© Bernhard Zand (Dubai): Geopolitik infolge des Irankrieges Jetzt hat der Kampf um die Energie der Zukunft wirklich begonnen, Der Spiegel, 1 Απριλίου 2026 (τεύχςο 15/2026), αποθηκευμένο και εδώ
Ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ αναγκάζει τον κόσμο να ξανασκεφτεί το ζήτημα της ενέργειας. Θα συμβεί το άλμα από την εποχή των ορυκτών καυσίμων στην εποχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας; Μήπως διαφαίνεται μια νέα αντιπαράθεση, ένας νέος ψυχρός πόλεμος, του «Άξονα των Πετρελαϊκών Κρατών» εναντίον του «Μπλοκ των Ηλεκτρικών Κρατών»;
Σουχάρ, μια πόλη-λιμάνι στο Σουλτανάτο του Ομάν, περίπου 100 ναυτικά μίλια από την είσοδο του Πορθμού του Ορμούζ: Τα κύματα σκάνε, οι γλάροι στριγγλίζουν και στον παραλιακό δρόμο του λιμανιού, ο συγγραφέας και επιχειρηματίας Ahmed Al-Shezawi, 50 ετών, κάθεται μπροστά σε ένα καφέ στην παραλία.
«Βλέπεις αυτές τις μικρές κουκκίδες εκεί πέρα;» ρωτάει, δείχνοντας τον ορίζοντα του Κόλπου του Ομάν. «Αυτά είναι μόνο μερικά από τα πολλά πλοία που περιμένουν να περάσουν. Τα δεξαμενόπλοια είναι άδεια, τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων είναι γεμάτα φορτίο».
Όταν, πριν από χρόνια, το Ομάν άρχισε να μετατρέπει το ήρεμο Σουχάρ σε μεγάλο βιομηχανικό λιμάνι, μερικοί από τους συμπατριώτες του Σεζάουι αναρωτιόταν αν ήταν καλή ιδέα. Άλλωστε, υπήρχαν ήδη πολλά μεγάλα λιμάνια στην μέσα πλευρά του στενού, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. «Τώρα το Στενό του Ορμούζ είναι κλειστό», λέει ο Σεζάουι. «Κανείς δεν ρωτάει πια γιατί χτίσαμε αυτό το λιμάνι.»
«Βλέπεις αυτές τις μικρές κουκκίδες εκεί πέρα;» ρωτάει, δείχνοντας τον ορίζοντα του Κόλπου του Ομάν. «Αυτά είναι μόνο μερικά από τα πολλά πλοία που περιμένουν να περάσουν. Τα δεξαμενόπλοια είναι άδεια, τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων είναι γεμάτα φορτίο».
Όταν, πριν από χρόνια, το Ομάν άρχισε να μετατρέπει το ήρεμο Σουχάρ σε μεγάλο βιομηχανικό λιμάνι, μερικοί από τους συμπατριώτες του Σεζάουι αναρωτιόταν αν ήταν καλή ιδέα. Άλλωστε, υπήρχαν ήδη πολλά μεγάλα λιμάνια στην μέσα πλευρά του στενού, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. «Τώρα το Στενό του Ορμούζ είναι κλειστό», λέει ο Σεζάουι. «Κανείς δεν ρωτάει πια γιατί χτίσαμε αυτό το λιμάνι.»
![]() |
| Ντουμπάι - © Photo: Kamran Jebreili / AP. via Der Spiegel |
Λίγες ώρες αργότερα, είμαστε στο Ντουμπάι, στην μητρόπολη των τεσσάρων εκατομμυρίων κατοίκων στον Περσικό Κόλπο. Πολλή υγρασία και θολή ατμόσφαιρα στο Παλμ Τζουμέιρα, την τεχνητή χερσόνησο μπροστά στον διάσημο ορίζοντα. Όσο κρατάει το φως της ημέρας, ατενίζοντας στον ορίζοντα δεν μπορείς να δείς πολλά.
Αλλά καθώς ο ήλιος δύει και οι ουρανοξύστες κατά μήκος της ακτής λάμπουν πολύχρωμοι, μικρές κουκκίδες αρχίζουν να φαίνονται και στη θάλασσα έξω από το Ντουμπάι, κίτρινες, κόκκινες και πράσινες. Είναι τα φώτα πλοήγησης των πλοίων που είναι αγκυροβολημένα στην μέσα πλευρά του Στενού, περίπου 200 συνολικά. Εδώ τα δεξαμενόπλοια είναι γεμάτα.
Σχεδόν κανείς δεν μπορεί να μπει, σχεδόν κανείς δεν μπορεί να βγει. Το Ιράν έχει κλείσει έναν από τους πιο σημαντικούς «λαιμούς μπουκαλιού» από τους οποίους περνά ο εφοδιασμός του κόσμου με ενέργεια από ορυκτά καύσιμα. Σχεδόν τίποτε δεν κινείται μεταξύ του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού. Εάν ο αποκλεισμός συνεχιστεί, εκατομμύρια άνθρωποι στην Ασία θα μείνουν σύντομα στο σκοτάδι. Στην Ταϊλάνδη, η τιμή του ντίζελ για ναυτιλιακή χρήση έχει σχεδόν διπλασιαστεί. στις Φιλιππίνες τα καύσιμα για τα ταξί έγιναν αγαθό που σπανίζει, στην Αυστραλία η κηροζίνη για τα αεροπλάνα τελειώνει. Ο Scott Charlton, Διευθύνων Σύμβουλος του Αεροδρομίου του Σίδνεϊ, δήλωσε σε συνέδριο: «Πολύ σύντομα θα καταλάβουμε όλοι πόσο στενά συνδέονται η ενέργεια, η αεροπλοΐα και η γεωπολιτική».
Αλλά καθώς ο ήλιος δύει και οι ουρανοξύστες κατά μήκος της ακτής λάμπουν πολύχρωμοι, μικρές κουκκίδες αρχίζουν να φαίνονται και στη θάλασσα έξω από το Ντουμπάι, κίτρινες, κόκκινες και πράσινες. Είναι τα φώτα πλοήγησης των πλοίων που είναι αγκυροβολημένα στην μέσα πλευρά του Στενού, περίπου 200 συνολικά. Εδώ τα δεξαμενόπλοια είναι γεμάτα.
Σχεδόν κανείς δεν μπορεί να μπει, σχεδόν κανείς δεν μπορεί να βγει. Το Ιράν έχει κλείσει έναν από τους πιο σημαντικούς «λαιμούς μπουκαλιού» από τους οποίους περνά ο εφοδιασμός του κόσμου με ενέργεια από ορυκτά καύσιμα. Σχεδόν τίποτε δεν κινείται μεταξύ του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού. Εάν ο αποκλεισμός συνεχιστεί, εκατομμύρια άνθρωποι στην Ασία θα μείνουν σύντομα στο σκοτάδι. Στην Ταϊλάνδη, η τιμή του ντίζελ για ναυτιλιακή χρήση έχει σχεδόν διπλασιαστεί. στις Φιλιππίνες τα καύσιμα για τα ταξί έγιναν αγαθό που σπανίζει, στην Αυστραλία η κηροζίνη για τα αεροπλάνα τελειώνει. Ο Scott Charlton, Διευθύνων Σύμβουλος του Αεροδρομίου του Σίδνεϊ, δήλωσε σε συνέδριο: «Πολύ σύντομα θα καταλάβουμε όλοι πόσο στενά συνδέονται η ενέργεια, η αεροπλοΐα και η γεωπολιτική».
![]() |
| Καταιγίδα πάνω από πετρελαιοφόρο στo λιμάνι Σουλτάν Καμπούς, Κόλπος του Ομάν © Photo: Elke Scholiers / Getty Images, via Der Spiegel |
Μήπως αυτό είναι η αρχή του πολλές φορές προαναγγελθέντος τέλους της εποχής του πετρελαίου;
Μήπως βιώνουμε την αρχή του πολλές φορές προαναγγελθέντος τέλους της εποχής του πετρελαίου; Μήπως αυτό που συμβαίνει, είναι το σοκ που θα πυροδοτήσει εκείνο που 30 Παγκόσμιες Διασκέψεις του ΟΓΕ για το Κλίμα εδώ και 30 χρόνια δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν; Δηλαδή την εκρηκτική επιτάχυνση της επικράτησης σε παγκόσμια κλίμακα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τις οποίες κανένας αποκλεισμός δεν μπορεί να σταματήσει;
Το σοκ του Ορμούζ είναι η πιο σοβαρή ενεργειακή κρίση εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Για πρώτη φορά από το εμπάργκο πετρελαίου των Αραβικών χωρών το 1973, οι χώρες και στις δύο πλευρές του Στενού συνειδητοποιούν για άλλη μια φορά πόσο επικίνδυνο είναι να στηρίζουν τις οικονομίες τους σε πόρους και εμπορεύματα, η διακίνηση των οποίων μπορεί να διακοπεί από τη μια μέρα στην άλλη.
Βλέποντας εκ των υστέρων, η έλλειψη φυσικού αερίου την οποία βίωσε η Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μοιάζει σχεδόν με προοίμιο αυτού που συμβαίνει τώρα. Τότε, το 2022, επηρεάστηκαν κυρίως τα παλιά βιομηχανικά κράτη της Ευρώπης, μιας οικονομικής περιοχής της οποίας ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ είναι στην εποχή μας σταθερά αργός. Τώρα, αντίθετα, ο αποκλεισμός του Ορμούζ πλήττει την οικονομικά «υπέρθερμη» περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, η οποία διψάει και πεινάει για ενέργεια. Το 60 % του παγκόσμιου πληθυσμού ζει εκεί και η περιοχή αυτή γεννά περίπου το 60 % της παγκόσμιας ετήσιας ανόδου του οικονομικού προϊόντος· από την Ιαπωνία μέχρι το Μπαγκλαντές, από τη Νότια Κορέα μέχρι την Αυστραλία.
Ταυτόχρονα πλήττονται και τα πετρελαιοκράτη του Κόλπου, τα οποία εδώ και περισσότερα από 80 χρόνια προμηθεύουν στον κόσμο ορυκτά καύσιμα· και έτσι, η εξάρτηση τους από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τα οποία πωλούν, έχει γίνει μεγαλύτερη από την εξάρτηση των πελατών τους από το πετρέλαιο και φυσικό αέριο που αγοράζουν και χρησιμοποιούν. Περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών εσόδων των έξι κρατών του Κόλπου εξακολουθούν ακόμη και τώρα να προέρχονται από τον τομέα των ορυκτών καυσίμων.
Εάν τόσο οι καταναλωτές όσο και οι παραγωγοί βγαίνουν χαμένοι, τότε ποιοί κερδίζουν από αυτή την κρίση; Βραχυπρόθεσμα, κερδισμένες μπορεί να βγαίνουν οι δύο παγκόσμιες πυρηνικές δυνάμεις, η Ρωσία και οι ΗΠΑ. Η Ρωσία, επειδή επωφελείται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι ΗΠΑ επειδή μπορούν να είναι σίγουρες ότι το δικό τους πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα έχει, μέχρι νεωτέρας, συνεχή ζήτηση.
Μήπως βιώνουμε την αρχή του πολλές φορές προαναγγελθέντος τέλους της εποχής του πετρελαίου; Μήπως αυτό που συμβαίνει, είναι το σοκ που θα πυροδοτήσει εκείνο που 30 Παγκόσμιες Διασκέψεις του ΟΓΕ για το Κλίμα εδώ και 30 χρόνια δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν; Δηλαδή την εκρηκτική επιτάχυνση της επικράτησης σε παγκόσμια κλίμακα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τις οποίες κανένας αποκλεισμός δεν μπορεί να σταματήσει;
Το σοκ του Ορμούζ είναι η πιο σοβαρή ενεργειακή κρίση εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Για πρώτη φορά από το εμπάργκο πετρελαίου των Αραβικών χωρών το 1973, οι χώρες και στις δύο πλευρές του Στενού συνειδητοποιούν για άλλη μια φορά πόσο επικίνδυνο είναι να στηρίζουν τις οικονομίες τους σε πόρους και εμπορεύματα, η διακίνηση των οποίων μπορεί να διακοπεί από τη μια μέρα στην άλλη.
Βλέποντας εκ των υστέρων, η έλλειψη φυσικού αερίου την οποία βίωσε η Ευρώπη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μοιάζει σχεδόν με προοίμιο αυτού που συμβαίνει τώρα. Τότε, το 2022, επηρεάστηκαν κυρίως τα παλιά βιομηχανικά κράτη της Ευρώπης, μιας οικονομικής περιοχής της οποίας ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ είναι στην εποχή μας σταθερά αργός. Τώρα, αντίθετα, ο αποκλεισμός του Ορμούζ πλήττει την οικονομικά «υπέρθερμη» περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, η οποία διψάει και πεινάει για ενέργεια. Το 60 % του παγκόσμιου πληθυσμού ζει εκεί και η περιοχή αυτή γεννά περίπου το 60 % της παγκόσμιας ετήσιας ανόδου του οικονομικού προϊόντος· από την Ιαπωνία μέχρι το Μπαγκλαντές, από τη Νότια Κορέα μέχρι την Αυστραλία.
Ταυτόχρονα πλήττονται και τα πετρελαιοκράτη του Κόλπου, τα οποία εδώ και περισσότερα από 80 χρόνια προμηθεύουν στον κόσμο ορυκτά καύσιμα· και έτσι, η εξάρτηση τους από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τα οποία πωλούν, έχει γίνει μεγαλύτερη από την εξάρτηση των πελατών τους από το πετρέλαιο και φυσικό αέριο που αγοράζουν και χρησιμοποιούν. Περίπου τα δύο τρίτα των κρατικών εσόδων των έξι κρατών του Κόλπου εξακολουθούν ακόμη και τώρα να προέρχονται από τον τομέα των ορυκτών καυσίμων.
Εάν τόσο οι καταναλωτές όσο και οι παραγωγοί βγαίνουν χαμένοι, τότε ποιοί κερδίζουν από αυτή την κρίση; Βραχυπρόθεσμα, κερδισμένες μπορεί να βγαίνουν οι δύο παγκόσμιες πυρηνικές δυνάμεις, η Ρωσία και οι ΗΠΑ. Η Ρωσία, επειδή επωφελείται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι ΗΠΑ επειδή μπορούν να είναι σίγουρες ότι το δικό τους πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα έχει, μέχρι νεωτέρας, συνεχή ζήτηση.
![]() |
| Πυρκαγιά μετά από επίθεση drone στο terminal πετρελαίου του λιμανιού Salala, Νότιο Ομάν © Photo: Gallo Images / Orbital Horizon / Copernicus Sentinel Data 2026 / Getty Images, via Der Spiegel |
Το Πεκίνο είναι καλά προετοιμασμένο για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτό ακριβώς το είδος κρίσης.
Ωστόσο, για ό,τι αφορά την μακροπρόθεσμη έκβαση, οι ειδικοί βλέπουν ως κατ΄ εξοχήν κερδισμένη την χώρα που είναι ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος καταναλωτής και ο μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας γενικά: Την Κίνα. Αυτό ισχύει επειδή το Πεκίνο έχει προετοιμαστεί καλά για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτό ακριβώς το είδος κρίσης: Πρώτον, έχει αποθηκεύσει τόσο πολύ πετρέλαιο και φυσικό αέριο που θα ήταν αρκετό ακόμη και για να αντέξει έναν πολύμηνο αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ. Δεύτερον, εδώ και χρόνια, όχι απλά προωθεί την ταχεία επέκταση της εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά προπαντός προωθεί την παραγωγή όλων όσων χρειάζονται για να χρησιμοποιηθούν αυτές οι πηγές ενέργειας: Από τους ηλιακούς συλλέκτες και τις ανεμογεννήτριες έως τις μπαταρίες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έως τα εξαρτήματα ενός αποτελεσματικού δικτύου μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. Με παγκόσμια μερίδια αγοράς 70 έως 85 %, τώρα πια η Κίνα είναι σχεδόν μόνη κυρίαρχη σ' αυτούς τους τομείς. Αυτό το πλεονέκτημα της Κίνας αναβαθμίζει το ερώτημα για τους κερδισμένους και χαμένους της τωρινής κρίσης σε ζήτημα γεωπολιτικής.
«Το ζήτημα, τί θα διαδεχθεί την φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων», γράφει ο Αμερικανός ιστορικός και ερευνητής των διαδικασιών εκσυγχρονισμού Nils Gilman σε ένα δοκίμιο για το περιοδικό Foreign Policy [Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, 23.3.2026] «ούτε θα λυθεί με διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, ούτε θα αποφασιστεί από δικαστήρια στη Χάγη. Θα εξαρτηθεί από το ποιοί ελέγχουν τις ενεργειακές ροές, τους φυσικούς πόρους και τα τεχνολογικά συστήματα, από τα οποία εξαρτάται σήμερα όλη η σύγχρονη ζωή».
Ο Gilman προβλέπει έναν «οικολογικό ψυχρό πόλεμο», στον οποίο ένας «άξονας πετρελαϊκών κρατών» υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ και της Ρωσίας, θα είναι αντιμέτωπος με ένα «μπλοκ ηλεκτρικών κρατών», με επικεφαλής την Κίνα. Το χαρακτηριστικό αυτού του ψυχρού πολέμου δεν θα είναι μια αντιπαλότητα μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, όπως συνέβη στον 20ό Αιώνα, αλλά «ένας αγώνας για την επικράτηση μεταξύ ανταγωνιστικών μεταβολισμών», δηλαδή, μεταξύ των διαφορετικών τύπων ενεργειακών ανταλλαγών με τον φυσικό κόσμο αυτών των δύο μπλοκ.
Αν αυτό ισχύει, τι σημαίνει για τον υπόλοιπο κόσμο, για τα μικρά κράτη αλλά και για τις μεσαίες δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα; Μήπως θα αναγκασθούν στο μέλλον να αποφασίσουν όχι μόνον ποιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα προτιμούν, αλλά και σε ποιο ενεργειακό μπλοκ θέλουν να ανήκουν;
Ωστόσο, για ό,τι αφορά την μακροπρόθεσμη έκβαση, οι ειδικοί βλέπουν ως κατ΄ εξοχήν κερδισμένη την χώρα που είναι ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος καταναλωτής και ο μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας γενικά: Την Κίνα. Αυτό ισχύει επειδή το Πεκίνο έχει προετοιμαστεί καλά για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτό ακριβώς το είδος κρίσης: Πρώτον, έχει αποθηκεύσει τόσο πολύ πετρέλαιο και φυσικό αέριο που θα ήταν αρκετό ακόμη και για να αντέξει έναν πολύμηνο αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ. Δεύτερον, εδώ και χρόνια, όχι απλά προωθεί την ταχεία επέκταση της εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά προπαντός προωθεί την παραγωγή όλων όσων χρειάζονται για να χρησιμοποιηθούν αυτές οι πηγές ενέργειας: Από τους ηλιακούς συλλέκτες και τις ανεμογεννήτριες έως τις μπαταρίες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έως τα εξαρτήματα ενός αποτελεσματικού δικτύου μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. Με παγκόσμια μερίδια αγοράς 70 έως 85 %, τώρα πια η Κίνα είναι σχεδόν μόνη κυρίαρχη σ' αυτούς τους τομείς. Αυτό το πλεονέκτημα της Κίνας αναβαθμίζει το ερώτημα για τους κερδισμένους και χαμένους της τωρινής κρίσης σε ζήτημα γεωπολιτικής.
«Το ζήτημα, τί θα διαδεχθεί την φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων», γράφει ο Αμερικανός ιστορικός και ερευνητής των διαδικασιών εκσυγχρονισμού Nils Gilman σε ένα δοκίμιο για το περιοδικό Foreign Policy [Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, 23.3.2026] «ούτε θα λυθεί με διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, ούτε θα αποφασιστεί από δικαστήρια στη Χάγη. Θα εξαρτηθεί από το ποιοί ελέγχουν τις ενεργειακές ροές, τους φυσικούς πόρους και τα τεχνολογικά συστήματα, από τα οποία εξαρτάται σήμερα όλη η σύγχρονη ζωή».
Ο Gilman προβλέπει έναν «οικολογικό ψυχρό πόλεμο», στον οποίο ένας «άξονας πετρελαϊκών κρατών» υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ και της Ρωσίας, θα είναι αντιμέτωπος με ένα «μπλοκ ηλεκτρικών κρατών», με επικεφαλής την Κίνα. Το χαρακτηριστικό αυτού του ψυχρού πολέμου δεν θα είναι μια αντιπαλότητα μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, όπως συνέβη στον 20ό Αιώνα, αλλά «ένας αγώνας για την επικράτηση μεταξύ ανταγωνιστικών μεταβολισμών», δηλαδή, μεταξύ των διαφορετικών τύπων ενεργειακών ανταλλαγών με τον φυσικό κόσμο αυτών των δύο μπλοκ.
Αν αυτό ισχύει, τι σημαίνει για τον υπόλοιπο κόσμο, για τα μικρά κράτη αλλά και για τις μεσαίες δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα; Μήπως θα αναγκασθούν στο μέλλον να αποφασίσουν όχι μόνον ποιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα προτιμούν, αλλά και σε ποιο ενεργειακό μπλοκ θέλουν να ανήκουν;
![]() |
| Χώρες - μεγάλοι παραγωγοί πετρελαίου, 2024 © Energy Institute, via Der Spiegel |
Το πρόβλημα: «Πετρελαϊκό κράτος». Όμως: «Γιατί να καίμε το δικό μας φυσικό αέριο τη στιγμή που μπορούμε να το πουλάμε τόσο ακριβά»;
Το Ομάν, στο οποίο ζει ο επιχειρηματίας και συγγραφέας Αχμέντ Αλ-Σεζάουι, είναι μια χώρα την οποία θα άξιζε να ζηλεύει κανείς, από οικονομική σκοπιά, λόγω γεωγραφίας, αλλά και όσον αφορά την ενεργειακή του ασφάλεια. Το Σουλτανάτο δεν έχει εμπλακεί σε στρατιωτική σύγκρουση εδώ και δεκαετίες. Η Αραβική Άνοιξη, η οποία σάρωσε ολόκληρα καθεστώτα πριν από 15 χρόνια και στην οποία συμμετείχε και ο Σεζάουι, μόνον οριακά επηρέασε το Ομάν. Έτσι, η κυβέρνηση του μπόρεσε να συνεχίσει να προωθεί το σχέδιό της για εκσυγχρονισμό της οικονομίας.
Η χώρα παράγει περίπου 800.000 βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, ήτοι το ένα τέταρτο όσων παράγουν τα γειτονικά Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Το Ομάν εξάγει το 85 % του πετρελαίου του, κυρίως στην Κίνα, ενώ το υπόλοιπο αγοράζεται από την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα και την Ινδία. Σε αντίθεση με όλα τα άλλα κράτη του Κόλπου, ο αποκλεισμός του Πορθμού του Ορμούζ δεν επηρεάζει το Ομάν. Όπως το λιμάνι Σουχάρ, όλα τα άλλα λιμάνια του Σουλτανάτου βρίσκονται στον Κόλπο του Ομάν, επομένως ανοιχτά στον Ινδικό Ωκεανό, δηλαδή έξω και μακριά από τα Στενά του Ορμούζ.
Το Ομάν παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής του ενέργειας από το δικό του φυσικό αέριο. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής αυξάνεται τώρα ραγδαία, άν και αρχίζοντας από χαμηλή βάση, και από πέρυσι μέχρι φέτος διπλασιάστηκε, από περίπου 5 σε 10 %. Στο αναπτυξιακό σχέδιο προβλέπεται ότι αυτό το ποσοστό θα φτάσει το 30 % έως το 2030 και σχεδόν το 100 % έως το 2050. Παρόμοια, αν και όχι τόσο φιλόδοξα, είναι τα σχέδια γειτονικών χωρών, όπως η «Πράσινη Πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας» («Saudi Green Initiative») και η ενεργειακή στρατηγική των ΗΑΕ. Η βασική ιδέα είναι: Γιατί να καίμε το δικό μας φυσικό αέριο τη στιγμή που μπορούμε να το πουλάμε τόσο ακριβά;
Το Ομάν, στο οποίο ζει ο επιχειρηματίας και συγγραφέας Αχμέντ Αλ-Σεζάουι, είναι μια χώρα την οποία θα άξιζε να ζηλεύει κανείς, από οικονομική σκοπιά, λόγω γεωγραφίας, αλλά και όσον αφορά την ενεργειακή του ασφάλεια. Το Σουλτανάτο δεν έχει εμπλακεί σε στρατιωτική σύγκρουση εδώ και δεκαετίες. Η Αραβική Άνοιξη, η οποία σάρωσε ολόκληρα καθεστώτα πριν από 15 χρόνια και στην οποία συμμετείχε και ο Σεζάουι, μόνον οριακά επηρέασε το Ομάν. Έτσι, η κυβέρνηση του μπόρεσε να συνεχίσει να προωθεί το σχέδιό της για εκσυγχρονισμό της οικονομίας.
Η χώρα παράγει περίπου 800.000 βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, ήτοι το ένα τέταρτο όσων παράγουν τα γειτονικά Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Το Ομάν εξάγει το 85 % του πετρελαίου του, κυρίως στην Κίνα, ενώ το υπόλοιπο αγοράζεται από την Ιαπωνία, την Νότια Κορέα και την Ινδία. Σε αντίθεση με όλα τα άλλα κράτη του Κόλπου, ο αποκλεισμός του Πορθμού του Ορμούζ δεν επηρεάζει το Ομάν. Όπως το λιμάνι Σουχάρ, όλα τα άλλα λιμάνια του Σουλτανάτου βρίσκονται στον Κόλπο του Ομάν, επομένως ανοιχτά στον Ινδικό Ωκεανό, δηλαδή έξω και μακριά από τα Στενά του Ορμούζ.
Το Ομάν παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής του ενέργειας από το δικό του φυσικό αέριο. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής αυξάνεται τώρα ραγδαία, άν και αρχίζοντας από χαμηλή βάση, και από πέρυσι μέχρι φέτος διπλασιάστηκε, από περίπου 5 σε 10 %. Στο αναπτυξιακό σχέδιο προβλέπεται ότι αυτό το ποσοστό θα φτάσει το 30 % έως το 2030 και σχεδόν το 100 % έως το 2050. Παρόμοια, αν και όχι τόσο φιλόδοξα, είναι τα σχέδια γειτονικών χωρών, όπως η «Πράσινη Πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας» («Saudi Green Initiative») και η ενεργειακή στρατηγική των ΗΑΕ. Η βασική ιδέα είναι: Γιατί να καίμε το δικό μας φυσικό αέριο τη στιγμή που μπορούμε να το πουλάμε τόσο ακριβά;
![]() |
| Παγκόσμια ετήσια κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας ανά πηγή ενέργειας, σε τεραβατώρες (TWh), © Energy Institute, via Der Spiegel |
Ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε ένα «πετρελαϊκό κράτος»; Γιατί όχι;
Ο Αχμέντ Αλ-Σεζάουι είναι κριτικός στοχαστής. Έχει φυλακιστεί γι' αυτό. Ωστόσο υποστηρίζει αυτό το σχέδιο της κυβέρνησης του Ομάν. «Είμαι ο μοναδικός στην οικογένειά μου που εξακολουθεί να οδηγεί αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης», λέει, σχεδόν ζητώντας συγγνώμη. «Όλοι οι άλλοι ήδη οδηγούν ηλεκτρικά αυτοκίνητα». Ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε ένα κράτος πλούσιο σε πετρέλαιο: Γιατί όχι;
Οι περισσότεροι πελάτες πετρελαίου του Ομάν δεν μπορούν να βλέπουν τα πράγματα τόσο χαλαρά όσο ο Αλ-Σεζάουι. Η Ιαπωνία, λόγου χάρη, η τέταρτη σε μέγεθος οικονομία στον κόσμο, προμηθεύεται το 95 % του αργού πετρελαίου της από τα κράτη του Κόλπου. Η Νότια Κορέα περίπου το 70 %, το ίδιο και η Ταϊβάν. Το Μπαγκλαντές, με την πολύ ασθενέστερη οικονομία του, εξαρτάται επίσης από τις παραδόσεις πετρελαίου από την Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Ιράκ.
Και το Στενό του Ορμούζ είναι μόνο ένας από τους πολλούς ενεργειακούς διαδρόμους οι οποίοι, σε περιπτώσεις κρίσεων, μπορεί να βρεθούν αποκλεισμένοι. Σε περίπτωση που οι πολιτοφυλακές των Χούθι στην Υεμένη κλιμακώσουν τον πόλεμο υποστηρίζοντας το Ιράν, μπορούν να αποκόψουν το Στενό Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, δηλαδή την σύνδεση της Ερυθράς Θάλασσας με τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του οποίου η Σαουδική Αραβία εξάγει προς το παρόν σχετικά μικρές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ανατολική και Νότια Ασία.
Μεγαλύτερη ανησυχία για τις χώρες της Ανατολικής Ασίας, σε περίπτωση μιας πιθανής σύγκρουσης για την Ταϊβάν, προκαλεί το Στενό της Μαλάκκα το οποίο συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με την Νότια Σινική Θάλασσα. Από εκεί περνούν διά θαλάσσης περισσότερα από 23 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, δηλαδή ακόμη περισσότερο πετρέλαιο από αυτό που περνά μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Οι διαρκείς συνέπειες του αποκλεισμού των διαδρόμων πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι γνωστές το αργότερο από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967. Η σύγκρουση εκείνη, μεταξύ Ισραήλ και αρκετών αραβικών χωρών, οδήγησε στο κλείσιμο της Διώρυγας του Σουέζ για περισσότερα από οκτώ χρόνια. Η οικονομική κρίση που προκλήθηκε έτσι και το επακόλουθο εμπάργκο πετρελαίου των χωρών του ΟΠΕΚ το 1973, οδήγησαν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ να εξετάσει εάν υπήρχαν πιο ανθεκτικοί σε κρίσεις τρόποι, για την τροφοδοσία του κόσμου με ενέργεια: «Κανείς δεν μπορεί να μποϊκοτάρει τον ήλιο», είπε ήδη το 1979 σε μια εκδήλωση για την προώθηση της χρήσης της ηλιακής ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, εκπρόσωποι της πετρελαϊκής βιομηχανίας, καταγγέλουν την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ισχυρίζονται ότι αυτές ευθύνονται για τις ελλείψεις. Η Μπρέντα Σάφερ (Brenda Shaffer), αρμόδια για ενεργειακά ζητήματα της [Αμερικανικής, συνεργαζόμενης με πετρελαιïκές εταιρείες] δεξαμενής σκέψης Atlantic Council και πρώην σύμβουλος της κρατικής εταιρείας πετρεαλίου του Αζερμπαϊτζάν, ισχυρίζεται το εξής, ακριβώς τώρα: Είναι καταστροφικό το γεγονός ότι η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και οι χώρες της G7 έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους σε περαιτέρω επενδύσεις στην παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα [«“Renewable” Energy Gives Us a Crisis» - «Με το να παραπλανά τον εαυτό της ότι θα μπορούσε να απογαλακτιστεί από τα ορυκτά καύσιμα, η Δύση βοήθησε το Ιράν να αποκτήσει πλεονέκτημα»].
Επικαλείται, λόγου χάρη, το εξής: Μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία ανακαλύφθηκαν στην Αφρική πριν από μια δεκαετία ή και λίγο πριν, έχουν παραμείνει ανεκμετάλλευτα. Αν η Δύση είχε επενδύσει και είχε αξιοποιήσει αυτούς τους πόρους, ισχυρίζεται η Shaffer στο ανωτέρω σχόλιο για την Wall Street Journal, «η Αφρική θα μπορούσε να είχε γίνει σημαντικός προμηθευτής ενέργειας και η αυξημένη προσφορά από χώρες εκτός της Μέσης Ανατολής θα μπορούσε να είχε μετριάσει τις επιπτώσεις των τρεχουσών ενεργειακών ελλείψεων».
Η Λύση: Το «Ηλεκτρικό Κράτος»
Πριν από τρία χρόνια, όταν ο ειδικός σε θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας Li Shuo ταξίδεψε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για να συμμετάσχει στην προετοιμασία της 28ης Διάσκεψης για το Κλίμα του OHE, παρήγγειλε ένα ταξί Uber. Το ταξί έφτασε και ο Li έμεινε έκπληκτος: Το αυτοκίνητο ήταν Hongqi, μιας μάρκας η οποία είναι γνωστή μόνο σε ελάχιστα άτομα που ζουν εκτός Κίνας. Η Hongqi, εταιρικό όνομα το οποίο σημαίνει κατά λέξη «Κόκκινη Σημαία», κατασκευάζει εδώ και δεκαετίες τις βαριές υπηρεσιακές λιμουζίνες οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους Κινέζους ηγέτες για να βολτάρουν δίπλα σε στρατιωτικές παρελάσεις.
Όμως, μια δεύτερη έκπληξη περίμενε τον Li Shuo: Όταν το αυτοκίνητο ξεκίνησε, κατάλαβε ότι αυτό το Hongqi ήταν ηλεκτρικό. Ο ειδικός σε θέματα κλίματος, πρώην μέλος της Greenpeace στο Πεκίνο και τώρα στέλεχος στην δεξαμενή σκέψης Asia Society στην Ουάσινγκτον, κατέληξε σε δύο συμπεράσματα από την όλη εμπειρία του και τις πολυάριθμες συζητήσεις του στην περιοχή: «Πρώτον, οι ηγέτες στον Κόλπο σκέφτονται σαφώς πολύ στρατηγικά. Και δεύτερον, αυτός ο τρόπος σκέψης τους μου φαίνεται αρκετά Κινεζικού τύπου».
Αυτά τα δύο ταιριάζουν: Και η Κίνα έχει κάνει ένα στρατηγικό βήμα για να αναπροσαρμόσει την ενεργειακή της πολιτική. Το καλοκαίρι του 2014, μόλις δύο χρόνια μετά την έναρξη της θητείας του, ο Πρόεδρος Σι Τζινπίγκ παραπονέθηκε ότι το ενεργειακό σύστημα της Κίνας είναι «τεχνολογικά καθυστερημένο» και έδωσε εντολές για ριζικό εκσυγχρονισμό. Αυτό που ακολούθησε, σύμφωνα με τους Financial Times, ήταν ένα «πολυπλόκαμο σύνολο μέτρων», το οποίο, μέσα σε δέκα χρόνια, εκτόξευσε την χώρα στην πρώτη γραμμή της άντλησης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Η Κίνα αντλεί τόση ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές όση παράγουν όλες οι χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής μαζί.
Τώρα πια, η Κίνα παράγει τόση ποσότητα ηλεκτρισμού αντλώντας από ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια, όση περίπου παράγουν όλες οι χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής μαζί. Μόνο το έτος 2025, το Πεκίνο εγκατέστησε 318 γιγαβάτ (GW) νέας ηλιακής ισχύος. Αυτό είναι περισσότερο από τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ των σταθμών παραγωγής ενέργειας της Γερμανίας και της Αυστρίας, δηλαδή συμπεριλαμβανομένων των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που υπάρχουν στις δύο χώρες. Συνολικά η ΕΕ, έχει συσσωρευτική εγκατεστημένη ηλιακή ισχύ περίπου 340 GW. Ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τώρα πια αντιστοιχεί περίπου στο ένα δέκατο του συνολικού οικονομικού προιόντος της Κίνας και συμβάλλει περίπου στο ένα τέταρτο της ανόδου του ΑΕΠ της.
Μολονότι το Πεκίνο, όπως και πριν, εξακολουθεί να καίει κυρίως πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα και είναι μακράν ο μεγαλύτερος εκπομπός αερίων θερμοκηπίου στον κόσμο, τώρα πια η Κίνα λογίζεται ως «ηλεκτρικό κράτος», δηλαδή σε μια νέα κατηγορία εθνικών οικονομιών. Πράγμα που σημαίνει, χώρα που προωθεί τον ηλεκτρισμό ως πρωταρχική πηγή για τροφοδοσία της χώρας με ενέργεια, βασιζόμενη κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην πυρηνική ενέργεια, αντί για τα ορυκτά καύσιμα. Για την Κίνα, αυτό ισχύει μόνον ως τάση, ως στόχος. Ωστόσο, αυτό που δικαιολογεί τη χρήση τούτου του όρου είναι η κατεύθυνση την οποία ακολουθεί η χώρα. Και η κατεύθυνση αυτή φαίνεται ασταμάτητη.
Στην οξεία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία προκλήθηκε από τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ, η ιδέα ενός αποτελεσματικού ηλεκτρικού κράτους, βασισμένου σε πηγές ενέργειας εναλλακτικές προς τα ορυκτά καύσιμα, είναι ασφαλώς πιο ελκυστική από κάθε άλλη φορά. Βραχυπρόθεσμα, υπό την πίεση των σημερινών γεγονότων, χώρες οι οποίες διαθέτουν τα απαραίτητα αποθέματα άνθρακα ίσως μπορέσουν να παράγουν πάλι περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια καίγοντας τον. Ωστόσο μακροπρόθεσμα, οι καθαρές και ανθεκτικές σε πολιτικές κρίσεις πηγές ενέργειας όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, φαίνονται να υπόσχονται πολύ περισσότερα από πρώτες ύλες των οποίων η προσφορά δεν μπορεί να είναι εγγυημένη.
Από τη μία εξάρτηση στην επόμενη;
Για την ηγεσία της Κίνας, το κύριο κίνητρο για να ξεκινήσει την πορεία προς ένα ηλεκτρικό κράτος, ποτέ δεν ήταν η προστασία του περιβάλλοντος. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι εκπρόσωποι του Πεκίνου στα συνέδρια για το κλίμα εμφανίζονται συχνά τόσο άκαμπτοι. Το κύριο επιχείρημα τους είναι αυτό της εθνικής ασφάλειας, ο στόχος της ανεξαρτησίας από εξωτερικές, ιδίως πολιτικές, επιρροές, στην τροφοδοσία της χώρας με ενέργεια.
Ο μεγάλης κλίμακας «εξηλεκτρισμός» της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο έχει και ανεπιθύμητες παρενέργειες, τόσο για την ίδια την Κίνα όσο και παγκοσμίως. Μία από αυτές τις παρενέργειες είναι η προκαλούμενη από τεράστιες επιδοτήσεις υπερπαραγωγή ηλιακών συλλεκτών, ανεμογεννητριών και πολλών άλλων «εξαρτημάτων» του «ηλεκτρικού κράτους», τα οποία τώρα κατακλύζουν τις αγορές. Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ απαντούν με υψηλούς δασμούς. Διότι αυτό που έθεσε σε κίνηση το Πεκίνο δεν είναι η οικοδόμηση μιας δίκαια σταθμισμένης και ισορροπημένης ενεργειακής μετάβασης από την οποία στο τέλος θα βγουν όλοι ωφελημένοι. Λόγω της τεράστιας βιομηχανικής βάσης της, η Κίνα έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ανισορροπία.
Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί, ακόμη και σε αυτό το κακώς κείμενο, βλέπουν ένα πλεονέκτημα. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν επιβάλει δασμούς σε Κινεζικά ηλιακά πάνελ παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, προσφέρει στις αναπτυσσόμενες χώρες «μια φανταστική ευκαιρία να αγοράσουν αυτά τα πάνελ σε οικονομική τιμή και έτσι να προωθήσουν τον εξηλεκτρισμό τους, έναν τομέα στον οποίο έχουν σημαντικά ελλείμματα», λέει ο Jim Krane, καθηγητής ενέργειας και γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον. «Μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καθαρή τεχνολογία για να καλύψουν μεγαλύτερο μερίδιο των αναγκών τους σε ηλεκτρική ενέργεια, μειώνοντας έτσι την εξάρτησή τους από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο».
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις φτωχές χώρες: Ακόμα και για την Ευρώπη, «μακροπρόθεσμα είναι ασφαλέστερο να βασίζεται σε τεχνολογία ηλεκτρισμού από την Κίνα παρά στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από την Ρωσία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες», λέει ο ίδιος επιστήμονας, ο οποίος - σημειωτέον - διδάσκει στην αμερικανική πετρελαιοπαραγωγική πολιτεία του Τέξας.
Όμως, μήπως αυτό σημαίνει ότι οι χώρες που βρίσκονται ανάμεσα σ' αυτά τα δύο ενεργειακά μπλοκ, μπορεί απλώς να γλιστρήσουν από τη μία εξάρτηση στην άλλη; Το Πεκίνο ποτέ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την οικονομική του ισχύ ως εργαλείο πολιτικής πίεσης, πράγμα που αποδείχθηκε πολύ πρόσφατα από τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, οι οποίες έχουν γίνει απαραίτητες στη σύγχρονη βιομηχανία.
Ο Αχμέντ Αλ-Σεζάουι είναι κριτικός στοχαστής. Έχει φυλακιστεί γι' αυτό. Ωστόσο υποστηρίζει αυτό το σχέδιο της κυβέρνησης του Ομάν. «Είμαι ο μοναδικός στην οικογένειά μου που εξακολουθεί να οδηγεί αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης», λέει, σχεδόν ζητώντας συγγνώμη. «Όλοι οι άλλοι ήδη οδηγούν ηλεκτρικά αυτοκίνητα». Ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε ένα κράτος πλούσιο σε πετρέλαιο: Γιατί όχι;
Οι περισσότεροι πελάτες πετρελαίου του Ομάν δεν μπορούν να βλέπουν τα πράγματα τόσο χαλαρά όσο ο Αλ-Σεζάουι. Η Ιαπωνία, λόγου χάρη, η τέταρτη σε μέγεθος οικονομία στον κόσμο, προμηθεύεται το 95 % του αργού πετρελαίου της από τα κράτη του Κόλπου. Η Νότια Κορέα περίπου το 70 %, το ίδιο και η Ταϊβάν. Το Μπαγκλαντές, με την πολύ ασθενέστερη οικονομία του, εξαρτάται επίσης από τις παραδόσεις πετρελαίου από την Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Ιράκ.
Και το Στενό του Ορμούζ είναι μόνο ένας από τους πολλούς ενεργειακούς διαδρόμους οι οποίοι, σε περιπτώσεις κρίσεων, μπορεί να βρεθούν αποκλεισμένοι. Σε περίπτωση που οι πολιτοφυλακές των Χούθι στην Υεμένη κλιμακώσουν τον πόλεμο υποστηρίζοντας το Ιράν, μπορούν να αποκόψουν το Στενό Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, δηλαδή την σύνδεση της Ερυθράς Θάλασσας με τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του οποίου η Σαουδική Αραβία εξάγει προς το παρόν σχετικά μικρές ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ανατολική και Νότια Ασία.
Μεγαλύτερη ανησυχία για τις χώρες της Ανατολικής Ασίας, σε περίπτωση μιας πιθανής σύγκρουσης για την Ταϊβάν, προκαλεί το Στενό της Μαλάκκα το οποίο συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με την Νότια Σινική Θάλασσα. Από εκεί περνούν διά θαλάσσης περισσότερα από 23 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, δηλαδή ακόμη περισσότερο πετρέλαιο από αυτό που περνά μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Οι διαρκείς συνέπειες του αποκλεισμού των διαδρόμων πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι γνωστές το αργότερο από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967. Η σύγκρουση εκείνη, μεταξύ Ισραήλ και αρκετών αραβικών χωρών, οδήγησε στο κλείσιμο της Διώρυγας του Σουέζ για περισσότερα από οκτώ χρόνια. Η οικονομική κρίση που προκλήθηκε έτσι και το επακόλουθο εμπάργκο πετρελαίου των χωρών του ΟΠΕΚ το 1973, οδήγησαν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ να εξετάσει εάν υπήρχαν πιο ανθεκτικοί σε κρίσεις τρόποι, για την τροφοδοσία του κόσμου με ενέργεια: «Κανείς δεν μπορεί να μποϊκοτάρει τον ήλιο», είπε ήδη το 1979 σε μια εκδήλωση για την προώθηση της χρήσης της ηλιακής ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, εκπρόσωποι της πετρελαϊκής βιομηχανίας, καταγγέλουν την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ισχυρίζονται ότι αυτές ευθύνονται για τις ελλείψεις. Η Μπρέντα Σάφερ (Brenda Shaffer), αρμόδια για ενεργειακά ζητήματα της [Αμερικανικής, συνεργαζόμενης με πετρελαιïκές εταιρείες] δεξαμενής σκέψης Atlantic Council και πρώην σύμβουλος της κρατικής εταιρείας πετρεαλίου του Αζερμπαϊτζάν, ισχυρίζεται το εξής, ακριβώς τώρα: Είναι καταστροφικό το γεγονός ότι η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και οι χώρες της G7 έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους σε περαιτέρω επενδύσεις στην παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα [«“Renewable” Energy Gives Us a Crisis» - «Με το να παραπλανά τον εαυτό της ότι θα μπορούσε να απογαλακτιστεί από τα ορυκτά καύσιμα, η Δύση βοήθησε το Ιράν να αποκτήσει πλεονέκτημα»].
Επικαλείται, λόγου χάρη, το εξής: Μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία ανακαλύφθηκαν στην Αφρική πριν από μια δεκαετία ή και λίγο πριν, έχουν παραμείνει ανεκμετάλλευτα. Αν η Δύση είχε επενδύσει και είχε αξιοποιήσει αυτούς τους πόρους, ισχυρίζεται η Shaffer στο ανωτέρω σχόλιο για την Wall Street Journal, «η Αφρική θα μπορούσε να είχε γίνει σημαντικός προμηθευτής ενέργειας και η αυξημένη προσφορά από χώρες εκτός της Μέσης Ανατολής θα μπορούσε να είχε μετριάσει τις επιπτώσεις των τρεχουσών ενεργειακών ελλείψεων».
![]() |
| Εισαγωγές πετρελαίου 2024 - Η τεράστια εξάρτηση της Ανατολικής Ασίας και Ινδίας από τις χώρες του Κόλπου, © NYT, via Der Spiegel |
Πριν από τρία χρόνια, όταν ο ειδικός σε θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας Li Shuo ταξίδεψε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για να συμμετάσχει στην προετοιμασία της 28ης Διάσκεψης για το Κλίμα του OHE, παρήγγειλε ένα ταξί Uber. Το ταξί έφτασε και ο Li έμεινε έκπληκτος: Το αυτοκίνητο ήταν Hongqi, μιας μάρκας η οποία είναι γνωστή μόνο σε ελάχιστα άτομα που ζουν εκτός Κίνας. Η Hongqi, εταιρικό όνομα το οποίο σημαίνει κατά λέξη «Κόκκινη Σημαία», κατασκευάζει εδώ και δεκαετίες τις βαριές υπηρεσιακές λιμουζίνες οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους Κινέζους ηγέτες για να βολτάρουν δίπλα σε στρατιωτικές παρελάσεις.
Όμως, μια δεύτερη έκπληξη περίμενε τον Li Shuo: Όταν το αυτοκίνητο ξεκίνησε, κατάλαβε ότι αυτό το Hongqi ήταν ηλεκτρικό. Ο ειδικός σε θέματα κλίματος, πρώην μέλος της Greenpeace στο Πεκίνο και τώρα στέλεχος στην δεξαμενή σκέψης Asia Society στην Ουάσινγκτον, κατέληξε σε δύο συμπεράσματα από την όλη εμπειρία του και τις πολυάριθμες συζητήσεις του στην περιοχή: «Πρώτον, οι ηγέτες στον Κόλπο σκέφτονται σαφώς πολύ στρατηγικά. Και δεύτερον, αυτός ο τρόπος σκέψης τους μου φαίνεται αρκετά Κινεζικού τύπου».
Αυτά τα δύο ταιριάζουν: Και η Κίνα έχει κάνει ένα στρατηγικό βήμα για να αναπροσαρμόσει την ενεργειακή της πολιτική. Το καλοκαίρι του 2014, μόλις δύο χρόνια μετά την έναρξη της θητείας του, ο Πρόεδρος Σι Τζινπίγκ παραπονέθηκε ότι το ενεργειακό σύστημα της Κίνας είναι «τεχνολογικά καθυστερημένο» και έδωσε εντολές για ριζικό εκσυγχρονισμό. Αυτό που ακολούθησε, σύμφωνα με τους Financial Times, ήταν ένα «πολυπλόκαμο σύνολο μέτρων», το οποίο, μέσα σε δέκα χρόνια, εκτόξευσε την χώρα στην πρώτη γραμμή της άντλησης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
![]() |
| Εγκατεστημένη ισχύς (GW) ηλιακής ενέργειας 2024 - Η Κίνα προπορεύεται © Our World in Data, via Der Spiegel |
Τώρα πια, η Κίνα παράγει τόση ποσότητα ηλεκτρισμού αντλώντας από ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια, όση περίπου παράγουν όλες οι χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής μαζί. Μόνο το έτος 2025, το Πεκίνο εγκατέστησε 318 γιγαβάτ (GW) νέας ηλιακής ισχύος. Αυτό είναι περισσότερο από τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ των σταθμών παραγωγής ενέργειας της Γερμανίας και της Αυστρίας, δηλαδή συμπεριλαμβανομένων των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που υπάρχουν στις δύο χώρες. Συνολικά η ΕΕ, έχει συσσωρευτική εγκατεστημένη ηλιακή ισχύ περίπου 340 GW. Ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τώρα πια αντιστοιχεί περίπου στο ένα δέκατο του συνολικού οικονομικού προιόντος της Κίνας και συμβάλλει περίπου στο ένα τέταρτο της ανόδου του ΑΕΠ της.
Μολονότι το Πεκίνο, όπως και πριν, εξακολουθεί να καίει κυρίως πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα και είναι μακράν ο μεγαλύτερος εκπομπός αερίων θερμοκηπίου στον κόσμο, τώρα πια η Κίνα λογίζεται ως «ηλεκτρικό κράτος», δηλαδή σε μια νέα κατηγορία εθνικών οικονομιών. Πράγμα που σημαίνει, χώρα που προωθεί τον ηλεκτρισμό ως πρωταρχική πηγή για τροφοδοσία της χώρας με ενέργεια, βασιζόμενη κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην πυρηνική ενέργεια, αντί για τα ορυκτά καύσιμα. Για την Κίνα, αυτό ισχύει μόνον ως τάση, ως στόχος. Ωστόσο, αυτό που δικαιολογεί τη χρήση τούτου του όρου είναι η κατεύθυνση την οποία ακολουθεί η χώρα. Και η κατεύθυνση αυτή φαίνεται ασταμάτητη.
Στην οξεία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία προκλήθηκε από τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ, η ιδέα ενός αποτελεσματικού ηλεκτρικού κράτους, βασισμένου σε πηγές ενέργειας εναλλακτικές προς τα ορυκτά καύσιμα, είναι ασφαλώς πιο ελκυστική από κάθε άλλη φορά. Βραχυπρόθεσμα, υπό την πίεση των σημερινών γεγονότων, χώρες οι οποίες διαθέτουν τα απαραίτητα αποθέματα άνθρακα ίσως μπορέσουν να παράγουν πάλι περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια καίγοντας τον. Ωστόσο μακροπρόθεσμα, οι καθαρές και ανθεκτικές σε πολιτικές κρίσεις πηγές ενέργειας όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, φαίνονται να υπόσχονται πολύ περισσότερα από πρώτες ύλες των οποίων η προσφορά δεν μπορεί να είναι εγγυημένη.
![]() |
| Συνδυασμένες αιολικές και ηλιακές εγκαταστάσεις στο Μπινζού, ανατολική Κίνα. Η βαθύ μπλέ έκταση είναι απέραντη εγκατάσταση φωτοβολταικών. © Photo AFP, via Der Spiegel |
Για την ηγεσία της Κίνας, το κύριο κίνητρο για να ξεκινήσει την πορεία προς ένα ηλεκτρικό κράτος, ποτέ δεν ήταν η προστασία του περιβάλλοντος. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι εκπρόσωποι του Πεκίνου στα συνέδρια για το κλίμα εμφανίζονται συχνά τόσο άκαμπτοι. Το κύριο επιχείρημα τους είναι αυτό της εθνικής ασφάλειας, ο στόχος της ανεξαρτησίας από εξωτερικές, ιδίως πολιτικές, επιρροές, στην τροφοδοσία της χώρας με ενέργεια.
Ο μεγάλης κλίμακας «εξηλεκτρισμός» της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο έχει και ανεπιθύμητες παρενέργειες, τόσο για την ίδια την Κίνα όσο και παγκοσμίως. Μία από αυτές τις παρενέργειες είναι η προκαλούμενη από τεράστιες επιδοτήσεις υπερπαραγωγή ηλιακών συλλεκτών, ανεμογεννητριών και πολλών άλλων «εξαρτημάτων» του «ηλεκτρικού κράτους», τα οποία τώρα κατακλύζουν τις αγορές. Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ απαντούν με υψηλούς δασμούς. Διότι αυτό που έθεσε σε κίνηση το Πεκίνο δεν είναι η οικοδόμηση μιας δίκαια σταθμισμένης και ισορροπημένης ενεργειακής μετάβασης από την οποία στο τέλος θα βγουν όλοι ωφελημένοι. Λόγω της τεράστιας βιομηχανικής βάσης της, η Κίνα έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ανισορροπία.
Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί, ακόμη και σε αυτό το κακώς κείμενο, βλέπουν ένα πλεονέκτημα. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν επιβάλει δασμούς σε Κινεζικά ηλιακά πάνελ παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, προσφέρει στις αναπτυσσόμενες χώρες «μια φανταστική ευκαιρία να αγοράσουν αυτά τα πάνελ σε οικονομική τιμή και έτσι να προωθήσουν τον εξηλεκτρισμό τους, έναν τομέα στον οποίο έχουν σημαντικά ελλείμματα», λέει ο Jim Krane, καθηγητής ενέργειας και γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον. «Μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καθαρή τεχνολογία για να καλύψουν μεγαλύτερο μερίδιο των αναγκών τους σε ηλεκτρική ενέργεια, μειώνοντας έτσι την εξάρτησή τους από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο».
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις φτωχές χώρες: Ακόμα και για την Ευρώπη, «μακροπρόθεσμα είναι ασφαλέστερο να βασίζεται σε τεχνολογία ηλεκτρισμού από την Κίνα παρά στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από την Ρωσία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες», λέει ο ίδιος επιστήμονας, ο οποίος - σημειωτέον - διδάσκει στην αμερικανική πετρελαιοπαραγωγική πολιτεία του Τέξας.
Όμως, μήπως αυτό σημαίνει ότι οι χώρες που βρίσκονται ανάμεσα σ' αυτά τα δύο ενεργειακά μπλοκ, μπορεί απλώς να γλιστρήσουν από τη μία εξάρτηση στην άλλη; Το Πεκίνο ποτέ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την οικονομική του ισχύ ως εργαλείο πολιτικής πίεσης, πράγμα που αποδείχθηκε πολύ πρόσφατα από τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, οι οποίες έχουν γίνει απαραίτητες στη σύγχρονη βιομηχανία.
Ο πρώην ακτιβιστής της Greenpeace, Li Shuo, απαντά σε αυτό το ερώτημα με μια τολμηρή σύγκριση: «Είναι σαν τη διαφορά μεταξύ ενός εμπόρου ναρκωτικών και ενός εμπόρου αυτοκινήτων», λέει. «Το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο είναι σαν τα ναρκωτικά. Τα κινεζικά ηλιακά πάνελ και οι ανεμογεννήτριες μοιάζουν μάλλον με αυτοκίνητα: Όταν αγοράζεις αυτοκίνητο, έχεις το κεφάλι σου ήσυχο για 20 χρόνια». Στην προκειμένη περίπτωση, την κινητήρια δύναμη, κυρίως την ηλιακή ακτινοβολία και τον άνεμο, την παρέχει σε τελευταία ανάλυση η φύση.
Η Κίνα ακίνδυνος έμπορος ηλεκτρικών αυτοκινήτων εν μέσω οξείας ενεργειακής κρίσης;
Τί είναι η Κίνα; Μήπως ένας ακίνδυνος έμπορος ηλεκτρικών αυτοκινήτων; Αυτό θα μας καθησύχαζε, εάν το Πεκίνο, πουλώντας αυτά τα αυτοκίνητα, τα εξοπλισμένα με εξαιρετικούς αυτοματισμούς και δικτυακές υπηρεσίες, καθώς και άλλα προιόντα τεχνολογίας δικής του παραγωγής, δεν επιδίωκε και κάποιους εντελώς διαφορετικούς στόχους. Λόγου χάρη, την συλλογή τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων και την απόκτηση ολόκληρων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον κόσμο. Ίσως και την περαιτέρω προώθηση της αργής «αποβιομηχάνισης» της Ευρώπης, όπως υποθέτει η Brenda Shaffer. Αυτή η υπερασπίστρια της πετρελαϊκής βιομηχανίας, μαζί με την Κίνα, θεωρεί συνυπεύθυνους και τους ίδιους τους Ευρωπαίους για την «αποβιομηχάνιση» της Ευρώπης. Και ο λόγος είναι η προτίμηση τους για τις νέες πηγές ενέργειας, λέει.
Η εποχή του πετρελαίου απέχει ακόμη πολύ από το τέλος της. Η ίδια η Κίνα, με το να καίει τεράστιες ποσότητες άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αποδεικνύει ότι ακόμη δεν έχει πραγματικά τελειώσει ούτε καν η εποχή του άνθρακα. Τα πετρελαϊκά κράτη θα συνεχίσουν και τις επόμενες δεκαετίες να εξορύσσουν και να μεταφέρουν με πλοία πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επειδή αυτές οι πρώτες ύλες είναι απαραίτητες και για πολλούς άλλους σκοπούς εκτός από την παραγωγή ενέργειας: Λόγου χάρη για την παραγωγή λιπασμάτων και τροφίμων, καθώς και στην χημική βιομηχανία.
Όμως, αν ο κόσμος έχει λόγους για να στρέψει τις ανταλλαγές του με την φύση για τον εφοδιασμό του με ενέργεια, προς ενεργειακές πηγές καθαρές και ανθεκτικές σε κρίσεις, ένας τέτοιος μεγάλος λόγος είναι και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με τον επακόλουθο αποκλεισμό μιας από τις ζωτικές αρτηρίες της παγκοσμιοποίησης. Το «Παλαιό Καθεστώς, το οποίο λειτουργεί με ορυκτά καύσιμα», όπως αποκαλεί τον «άξονα των πετρελαϊκών κρατών» ο ερευνητής δοκιμιογράφος στο Foreign Policy Νιλς Γκίλμαν, δεν θα εγκαταλείψει οικειοθελώς το πεδίο της μάχης. Η Κίνα, η οποία έχει επεκτείνει συστηματικά την παγκόσμια επιρροή της όλα αυτά τα χρόνια, θα παλέψει με δύναμη εναντίον του, ίσως και με χρήση βίας. Εναπόκειται στα κράτη τα οποία στέκονται μεταξύ των δύο μπλοκ να μετριάσουν αυτόν τον «οικολογικό ψυχρό πόλεμο» και να χρησιμοποιήσουν την δύναμή τους για να προωθήσουν μια ενεργειακή μετάβαση άξια του ονόματός της.
![]() |
| Φωτοβολταικά στην Dhafra, κοντά στο Άμπου Ντάμπι, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα © Photo: Natalie Naccache / Bloomberg / Getty Images, via Der Spiegel |
Τί είναι η Κίνα; Μήπως ένας ακίνδυνος έμπορος ηλεκτρικών αυτοκινήτων; Αυτό θα μας καθησύχαζε, εάν το Πεκίνο, πουλώντας αυτά τα αυτοκίνητα, τα εξοπλισμένα με εξαιρετικούς αυτοματισμούς και δικτυακές υπηρεσίες, καθώς και άλλα προιόντα τεχνολογίας δικής του παραγωγής, δεν επιδίωκε και κάποιους εντελώς διαφορετικούς στόχους. Λόγου χάρη, την συλλογή τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων και την απόκτηση ολόκληρων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον κόσμο. Ίσως και την περαιτέρω προώθηση της αργής «αποβιομηχάνισης» της Ευρώπης, όπως υποθέτει η Brenda Shaffer. Αυτή η υπερασπίστρια της πετρελαϊκής βιομηχανίας, μαζί με την Κίνα, θεωρεί συνυπεύθυνους και τους ίδιους τους Ευρωπαίους για την «αποβιομηχάνιση» της Ευρώπης. Και ο λόγος είναι η προτίμηση τους για τις νέες πηγές ενέργειας, λέει.
Η εποχή του πετρελαίου απέχει ακόμη πολύ από το τέλος της. Η ίδια η Κίνα, με το να καίει τεράστιες ποσότητες άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αποδεικνύει ότι ακόμη δεν έχει πραγματικά τελειώσει ούτε καν η εποχή του άνθρακα. Τα πετρελαϊκά κράτη θα συνεχίσουν και τις επόμενες δεκαετίες να εξορύσσουν και να μεταφέρουν με πλοία πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επειδή αυτές οι πρώτες ύλες είναι απαραίτητες και για πολλούς άλλους σκοπούς εκτός από την παραγωγή ενέργειας: Λόγου χάρη για την παραγωγή λιπασμάτων και τροφίμων, καθώς και στην χημική βιομηχανία.
Όμως, αν ο κόσμος έχει λόγους για να στρέψει τις ανταλλαγές του με την φύση για τον εφοδιασμό του με ενέργεια, προς ενεργειακές πηγές καθαρές και ανθεκτικές σε κρίσεις, ένας τέτοιος μεγάλος λόγος είναι και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με τον επακόλουθο αποκλεισμό μιας από τις ζωτικές αρτηρίες της παγκοσμιοποίησης. Το «Παλαιό Καθεστώς, το οποίο λειτουργεί με ορυκτά καύσιμα», όπως αποκαλεί τον «άξονα των πετρελαϊκών κρατών» ο ερευνητής δοκιμιογράφος στο Foreign Policy Νιλς Γκίλμαν, δεν θα εγκαταλείψει οικειοθελώς το πεδίο της μάχης. Η Κίνα, η οποία έχει επεκτείνει συστηματικά την παγκόσμια επιρροή της όλα αυτά τα χρόνια, θα παλέψει με δύναμη εναντίον του, ίσως και με χρήση βίας. Εναπόκειται στα κράτη τα οποία στέκονται μεταξύ των δύο μπλοκ να μετριάσουν αυτόν τον «οικολογικό ψυχρό πόλεμο» και να χρησιμοποιήσουν την δύναμή τους για να προωθήσουν μια ενεργειακή μετάβαση άξια του ονόματός της.
Βλ. επίσης:
Nils Gilman: Electrostates vs. Petrostates - China is building a new green bloc, while the United States is doubling down on oil, Foreign Policy, 23.3.2026
Nils Gilman: The Coming Ecological Cold War - Decarbonization isn’t just about technology and markets, it’s a geopolitical revolution, Foreign Policy, 1.9.2025
Ο Bernhard Zand (1967), γράφει για τον Spiegel
από το 1998. Yπήρξε ανταποκριτής στην Κωνσταντινούπολη, Κάιρο,
Ντουμπάι, Πεκίνο και Χονγκ Κονγκ. Kάλυψε τις κρίσεις και τις συγκρούσεις
μεταξύ της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και της Αραβικής Άνοιξης. Από την Ασία
και την περιοχή του Ειρηνικού, κάλυψε την πολιτική και κοινωνική
αναταραχή στην Κίνα και τον ανταγωνισμό της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από το 2022 έως το 2025 ο Zand εργάστηκε στη Νέα Υόρκη.
Η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, ιμπεριαλιστικό εγχείρημα μιας αυτοκρατορίας ορυκτών καυσίμων. Βίαιος σπασμός σε εποχή καμπής και αβεβαιότητας, ενεργειακής και γεωπολιτικής
Γ. Β. Ριτζούλης: «Κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον». Η επίθεση στην Ουκρανία και το τέλος μιας εποχής













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου