δηλαδή σε ό,τι αφορά τις επιλογές ενεργειακών ανταλλαγών με την φύση].
Οι αυταπάτες όσων νοσταλγούν την σφαγιασμένη από τις ΗΠΑ φιλελεύθερη διεθνή τάξη πραγμάτων
Όπως συνέβη στον αυθεντικό Ψυχρό Πόλεμο, ένα μεγάλο ερώτημα θα είναι το πώς θα στοιχηθεί ο Παγκόσμιος Νότος. Η απόφαση των χωρών του Νότου για το ποια πλευρά θα επιλέξουν στον νέο ψυχρό πόλεμο δεν θα αφορά μόνον ιδέες, αλλά ολόκληρο το μοντέλο της υποδομής κάθε χώρας, συμπεριλαμβανομένης της υποδομής πληροφορικής και ψηφιακού κόσμου. Το να επιλέξει μια χώρα την Σινο-Ευρωπαϊκή entente, θα σημαίνει ότι πιθανότατα θα πρέπει επίσης να δεσμευτεί να κατασκευάσει την πληροφορική υποδομή της με βάση την Κινεζική «πλατφόρμα» ψηφιακών τεχνολογιών, λογισμικού και υλικού. Αυτό, ανάλογα και με το πώς θα «παίξουν» οι Ηνωμένες Πολιτείες τα δικά τους «χαρτιά» σ΄ αυτή την κατηγορία υποδομών, μπορεί να αποβεί ευκαιρία ή και μειονέκτημα για την κάθε χώρα που επιλέγει «στρατόπεδο».
Αυτό το όραμα μιας διαίρεσης του κόσμου με βάση την επιλογή οικολογικού μεταβολισμού μεταξύ κοινωνιών και φυσικού κόσμου, έρχεται σε αντίθεση με την εναλλακτική άποψη, την οποία προτείνουν οι επίμονοι νοσταλγοί της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων. Αυτοί εξακολουθούν να βλέπουν έναν άξονα Ιράν - Κίνας - Βόρειας Κορέας - Ρωσίας έναντι μιας ακόμη ενωμένης συμμαχίας «δυτικών δημοκρατιών». Όμως αυτή η συμμαχία των δημοκρατιών είναι ήδη νεκρή. Την έχει σφαγιάσει η θριαμβευτική επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία. Σε τούτη την αναδυόμενη μετα-φιλελεύθερη γεωπολιτική τάξη πραγμάτων, ο κόσμος δεν διαιρείται κατά μήκος της γραμμής που χωρίζει την δημοκρατία από την απολυταρχία ή την αυτοκρατική εξουσία. Ο άξονας των πετρελαιο-κρατών περιλαμβάνει μέλη απολυταρχικά, τα οποία όχι μόνον δεν αισθάνονται την ανάγκη να απολογούνται, αλλά και καυχιούνται για αυτό που είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το Κινεζικό μοντέλο πολιτικής εξουσίας. Ο διχασμός είναι μάλλον μεταξύ εκείνων που βλέπουν τον οικολογικό εκσυγχρονισμό ως βιολογική - γεωχημική επιταγή για να παραμείνει κατοικήσιμος ο πλανήτης, και εκείνων που βλέπουν την απαλλαγή από τον άνθρακα ως απειλή για αυτόν που αποκαλούν τρόπο ζωής τους.
Όπως συνέβη στον αυθεντικό Ψυχρό Πόλεμο, ένα μεγάλο ερώτημα θα είναι το πώς θα στοιχηθεί ο Παγκόσμιος Νότος. Η απόφαση των χωρών του Νότου για το ποια πλευρά θα επιλέξουν στον νέο ψυχρό πόλεμο δεν θα αφορά μόνον ιδέες, αλλά ολόκληρο το μοντέλο της υποδομής κάθε χώρας, συμπεριλαμβανομένης της υποδομής πληροφορικής και ψηφιακού κόσμου. Το να επιλέξει μια χώρα την Σινο-Ευρωπαϊκή entente, θα σημαίνει ότι πιθανότατα θα πρέπει επίσης να δεσμευτεί να κατασκευάσει την πληροφορική υποδομή της με βάση την Κινεζική «πλατφόρμα» ψηφιακών τεχνολογιών, λογισμικού και υλικού. Αυτό, ανάλογα και με το πώς θα «παίξουν» οι Ηνωμένες Πολιτείες τα δικά τους «χαρτιά» σ΄ αυτή την κατηγορία υποδομών, μπορεί να αποβεί ευκαιρία ή και μειονέκτημα για την κάθε χώρα που επιλέγει «στρατόπεδο».
Αυτό το όραμα μιας διαίρεσης του κόσμου με βάση την επιλογή οικολογικού μεταβολισμού μεταξύ κοινωνιών και φυσικού κόσμου, έρχεται σε αντίθεση με την εναλλακτική άποψη, την οποία προτείνουν οι επίμονοι νοσταλγοί της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων. Αυτοί εξακολουθούν να βλέπουν έναν άξονα Ιράν - Κίνας - Βόρειας Κορέας - Ρωσίας έναντι μιας ακόμη ενωμένης συμμαχίας «δυτικών δημοκρατιών». Όμως αυτή η συμμαχία των δημοκρατιών είναι ήδη νεκρή. Την έχει σφαγιάσει η θριαμβευτική επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία. Σε τούτη την αναδυόμενη μετα-φιλελεύθερη γεωπολιτική τάξη πραγμάτων, ο κόσμος δεν διαιρείται κατά μήκος της γραμμής που χωρίζει την δημοκρατία από την απολυταρχία ή την αυτοκρατική εξουσία. Ο άξονας των πετρελαιο-κρατών περιλαμβάνει μέλη απολυταρχικά, τα οποία όχι μόνον δεν αισθάνονται την ανάγκη να απολογούνται, αλλά και καυχιούνται για αυτό που είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το Κινεζικό μοντέλο πολιτικής εξουσίας. Ο διχασμός είναι μάλλον μεταξύ εκείνων που βλέπουν τον οικολογικό εκσυγχρονισμό ως βιολογική - γεωχημική επιταγή για να παραμείνει κατοικήσιμος ο πλανήτης, και εκείνων που βλέπουν την απαλλαγή από τον άνθρακα ως απειλή για αυτόν που αποκαλούν τρόπο ζωής τους.
Σ' αυτόν τον νέο ψυχρό πόλεμο, η μάχη δεν αφορά απλά και μόνον τις εκπομπές, τις αγορές ενέργειας, τα συστήματα ανταλλαγών -συναλλαγών και την τεχνολογία. Ούτε αφορά μόνον την εθνική κυριαρχία ή την εθνική ταυτότητα. Αντίθετα, αφορά τη μεταβολική βάση του σύγχρονου πολιτισμού σε έναν κόσμο που θερμαίνεται. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή η αναδιάταξη συμμαχιών αφορά ανταγωνιστικά οράματα και αφηγήσεις για την νεωτερικότητα· αφορά το τι χρειάζεται να κάνουμε για να την εκσυγχρονίσουμε, ώστε να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει. Το μέλλον μας θα κοιτάζει μπροστά, θα είναι πράσινο και θαραλλέα πλανητικό; Ή θα είναι οπισθοδρομικό, με εντατική χρήση καυσίμων άνθρακα και σθεναρά εθνικο-κυριαρχικό;
* Eκτόξευση στα μούτρα των περαστικών, πεζών ή ποδηλατών, ενός σύννεφου καπνού από την εξάτμιση ενός ντιζελοκίνητου αυτοκινήτου, συχνά «αγροτικού» ημιφορτηγού. Eίναι μια «μαγκιά» διαδεδομένη στις ΗΠΑ τα τελευταία 10 χρόνια. Συνήθως οι κινητήρες είναι «πειραγμένοι». Το «έθιμο» έχει ρίζες σε «κόντρες» μεταξύ μεγάλων φορτηγών, ωστόσο τώρα γίνεται κυρίως από νεαρούς με ημιφορτηγά για να παρενοχλούν ανθρώπους σε δρόμους, πεζοδρόμια και χώρους στάθμευσης
Ο Nils Gilman, ιστορικός των κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων διετέλεσε αναπληρωτής πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϋ, καθώς επίσης
διευθυντής έρευνας και σχεδιασμού σεναρίων για το μέλλον στο Monitor Group, στο
GBN και σε εταιρείες λογισμικού επιχειρήσεων,
συμπεριλαμβανομένης της Salesforce.
Είναι Ανώτερος Σύμβουλος (Senior Advisor) του Ινστιτούτου Berggruen, ανεξάρτητης δεξαμενής σκέψης και παγκοσμίου δικτύου (ίδρυση 2010), με
έδρα το Λος Άντζελες και κέντρα στο Πεκίνο και Βενετία. Σκοπός του
Ινστιτούτου είναι η διαμόρφωση νέων ιδεών σ΄ έναν κόσμο που αλλάζει και πολιτικών,
οικονομικών και κοινωνικών θεσμών για τον 21ο Αιώνα. Επίσης ο Nils Gilman είναι αρχισυντάκτης του οργάνου του Ινστιτούτου Berggruen Press και αναπληρωτής αρχισυντάκτης του Noema Magazine το οποίο εκδίδεται από το Ινστιτούτο.
Στα βιβλία του Gilman περιλαμβάνονται το Mandarins of the Future: Modernization Theory in Cold War America (ιστορική ανάλυση, 2004), το Deviant Globalization: Black Market Economy in the 21st Century (2011) και Children of a Modest Star: Planetary Thinking for an Age of Crises (2024).
Για άλλες δημοσιεύσεις και εισηγήσεις σε συνέδρια του Gilman, βλ. Ινστιτούτου Berggruen
Για άλλες δημοσιεύσεις και εισηγήσεις σε συνέδρια του Gilman, βλ. Ινστιτούτου Berggruen
Μαζί με τη Rosa Brooks ήταν συνιδρυτής του Transition Integrity Project. Ήταν επίσης μέλος του Quincy Institute for Responsible Statecraft.
* Βλ. και Michael Sandel (συνέντευξη): The Vulnerability Of The Liberal Neutral State - We must engage in a clash of values, rather than avoid those with differing views, Noema Magazine, 14.4.2026
Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, Foreign Policy, 23.3.2026
Jim Krane: Geopolitics and the Energy Transition:Less Mining, Less Trade, Less Risk, RICE
Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, Foreign Policy, 23.3.2026
Μπέρναρντ Τσαντ: Τώρα άρχισε η πραγματική μάχη για την ενέργεια του μέλλοντος - «Πετρελαϊκά» εναντίον «ηλεκτρικών» κρατών, γεωπολιτική
Σουζάνε Γκέτσε - «Πετρελαιοχώρες» εναντίον «Κρατών της Ηλεκτρικής Ενέργειας»











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου