Το αργότερο από την εποχή που έγραψε τα Γεωργικά του ο Βιργίλιος, ο μεγάλος ποιητής και σοφός στον στενό φιλικό κύκλο του πρώτου Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν αντικείμενα άμεσου ενδιαφέροντος για την πολιτική. Δικαιολογημένα, αφού αυτές οι οικονομικές δραστηριότητες, και όχι άλλες, διασφαλίζουν την διατροφή των ανθρώπων. Πέρασαν δύο χιλιετίες. Όμως η γεωργία και η κτηνοτροφία άλλαξαν ριζικά μόνον τις τελευταίες 5-6 δεκαετίες. Άλλαξαν για το καλύτερο, αφού η λεγόμενη Τρίτη Αγροτική (ή «Πράσινη») Επανάσταση μείωσε πολύ την πείνα στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Ταυτόχρονα, άλλαξαν για το χειρότερο. Διότι η ίδια η πολιτική ανέθεσε τον πλήρη έλεγχο της γεωργοκτηνοτροφίας στον «αυτόματο πιλότο» των αγορών, ο οποίος βέβαια ανέκαθεν παρενέβαινε και σ΄ αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες. Συνέβη, λοιπόν, και στον διατροφικό τομέα, πλήρης απώλεια ανθρώπινου, δηλαδή λογικού, ελέγχου· ο Μαξ Βέμπερ έλεγε ότι κάθε τέτοια απώλεια συνεπάγεται απώλεια νοήματος και απώλεια ελευθερίας.
![]() |
| H Vivian Böllersen με τα καρύδια της Foto: [M] DER SPIEGEL; Fotos: Die Walnussmeisterei; Barbara Rich / Getty Images |
Μέχρι και η ορολογία άλλαξε. Σε θεσμικό επίπεδο. Κάποτε είχαμε το Υπουργείο Γεωργίας. Τώρα έχουμε το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Πιάσ΄ το αυγό και κούρευτο. Και τι γίνεται στην πράξη; Οι δημόσιες πολιτικές, δηλαδή κυρίως επιδοτήσεις, στην πραγματικότητα δεν στοχεύουν και δεν καταλήγουν τόσο στην πρωτογενή παραγωγική μονάδα, όσο κυρίως στις δύο εφοδιαστικές αλυσίδες. Και σε παράπλευρους second job «αγρότες» ή και σε «λαθρεπιβάτες» των ιμάντων μεταφοράς. Άνθρωποι όπως οι κ.κ. Χασάπηδες, Φραπέδες, Μαγειρίες και Σία δεν είναι βέβαια γεωργοί ή κτηνοτρόφοι. Είναι όμως «αγρότες». Η έννοια είναι ευρεία, δεν δηλώνει δεσμευτικά επάγγελμα, αλλά μόνον τόπο απασχόλησης: την «ύπαιθρο» ή «επαρχία». Εκεί όλοι οι καλοί χωρούν.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, με άξονα τις επιδοτήσεις, ήταν από την αρχή άκρως προβληματική. Στην καλύτερη περίπτωση, όταν ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 60 (όταν επιταχύνθηκε ο προαναφερθείς παγκόσμιος μετασχηματισμός των πρωτογενούς τομέα), ήταν λύση ανάγκης. Τώρα, η προσπάθεια της ΕΕ να διορθώσει τα αδιόρθωτα, συναντά αντίδραση τόσο ισχυρών κρίκων των δύο εφοδιαστικών αλυσίδων, όσο και «αγροτών» οι οποίοι κινδυνεύουν να χάσουν το «πάσο ελευθέρας»· αλλά και των πραγματικών, κατ΄ επάγγελμα γεωργοκτηνοτρόφων, οι οποίοι χάνουν τις προοπτικές οικονομικής βιωσιμότητας, ενώ για το επάγγελμα χάνεται η επόμενη γενιά.
Για τους νεοεισερχόμενους γεωργούς ή κτηνοτρόφους, οι οποίοι έχουν γνώσεις, αγαπούν πολύ αυτή τη δουλειά και είναι απολύτως σύγχρονοι και ορθολογικοί (προπαντός επειδή ξέρουν πώς λειτουργεί η φύση και δεν πάνε κόντρα σ΄αυτό), τα πράγματα είναι δύσκολα. Το πλεονέκτημα τους είναι κυρίως ένα: Ξέρουν ότι αυτή η δουλειά, άν και δύσκολη, γίνεται και αλλιώς. Δεν είναι μοίρα του γεωργού να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο για να περάσει απέναντι. Άν και το παράδειγμα αφορά ειδική καλλιέργεια (καρυδιάς), το κείμενο που ακολουθεί, δίνει νύξεις ότι στον ευρωπαϊκό χώρο, το επάγγελμα του γεωργού ως βιώσιμη δραστηριότητα δεν είναι χαμένη υπόθεση. Παρεπιμπτόντως, ξέρουμε ότι και στην Ελλάδα, χώρα γεμάτη καρυδιές ανέκαθεν (όμως τώρα, με τις επιδοτήσεις, αφθονούν οι λάθος ποικιλίες ή λάθος εμβολιασμοί), το 40 έως 45 % των καρυδιών που καταναλώνουμε είναι εισαγωγής, κυρίως από τις ΗΠΑ (Καλιφόρνια). Στην ίδια κατηγορία, ή ακόμη χειρότερα, τρώμε κυρίως μαυρομάτικα φασόλια Μαδαγασκάρης και Περού, φακές Καναδά, κρεμμύδια Κόστα Ρίκα, ρεβίθια από το Μεξικό. Και άλλα πατροπαράδοτα ελληνικά προϊόντα. Εξάγουμε όμως το .μη πατροπαράδοτο, ενεργοβόρο και υδροβόρο βαμβάκι.
Γ. Ρ.
«Vielen Menschen scheint der Geschmack von frischen Walnüssen gar kein Begriff zu sein» («Φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν ιδέα για το ποιά είναι η γεύση των φρέσκων καρυδιών»), συνέντευξη της καλλιεργήτριας καρυδιάς Vivian Böllersen στον Lukas Hildebrand, Der Spiegel, 1.1.2026, αρχειοθετημένο και → εδώ
«Το τέλος του έτους είναι η εποχή αιχμής για το αγρόκτημά μας με καρυδιές στο Βρανδεμβούργο. Στους κρύους μήνες οι άνθρωποι θέλουν πολύ τους ξηρούς καρπούς Τώρα, στις γιορτές, κάθε Σαββατοκύριακο είμαι στις χριστουγεννιάτικες αγορές και στις λαϊκές. Εκεί γίνεται μεγάλο μέρος των πωλήσεών μας.
Μεγάλωσα δίπλα σε μια καρυδιά στο Neukölln [συνοικία του Βερολίνου]. Η καρυδιά ήταν στον κήπο του παππού μου. Βέβαια, όταν ήμουν μικρή, ποτέ δεν φαντάστηκα ότι μια μέρα έμελλε να ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτά τα τεράστια δέντρα με την βαριά σκιά, να τα φροντίζω και να τρυγώ τους καρπούς τους.
Όταν πήρα το εθνικό απολυτήριο από το Λύκειο (Abitur), ήθελα να μείνω στο Βερολίνο, όμως μου άρεζε επίσης η φύση και η καλλιέργεια λαχανικών. Αναζητώντας επαγγελματική σταδιοδρομία που να συνδυάζει και τα δύο, ζήτησα συμβουλές από την Γερμανική Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Agentur für Arbeit). Μου συνέστησαν το νέο Πρόγραμμα Σπουδών για Οικολογική Γεωργία και Μάρκετινγκ του Πανεπιστημίου για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη στο Eberswalde». Έτσι γράφτηκα στο Πανεπιστήμιο και στην αρχή πηγαινοερχόχουν καθημερινά από το Βερολίνο, όπου ήταν το σπίτιμου, στο Eberswalde.
Σπουδές για την καλλιέργεια καρυδιάς
Συμφοιτητές μου ήταν πολλά παιδιά αγροτών, και ήμουν μία από τους λίγους φοιτητές τους προερχόμενους από αστικό περιβάλλον. Το πρόγραμμα σπουδών μας μετέδωσε επιστημονικές γνώσεις, μεταξύ άλλων, για τους διαφορετικούς τύπους εδάφους και για τα μηχανήματα συγκομιδής. Όταν διάβασα ότι στην Γερμανία η καλλιέργεια καρυδιάς είναι ελάχιστη και το μεγαλύτερο μέρος των καρυδιών εισάγεται από το εξωτερικό, ρώτησα τον καθηγητή μου στο σεμινάριο για το θέμα. Του φαίνονταν ανεξήγητο γιατί σχεδόν κανείς στη Γερμανία δεν ασχολείται επαγγελματικά με τα καρύδια.
Λίγα χρόνια αργότερα, η μεταπτυχιακή μου διατριβή είχε τον τίτλο «Δυνατότητες και Όρια για την Καλλιέργεια της Καρυδιάς στην Γερμανία». Κατά την εκπόνηση της, πήρα συνεντεύξεις από τους λίγους καλλιεργητές καρυδιάς που μπόρεσα να βρω στην Γερμανία, την Γαλλία, την Ελβετία και την Αυστρία. Η κοινότητα των καλλιεργητών καρυδιάς στην Ευρώπη είναι μικρή.
Μετά τις σπουδές μου, σκέφτηκα ότι καλό είναι να υπάρξει ένα δίκτυο των καλλιεργητών καρυδιάς και ίδρυσα το 2013 την συνεργατική ομάδα κοινού ενδιαφέροντος (Interessengemeinschaft) “Nut” (“Καρύδι”), και ειδικά το τμήμα της των καρπών (Section Frucht). Από τότε, κάθε χρόνο, φέρνουμε σε επαφή καλλιεργητές καρυδιάς από όλη την Γερμανία για να ανταλλάξουν ιδέες. Αρχικά, ήταν μόνον ένα one-woman project με συμμετοχή και δέκα περίπου γνωστών μου γεωργών. Τώρα συμμετέχουν πάνω από 80.
Μετά από μακρά αναζήτηση, βρήκα ένα αγροτεμάχιο στο Βρανδεμβούργο για να καλλιεργήσω τις δικές μου καρυδιές· όμως δεν εύρισκα καμία τράπεζα για να με στηρίξει στην ίδρυση της δικής μου εκμετάλλευσης. Οι τράπεζες ήταν επιφυλακτικές επειδή οι καρυδιές μεγαλώνουν πολύ αργά. Χρειάζονται δέκα χρόνια για να πάρεις τους πρώτους καρπούς. Στο τέλος με υποστήριξε οικονομικά ένας συνεταιρισμός οικολογικής γεωργίας.
Από το 2015 έχω 200 δένδρα καρυδιάς σε ένα μεγάλο αγρόκτημα στα βόρεια του Βερολίνου. Επειδή οι καρυδιές γίνονται πολύ μεγάλες, πρέπει να έχουν μεταξύ τους απόσταση 15 μέτρων. Και χρειάζεται πολλή υπομονή με τις υπηρεσίες τις αρμόδιες για την γεωργία και την προστασία της φύσης, προκειμένου να αποδείξεις ότι αυτή η καλλιέργεια δεν βλάπτει κανένα φυσικό οικοσύστημα. Εκτός από το δικό μου αγρόκτημα, ανέλαβα και έναν κάπως παλαιότερο οπωρώνα στην Ομόσπονδη Χώρα Σαξονία-Άνχαλτ, ο οποίος είναι ήδη πλήρως παραγωγικός.
Λίγα χρόνια αργότερα, η μεταπτυχιακή μου διατριβή είχε τον τίτλο «Δυνατότητες και Όρια για την Καλλιέργεια της Καρυδιάς στην Γερμανία». Κατά την εκπόνηση της, πήρα συνεντεύξεις από τους λίγους καλλιεργητές καρυδιάς που μπόρεσα να βρω στην Γερμανία, την Γαλλία, την Ελβετία και την Αυστρία. Η κοινότητα των καλλιεργητών καρυδιάς στην Ευρώπη είναι μικρή.
Μετά τις σπουδές μου, σκέφτηκα ότι καλό είναι να υπάρξει ένα δίκτυο των καλλιεργητών καρυδιάς και ίδρυσα το 2013 την συνεργατική ομάδα κοινού ενδιαφέροντος (Interessengemeinschaft) “Nut” (“Καρύδι”), και ειδικά το τμήμα της των καρπών (Section Frucht). Από τότε, κάθε χρόνο, φέρνουμε σε επαφή καλλιεργητές καρυδιάς από όλη την Γερμανία για να ανταλλάξουν ιδέες. Αρχικά, ήταν μόνον ένα one-woman project με συμμετοχή και δέκα περίπου γνωστών μου γεωργών. Τώρα συμμετέχουν πάνω από 80.
Μετά από μακρά αναζήτηση, βρήκα ένα αγροτεμάχιο στο Βρανδεμβούργο για να καλλιεργήσω τις δικές μου καρυδιές· όμως δεν εύρισκα καμία τράπεζα για να με στηρίξει στην ίδρυση της δικής μου εκμετάλλευσης. Οι τράπεζες ήταν επιφυλακτικές επειδή οι καρυδιές μεγαλώνουν πολύ αργά. Χρειάζονται δέκα χρόνια για να πάρεις τους πρώτους καρπούς. Στο τέλος με υποστήριξε οικονομικά ένας συνεταιρισμός οικολογικής γεωργίας.
Από το 2015 έχω 200 δένδρα καρυδιάς σε ένα μεγάλο αγρόκτημα στα βόρεια του Βερολίνου. Επειδή οι καρυδιές γίνονται πολύ μεγάλες, πρέπει να έχουν μεταξύ τους απόσταση 15 μέτρων. Και χρειάζεται πολλή υπομονή με τις υπηρεσίες τις αρμόδιες για την γεωργία και την προστασία της φύσης, προκειμένου να αποδείξεις ότι αυτή η καλλιέργεια δεν βλάπτει κανένα φυσικό οικοσύστημα. Εκτός από το δικό μου αγρόκτημα, ανέλαβα και έναν κάπως παλαιότερο οπωρώνα στην Ομόσπονδη Χώρα Σαξονία-Άνχαλτ, ο οποίος είναι ήδη πλήρως παραγωγικός.
Η καθημερινή ζωή μιας καλλιεργήτριας καρυδιάς
Η συγκομιδή των καρυδιών γίνεται μέσα σε διάστημα τριών έως τεσσάρων πολύ επίπονων εβδομάδων κάθε χρόνο. Άν εξαιρέσουμε αυτό το διάστημα, η καθημερινή ζωή μου στο αγρόκτημα, το οποίο αγόρασα το 2017, μοιάζει περισσότερο με τη ζωή μιας μάνατζερ. Διαχειρίζομαι μια επιχείρηση εμπορίας καρυδιών, αφιερώνω πολύ χρόνο στον υπολογιστή για να οργανώσω και φέρω σε πέρας τις παραδόσεις, αποφασίζω ποια ποικιλία καρυδιών θα μαζέψουμε την κάθε εβδομάδα, ποια καρύδια πρέπει να ξεφλουδιστούν, ποιά πακέτα με συσκευασίες καρυδιών πρέπει να αποσταλούν και αν στο μικρό μου αγρόκτημα υπάρχει επαρκές προσωπικό.
Μετά την συγκομιδή, διαχωρίζουμε τα μαυρισμένα καρύδια από τα καλά, τα πλένουμε και τα στεγνώνουμε. Έχουμε εδώ και μια μηχανή ξεφλουδίσματος και σπασίματος. Είναι ένας μεταφορικός ιμάντας επάνω στον οποίο τα καρύδια πρώτα ξεφλουδίζονται και στη συνέχεια ένας φυσητήρας διαχωρίζει το κέλυφος από τον πυρήνα του καρυδιού. Τα κελύφη είναι πολύ καλά για θέρμανση. Τα χρησιμοποιούμε για να θερμάνουμε το αγρόκτημά μας. Αυτό βοηθά στην αντιστάθμιση των αυξανόμενων τιμών της βενζίνης.
Ωστόσο, αποθηκεύω και πολλά καρύδια χωρίς να σπάσει το κέλυφος τους. Το κέλυφος του καρυδιού είναι ένα από τα καλύτερα μέσα φυσικής συντήρησης. Ο φαγώσιμος πυρήνας μπορεί να διατηρηθεί καλά μέσα στο κέλυφος του έως και για έναν ολόκληρο χρόνο.
Η συγκομιδή των καρυδιών γίνεται μέσα σε διάστημα τριών έως τεσσάρων πολύ επίπονων εβδομάδων κάθε χρόνο. Άν εξαιρέσουμε αυτό το διάστημα, η καθημερινή ζωή μου στο αγρόκτημα, το οποίο αγόρασα το 2017, μοιάζει περισσότερο με τη ζωή μιας μάνατζερ. Διαχειρίζομαι μια επιχείρηση εμπορίας καρυδιών, αφιερώνω πολύ χρόνο στον υπολογιστή για να οργανώσω και φέρω σε πέρας τις παραδόσεις, αποφασίζω ποια ποικιλία καρυδιών θα μαζέψουμε την κάθε εβδομάδα, ποια καρύδια πρέπει να ξεφλουδιστούν, ποιά πακέτα με συσκευασίες καρυδιών πρέπει να αποσταλούν και αν στο μικρό μου αγρόκτημα υπάρχει επαρκές προσωπικό.
Μετά την συγκομιδή, διαχωρίζουμε τα μαυρισμένα καρύδια από τα καλά, τα πλένουμε και τα στεγνώνουμε. Έχουμε εδώ και μια μηχανή ξεφλουδίσματος και σπασίματος. Είναι ένας μεταφορικός ιμάντας επάνω στον οποίο τα καρύδια πρώτα ξεφλουδίζονται και στη συνέχεια ένας φυσητήρας διαχωρίζει το κέλυφος από τον πυρήνα του καρυδιού. Τα κελύφη είναι πολύ καλά για θέρμανση. Τα χρησιμοποιούμε για να θερμάνουμε το αγρόκτημά μας. Αυτό βοηθά στην αντιστάθμιση των αυξανόμενων τιμών της βενζίνης.
Ωστόσο, αποθηκεύω και πολλά καρύδια χωρίς να σπάσει το κέλυφος τους. Το κέλυφος του καρυδιού είναι ένα από τα καλύτερα μέσα φυσικής συντήρησης. Ο φαγώσιμος πυρήνας μπορεί να διατηρηθεί καλά μέσα στο κέλυφος του έως και για έναν ολόκληρο χρόνο.
Πολλοί νομίζουν ότι είναι καλό να αγοράζουν καρύδια από το σούπερ μάρκετ. Όμως αυτά έχουν τεράστιο αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα [λόγω μεταφορικών] επειδή προέρχονται από πολύ μακριά, από άλλες ηπείρους. Επιπλέον, τα καρύδια που πωλούνται στο παγκόσμιο εμπόριο είναι συχνά πολυκαιρισμένα, δηλαδή είναι καρύδια της προ-προηγούμενης περιόδου συγκομιδής. Αλλά και στα εστιατόρια, συχνά μου σερβίρουν καρύδια ήδη ελαφρώς ταγγισμένα. Πολλοί άνθρωποι, ακόμη και σεφ, φαίνεται να μην έχουν ιδέα τι γεύση έχουν τα φρέσκα καρύδια.
Δεν κερδίζει πολλά κανείς με αυτήν την απασχόληση, του καλλιεργητή καρυδιάς. Βγάζω περίπου 2.000 ευρώ καθαρά και μπορώ να πληρώσω οκτώ υπαλλήλους με συμβάσεις μερικής απασχόλησης ή μίνι-εργασίας. Με ενδιαφέρει πολύ να προωθήσω την βιώσιμη καλλιέργεια καρυδιάς στη Γερμανία· με το αγρόκτημα μου, αλλά κυρίως μέσω του δικτύου μας. Λαμβάνω υποστήριξη για αυτόν τον στόχο της προώθησης, μεταξύ άλλων και από το Υπουργείο Γεωργίας. Το κάνουν υπάρχει η πολιτική βούληση να εξαρτάται λιγότερο η Γερμανία από άλλες χώρες στον εφοδιασμό της κοινωνίας.Ο Lukas Hildebrand (1995), σπούδασε ιστορία και γερμανική φιλολογία στο Βερολίνο και στο Αμβούργο. Αρθρογράφησε για τον πολιτισμό και την κοινωνία στην εφημερίδα Die Zeit, στο περιοδικό Stern και από το 2023 είναι συντάκτης του Spiegel








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου