Franziska Brantner : The Lonelier Continent: Europe and the Burden of its Own Defence - The Annual European Lecture, European Studies Centre, St Antony's College, Oxford - 14.05.2026, από την επίσημη ιστοσελίδα της Φραντσίσκα Μπράντνερ, συμπροέδρου του κόμματος Πράσινοι/Ένωση 90 της Γερμανίας (αγγλικά)
Η Ετήσια Ευρωπαϊκή Διάλεξη 2026, Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών, Κολλέγιο St Antony's, Οξφόρδη - 14.05.2026
Πρύτανη Goodman, Διευθυντή Betts, συνάδελφοι, φοιτητές, φίλοι,
είναι τιμή μου να μιλώ σ' αυτή την αίθουσα. Και είναι, για μένα, κάτι περισσότερο από τιμή. Eίναι ένα είδος «επιστροφής στo σπίτι». Πέρασα ένα χρόνο στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών, εκπονώντας την διδακτορική διατριβή μου, και το χρέος που οφείλω για εκείνη τη χρονιά δεν είναι κάτι που μπορώ εύκολα να μετρήσω. Εδώ έμαθα τί σημαίνει να σκέφτεσαι σοβαρά για την Ευρώπη· όχι ως θεσμική αρχιτεκτονική ή ως ένα σύνολο νόμων, αλλά ως πολιτισμό, με μια ιστορία που απαιτεί υπομονή, με αντιφάσεις που απαιτούν ειλικρίνεια και με ένα μέλλον που απαιτεί φαντασία. Τα σεμινάρια σε τούτο το Κέντρο, οι συζητήσεις στην λέσχη, η καλοσύνη των συναδέλφων Υποτρόφων να πάρουν μια ξένη μεταπτυχιακή φοιτήτρια υπό την προστασία τους και να αντιμετωπίσουν τις ιδέες της ως άξιες συζήτησης, αυτά τα πράγματα με διαμόρφωσαν διανοητικά και με διαμόρφωσαν ως άτομο. Είμαι πολύ ευγνώμων για το πλούσιο διανοητικό και ανθρώπινο περιβάλλον αυτού του τόπου.
Το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών έχει τώρα μισό αιώνα ζωής και σε αυτά τα πενήντα χρόνια κάνει κάτι σπάνιο στη δημόσια ζωή μας: Επιμένει, ενάντια σε όλη την βαρυτική έλξη της μόδας και της κρίσης, ότι η Ευρώπη είναι θέμα που αξίζει να σκεφτούμε σφαιρικά, ολοκληρωμένα, και, ας πούμε, αργά και νηφάλια. Η λίστα όσων έχουν κάνει εδώ αυτή την Ετήσια Διάλεξη πριν από εμένα - ο Πάτεν [Lord Chris Patten, 2016], ο Σόιμπλε [Wolfgang Schäuble, 2012], ο Αθνάρ [Jose Maria Aznar, 2002] - δεν είναι τέτοια που ενθαρρύνει την ελαφρότητα σε ένα εισαγωγικό ομιλίας.
Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια πρόταση την οποία δεν θα είχα γράψει πριν από δέκα χρόνια· και θα με έφερνε σε δύσκολη θέση εάν την είχα γράψει πριν από πέντε χρόνια.
Η Ευρώπη είναι μόνη.
Όχι εντελώς, όχι αμετάκλητα. Αλλά είναι πιο μόνη από όσο μόνη βρέθηκε σε οποιαδήποτε στιγμή μετά το 1945. Είναι μόνη με έναν τρόπο ο οποίος θα άφηνε κατάπληκτους τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής μας τάξης πραγμάτων, τον Μονέ (Jean Monnet), τον Σουμάν (Robert Schuman), τον Αντενάουερ (Konrad Adenauer), τον Μπέβεν (Ernest Bevin), τον Σπινέλι (Altiero Spinelli) και τον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), ακόμη και τον Ντε Γκωλ στις πιο πεισμωμένες, μοναχικές στιγμές του. Για πρώτη φορά μετά από τρεις γενιές, είμαστε μια ήπειρος αναγκασμένη να σκεφτεί σοβαρά την άμυνα της επικράτειας της, την ασφάλεια της γειτονιάς της και την αξιοπιστία της δικής της αποτρεπτικής ικανότητας, χωρίς να υποθέτει ότι θα έλθει από κάπου αλλού το ιππικό για να την βοηθήσει.
Αυτό είναι το θέμα της διάλεξής μου απόψε. Θέλω να υποστηρίξω τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ότι για πολύ καιρό το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ήταν μια γαλλική εμμονή, μια γερμανική αμηχανία, ένας βρετανικός εκνευρισμός· και ότι σήμερα, nolens volens, θέλοντας και μη, έχει γίνει μια ευρωπαϊκή αναγκαιότητα. Όχι επειδή το επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας έπεισε, αλλά επειδή οι άλλες σημερινές εναλλακτικές λύσεις είναι απαράδεκτες.
Δεύτερον, ότι ανταποκρινόμαστε· με πρωτοφανή χρηματικά ποσά, με νέους θεσμούς, με έναν ρυθμό λήψης αποφάσεων ο οποίος το 2019 θα ήταν αδιανόητος. Όμως τα χρήματα και τα ακρωνύμια, ακόμη δεν συνιστούν στρατηγική. Έχουμε προϋπολογισμό. Δεν έχουμε ακόμη αμυντικό δόγμα.
Τρίτον - και σ΄αυτό θέλω να αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο μου απόψε -, ότι η απάντηση πρέπει να είναι μια γνήσια ευρωπαϊκή απάντηση, αλλά και να απαντά σε ένα ιδιαίτερο ερώτημα το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της: Στο ζήτημα της Γερμανίας. Η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος είναι μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια από την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος και μετά. Το αν θα είναι ευλογία ή πρόβλημα εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το αν θα είναι, στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Θα υποστηρίξω ότι γι' αυτήν τη νέα εποχή η Γερμανία χρειάζεται μια νέα κατευθυντήρια αρχή.
Και τέλος, το τέταρτο σημείο μου: Σε τούτη τη νέα εποχή, η ευρωπαϊκή μοναξιά δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, εγγενώς, η μοναξιά του θεματοφύλακα. Έχουμε γίνει οι θεματοφύλακες κάποιου πράγματος μεγαλύτερου από την επικράτειά μας, μιας πολιτικής παράδοσης της οποίας ο άλλος φύλακας έχει μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
Επιτρέψτε μου να τα πραγματευτώ ένα - ένα.
I. Πώς φτάσαμε εδώ
Το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών έχει τώρα μισό αιώνα ζωής και σε αυτά τα πενήντα χρόνια κάνει κάτι σπάνιο στη δημόσια ζωή μας: Επιμένει, ενάντια σε όλη την βαρυτική έλξη της μόδας και της κρίσης, ότι η Ευρώπη είναι θέμα που αξίζει να σκεφτούμε σφαιρικά, ολοκληρωμένα, και, ας πούμε, αργά και νηφάλια. Η λίστα όσων έχουν κάνει εδώ αυτή την Ετήσια Διάλεξη πριν από εμένα - ο Πάτεν [Lord Chris Patten, 2016], ο Σόιμπλε [Wolfgang Schäuble, 2012], ο Αθνάρ [Jose Maria Aznar, 2002] - δεν είναι τέτοια που ενθαρρύνει την ελαφρότητα σε ένα εισαγωγικό ομιλίας.
Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια πρόταση την οποία δεν θα είχα γράψει πριν από δέκα χρόνια· και θα με έφερνε σε δύσκολη θέση εάν την είχα γράψει πριν από πέντε χρόνια.
Η Ευρώπη είναι μόνη.
Όχι εντελώς, όχι αμετάκλητα. Αλλά είναι πιο μόνη από όσο μόνη βρέθηκε σε οποιαδήποτε στιγμή μετά το 1945. Είναι μόνη με έναν τρόπο ο οποίος θα άφηνε κατάπληκτους τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής μας τάξης πραγμάτων, τον Μονέ (Jean Monnet), τον Σουμάν (Robert Schuman), τον Αντενάουερ (Konrad Adenauer), τον Μπέβεν (Ernest Bevin), τον Σπινέλι (Altiero Spinelli) και τον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), ακόμη και τον Ντε Γκωλ στις πιο πεισμωμένες, μοναχικές στιγμές του. Για πρώτη φορά μετά από τρεις γενιές, είμαστε μια ήπειρος αναγκασμένη να σκεφτεί σοβαρά την άμυνα της επικράτειας της, την ασφάλεια της γειτονιάς της και την αξιοπιστία της δικής της αποτρεπτικής ικανότητας, χωρίς να υποθέτει ότι θα έλθει από κάπου αλλού το ιππικό για να την βοηθήσει.
Αυτό είναι το θέμα της διάλεξής μου απόψε. Θέλω να υποστηρίξω τέσσερα πράγματα.
Πρώτον, ότι για πολύ καιρό το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ήταν μια γαλλική εμμονή, μια γερμανική αμηχανία, ένας βρετανικός εκνευρισμός· και ότι σήμερα, nolens volens, θέλοντας και μη, έχει γίνει μια ευρωπαϊκή αναγκαιότητα. Όχι επειδή το επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας έπεισε, αλλά επειδή οι άλλες σημερινές εναλλακτικές λύσεις είναι απαράδεκτες.
Δεύτερον, ότι ανταποκρινόμαστε· με πρωτοφανή χρηματικά ποσά, με νέους θεσμούς, με έναν ρυθμό λήψης αποφάσεων ο οποίος το 2019 θα ήταν αδιανόητος. Όμως τα χρήματα και τα ακρωνύμια, ακόμη δεν συνιστούν στρατηγική. Έχουμε προϋπολογισμό. Δεν έχουμε ακόμη αμυντικό δόγμα.
Τρίτον - και σ΄αυτό θέλω να αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο μου απόψε -, ότι η απάντηση πρέπει να είναι μια γνήσια ευρωπαϊκή απάντηση, αλλά και να απαντά σε ένα ιδιαίτερο ερώτημα το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της: Στο ζήτημα της Γερμανίας. Η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος είναι μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια από την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος και μετά. Το αν θα είναι ευλογία ή πρόβλημα εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το αν θα είναι, στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια, ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Θα υποστηρίξω ότι γι' αυτήν τη νέα εποχή η Γερμανία χρειάζεται μια νέα κατευθυντήρια αρχή.
Και τέλος, το τέταρτο σημείο μου: Σε τούτη τη νέα εποχή, η ευρωπαϊκή μοναξιά δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, εγγενώς, η μοναξιά του θεματοφύλακα. Έχουμε γίνει οι θεματοφύλακες κάποιου πράγματος μεγαλύτερου από την επικράτειά μας, μιας πολιτικής παράδοσης της οποίας ο άλλος φύλακας έχει μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
Επιτρέψτε μου να τα πραγματευτώ ένα - ένα.
I. Πώς φτάσαμε εδώ
Εδώ στην Οξφόρδη, μας επιτρέπεται, μέχρι και μας ενθαρρύνετε, να αρχίζουμε με την ιστορία. Επιτρέψτε μου λοιπόν μια σύντομη παράκαμψη.
Η φράση «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» εισήλθε στο επίσημο λεξιλόγιο της ΕΕ μόλις το 2013, στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου για την άμυνα. Εκείνη την εποχή, η νέα εισαγωγή είχε σχεδιαστεί προσεκτικά ώστε να μην εκλαμβάνεται ως απειλητική. Αναφερόταν στη βιομηχανική βάση της ΕΕ, στην ικανότητά της να κατασκευάζει τα δικά της ελικόπτερα και φρεγάτες, και έγινε δεκτή στο Λονδίνο και στην Ουάσιγκτον με το συγηαταβατικό χαμόγελο που επιφυλάσσεται για πράγματα που λένε οι Γάλλοι.
Το χαμόγελο στην αρχή έσβησε αργά· μετά γρήγορα.
Έσβηνε αργά ενόσω διαρκούσε η δεκαετία του 2010, καθώς οι δεδομένες παραδοχές, η μία μετά την άλλη, άρχισαν να δοκιμάζονται. Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 έβαλε τέλος στις μετά τον Ψυχρό Πόλεμο «ημέρες αργίας και διακοπών» από την ιστορία, αν και δεν το παραδεχτήκαμε εντελώς και έγκαιρα, τότε. Η πρώτη κρούση της κυβέρνησης Τραμπ για το ΝΑΤΟ - η δημόσια επίπληξη για τις εθνικές συνεισφορές του 2 %, η υπόδειξη ότι το Άρθρο 5 μπορεί και να ισχύει υπό όρους - ράγισε την ψυχολογική βάση της Συμμαχίας, έστω και αν η θεσμική αρχιτεκτονική παρέμενε άθικτη. Το Brexit απομάκρυνε από την Ευρωπαϊκή Ένωση την πιο σημαντική στρατιωτική δύναμη της και ένα από τα δύο κράτη με πυρηνικά όπλα. Η αποχώρηση από το Αφγανιστάν το 2021, στην οποία οδηγήθηκαν από αυτό που οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είδαν ως «ευγενική χορηγία» μιας δεύτερης, πιο συνετής σκέψης, απέδειξε ότι ακόμη και μια αμερικανική κυβέρνηση προσηλωμένη στην Διατλαντική συνεργασία, είναι αυτή που θέτει τα χρονοδιαγράμματα και οι Ευρωπαίοι οφείλουν να προσαρμόζονται αναλόγως.
24 Φεβρουαρίου 2022. Ξαφνικά, κανείς δεν χαμογελούσε και δεν υπήρχε τίποτε για να χαμογελάμε.
Είναι αλήθεια ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν άλλαξε τα πάντα· άλλαξε όμως τα πράγματα που είχαν και έχουν σημασία. Έδειξε ότι ένας μεγάλος χερσαίος πόλεμος στην Ευρώπη δεν είναι μόνον μια ανάμνηση, αλλά έχει γίνει η νέα πραγματικότητα. Έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες, σε ατροφία χάρις στο μέρισμα τόσων δεκαετιών ειρήνης, δεν μπορούσαν να παράγουν βλήματα πυροβολικού με τον ρυθμό που τα καταναλώνει ο πόλεμος. Έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες, καθεμιά μόνη της, δεν διέθεταν μέσα καταλυτικής στρατηγικής σημασίας, π.χ. ανεφοδιασμού αέρος-αέρος, δορυφορικής παρατήρησης και συλλογής πληροφοριών, όπλα καταστολής της εχθρικής αεράμυνας, βλήματα μεγάλης εμβέλειας για χτυπήματα ακριβείας, δηλαδή αυτά που μετατρέπουν τους στρατούς των προθύμων σε στρατούς αποτελεσματικούς. Είχαμε, για να τα λέμε όλα, περισσότερα άρματα μάχης από τη Ρωσία. Όμως δεν θα μπορούσαμε να τα πάμε στο μέτωπο.
Και προπαντός, το γεγονός αυτό απέδειξε, ότι παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μπάιντεν παρέμεναν - εκείνη την εποχή - πρόθυμες να ηγηθούν, η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορούσε πια να είναι ένα στρατιωτικό αγαθό παθητικής φύσης, το οποίο καταναλώνεται από τους Ευρωπαίους και παράγεται από τους Αμερικανούς.
Τώρα πια, η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει μετατρέψει σε άμεσο αυτό που πριν ήταν έμμεσο. Η στροφή προς την Ασία είναι πραγματική. Η υπομονή για τον «ευρωπαϊκό παρασιτισμό στην άμυνα» έχει εξαντληθεί. Η υπό προϋποθέσεις ανάγνωση του Άρθρου 5, η οποία κάποτε λεγόταν ψιθυριστά, τώρα λέγεται ρητά. Η πρόσφατα ανακοινωθείσα απόσυρση πέντε χιλιάδων αμερικανικών στρατιωτών από τη Γερμανία, η οποία πυροδοτήθηκε, κατά τα λεγόμενα, λιγότερο από στρατηγικό υπολογισμό και περισσότερο από την Προεδρική δυσαρέσκεια για την κριτική του Καγκελάριου Μερτς για τον πόλεμο κατά του Ιράν, είναι μικρό ως ποσοτικό στοιχείο, αλλά αποκαλυπτικό. Η άμυνα της Ευρώπης εξαρτάται τώρα, τουλάχιστον εν μέρει, από τις διαθέσεις ενός ανθρώπου στην Ουάσιγκτον. Αυτό δεν είναι βιώσιμη βάση για την ασφάλειά μας· για την ασφάλεια μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων.
Δεν το λέω αυτό με θυμό. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι και των δύο κομμάτων, σε πολλαπλές εκλογικές αναμετρήσεις έχουν στείλει το μήνυμα ότι η ισορροπία στην κατανομή βαρών εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας πρέπει να αλλάξει. Το θέλουν αυτό. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να ενεργήσουμε ανάλογα.
Ποιες επιλογές έχουμε, λοιπόν;
Η φράση «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» εισήλθε στο επίσημο λεξιλόγιο της ΕΕ μόλις το 2013, στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου για την άμυνα. Εκείνη την εποχή, η νέα εισαγωγή είχε σχεδιαστεί προσεκτικά ώστε να μην εκλαμβάνεται ως απειλητική. Αναφερόταν στη βιομηχανική βάση της ΕΕ, στην ικανότητά της να κατασκευάζει τα δικά της ελικόπτερα και φρεγάτες, και έγινε δεκτή στο Λονδίνο και στην Ουάσιγκτον με το συγηαταβατικό χαμόγελο που επιφυλάσσεται για πράγματα που λένε οι Γάλλοι.
Το χαμόγελο στην αρχή έσβησε αργά· μετά γρήγορα.
Έσβηνε αργά ενόσω διαρκούσε η δεκαετία του 2010, καθώς οι δεδομένες παραδοχές, η μία μετά την άλλη, άρχισαν να δοκιμάζονται. Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 έβαλε τέλος στις μετά τον Ψυχρό Πόλεμο «ημέρες αργίας και διακοπών» από την ιστορία, αν και δεν το παραδεχτήκαμε εντελώς και έγκαιρα, τότε. Η πρώτη κρούση της κυβέρνησης Τραμπ για το ΝΑΤΟ - η δημόσια επίπληξη για τις εθνικές συνεισφορές του 2 %, η υπόδειξη ότι το Άρθρο 5 μπορεί και να ισχύει υπό όρους - ράγισε την ψυχολογική βάση της Συμμαχίας, έστω και αν η θεσμική αρχιτεκτονική παρέμενε άθικτη. Το Brexit απομάκρυνε από την Ευρωπαϊκή Ένωση την πιο σημαντική στρατιωτική δύναμη της και ένα από τα δύο κράτη με πυρηνικά όπλα. Η αποχώρηση από το Αφγανιστάν το 2021, στην οποία οδηγήθηκαν από αυτό που οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είδαν ως «ευγενική χορηγία» μιας δεύτερης, πιο συνετής σκέψης, απέδειξε ότι ακόμη και μια αμερικανική κυβέρνηση προσηλωμένη στην Διατλαντική συνεργασία, είναι αυτή που θέτει τα χρονοδιαγράμματα και οι Ευρωπαίοι οφείλουν να προσαρμόζονται αναλόγως.
24 Φεβρουαρίου 2022. Ξαφνικά, κανείς δεν χαμογελούσε και δεν υπήρχε τίποτε για να χαμογελάμε.
Είναι αλήθεια ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν άλλαξε τα πάντα· άλλαξε όμως τα πράγματα που είχαν και έχουν σημασία. Έδειξε ότι ένας μεγάλος χερσαίος πόλεμος στην Ευρώπη δεν είναι μόνον μια ανάμνηση, αλλά έχει γίνει η νέα πραγματικότητα. Έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες, σε ατροφία χάρις στο μέρισμα τόσων δεκαετιών ειρήνης, δεν μπορούσαν να παράγουν βλήματα πυροβολικού με τον ρυθμό που τα καταναλώνει ο πόλεμος. Έδειξε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες, καθεμιά μόνη της, δεν διέθεταν μέσα καταλυτικής στρατηγικής σημασίας, π.χ. ανεφοδιασμού αέρος-αέρος, δορυφορικής παρατήρησης και συλλογής πληροφοριών, όπλα καταστολής της εχθρικής αεράμυνας, βλήματα μεγάλης εμβέλειας για χτυπήματα ακριβείας, δηλαδή αυτά που μετατρέπουν τους στρατούς των προθύμων σε στρατούς αποτελεσματικούς. Είχαμε, για να τα λέμε όλα, περισσότερα άρματα μάχης από τη Ρωσία. Όμως δεν θα μπορούσαμε να τα πάμε στο μέτωπο.
Και προπαντός, το γεγονός αυτό απέδειξε, ότι παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μπάιντεν παρέμεναν - εκείνη την εποχή - πρόθυμες να ηγηθούν, η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορούσε πια να είναι ένα στρατιωτικό αγαθό παθητικής φύσης, το οποίο καταναλώνεται από τους Ευρωπαίους και παράγεται από τους Αμερικανούς.
Τώρα πια, η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει μετατρέψει σε άμεσο αυτό που πριν ήταν έμμεσο. Η στροφή προς την Ασία είναι πραγματική. Η υπομονή για τον «ευρωπαϊκό παρασιτισμό στην άμυνα» έχει εξαντληθεί. Η υπό προϋποθέσεις ανάγνωση του Άρθρου 5, η οποία κάποτε λεγόταν ψιθυριστά, τώρα λέγεται ρητά. Η πρόσφατα ανακοινωθείσα απόσυρση πέντε χιλιάδων αμερικανικών στρατιωτών από τη Γερμανία, η οποία πυροδοτήθηκε, κατά τα λεγόμενα, λιγότερο από στρατηγικό υπολογισμό και περισσότερο από την Προεδρική δυσαρέσκεια για την κριτική του Καγκελάριου Μερτς για τον πόλεμο κατά του Ιράν, είναι μικρό ως ποσοτικό στοιχείο, αλλά αποκαλυπτικό. Η άμυνα της Ευρώπης εξαρτάται τώρα, τουλάχιστον εν μέρει, από τις διαθέσεις ενός ανθρώπου στην Ουάσιγκτον. Αυτό δεν είναι βιώσιμη βάση για την ασφάλειά μας· για την ασφάλεια μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων.
Δεν το λέω αυτό με θυμό. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι και των δύο κομμάτων, σε πολλαπλές εκλογικές αναμετρήσεις έχουν στείλει το μήνυμα ότι η ισορροπία στην κατανομή βαρών εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας πρέπει να αλλάξει. Το θέλουν αυτό. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να ενεργήσουμε ανάλογα.
Ποιες επιλογές έχουμε, λοιπόν;
❧
II. Η αρχιτεκτονική της απόκρισης![]() |
| Φωτο: SaiKrishna Saketh Yellapragada στο Unsplash |
Από τον Μάρτιο του 2025 έχουμε αρχίσει να ανταποκρινόμαστε με μεγαλύτερη σοβαρότητα. Η Λευκή Βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Άμυνα - Ετοιμότητα 2030, αρχικά με την επωνυμία ReArm Europe, παρουσιάστηκε πέρυσι. Πρότεινε την κινητοποίηση έως και 800 δισεκατομμυρίων ευρώ σε αμυντικές δαπάνες σε ολόκληρη την Ένωση τα επόμενα χρόνια. Ο πρώτος πυλώνας της, το εργαλείο Δράσης για την Ασφάλεια στην Ευρώπη (Security Action for Europe, SAFE), παρέχει 150 δισεκατομμύρια ευρώ σε δάνεια μακράς διάρκειας στα κράτη-μέλη για από κοινού προμήθεια αμυντικών δυνατοτήτων. Το SAFE εγκρίθηκε από το Συμβούλιο τον Μάιο του 2025 και, μέσα σε λίγους μήνες, υπογράφηκε πλήρως από δεκαεννέα κράτη-μέλη. Δεκαεπτά χώρες έχουν πλέον ενεργοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, πράγμα που τους επιτρέπει να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες χωρίς να παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες. Στη Γερμανία, αλλάξαμε το Σύνταγμα έτσι ώστε οι αμυντικές δαπάνες άνω του 1 % του ΑΕΠ να μπορούν, de facto, να χρηματοδοτούνται από απεριόριστο χρέος.
Αυτές οι αποφάσεις δεν είναι απλώς δια το θεαθήναι. Είναι οι μεγαλύτερες δεσμεύσεις για συλλογική ευρωπαϊκή άμυνα τα τελευταία εβδομήντα χρόνια.
Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα έχει παράγει ακρωνύμια με ρυθμό που θα έκανε ακόμη και το Αμερικανικό Πεντάγωνο να κοκκινίσει. SAFE, PESCO, EDIRPA, ASAP, EDIP. Κάθε ένα, θα έλεγα, αποτελεί ένα πραγματικά χρήσιμο εργαλείο. Όλα μαζί, απεικονίζουν την απουσία μιας ενιαίας πολιτικής αρχής.
Ωστόσο - και εδώ χρειάζεται η ειλικρίνεια που ταιριάζει περισσότερο σ' αυτήν την αίθουσα παρά σε μια Συνέντευξη Τύπου - δεν αποτελούν ακόμη στρατηγική. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, το προοίμιο μιας στρατηγικής.
Αυτές οι αποφάσεις δεν είναι απλώς δια το θεαθήναι. Είναι οι μεγαλύτερες δεσμεύσεις για συλλογική ευρωπαϊκή άμυνα τα τελευταία εβδομήντα χρόνια.
Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα έχει παράγει ακρωνύμια με ρυθμό που θα έκανε ακόμη και το Αμερικανικό Πεντάγωνο να κοκκινίσει. SAFE, PESCO, EDIRPA, ASAP, EDIP. Κάθε ένα, θα έλεγα, αποτελεί ένα πραγματικά χρήσιμο εργαλείο. Όλα μαζί, απεικονίζουν την απουσία μιας ενιαίας πολιτικής αρχής.
Ωστόσο - και εδώ χρειάζεται η ειλικρίνεια που ταιριάζει περισσότερο σ' αυτήν την αίθουσα παρά σε μια Συνέντευξη Τύπου - δεν αποτελούν ακόμη στρατηγική. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, το προοίμιο μιας στρατηγικής.
Μια ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας και άμυνας πρέπει να απαντήσει σε τέσσερα ερωτήματα. Εναντίον τίνος αμυνόμαστε; Με ποια μέσα; Μέσω ποιας διοικητικής δομής; Και με ποιο πολιτικό σκοπό;
Έχουμε αρχίσει να δίνουμε απαντήσεις στο πρώτο ερώτημα. Η Ρωσία είναι η πιο σοβαρή, η άμεση και άμεση απειλή για την ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας· και έτσι θα παραμείνει για τουλάχιστον μια γενιά, ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Δεν υπάρχει πλέον σοβαρή διχογνωμία γι' αυτό, σε καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προτιμούν να το αμφισβητούν ρητορικά.
Έχουμε αρχίσει να δίνουμε απαντήσεις στο δεύτερο ερώτημα· με χρήματα. Τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ είναι μια σοβαρή απάντηση στο ζήτημα των μέσων, εφόσον υλοποιηθούν. Αλλά δεν μπορείς να φτιάξεις οβίδες πυροβολικού απλά και μόνον με το να διαθέτεις κεφάλαια για αυτές. Και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων εξακολουθεί να ρέει μέσω εθνικών καναλιών: Είκοσι επτά ξεχωριστοί προϋπολογισμοί, είκοσι επτά ξεχωριστές προμήθειες, είκοσι επτά ξεχωριστές προτεραιότητες. Η δομή όπως έχει σήμερα, δεν παρέχει την κοινή ευρωπαϊκή διάσταση η οποία είναι αναγκαία για να οικοδομηθεί ένα ολοκληρωμένο και αξιόπιστο αποτρεπτικό μέσο εναντίον οποιουδήποτε πιθανού επιτιθέμενου.
Μόλις αρχίσαμε να απαντάμε και στο τρίτο ερώτημα. Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή διοίκηση. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας (European Defence Agency) είναι συντονιστής προμηθειών· το Στρατιωτικό Επιτελείο της ΕΕ (EU's Military Staff ) είναι μια μικρή ομάδα σχεδιασμού. Σήμερα, η διοίκηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων σε οποιοδήποτε πιθανό σενάριο παραμένει προνόμιο είτε των κρατών - μελών είτε της κοινής διοίκησης του ΝΑΤΟ, πράγμα που σημαίνει, για τα πιο απαιτητικά σενάρια, ότι εξαρτώμαστε από την αμερικανική θέληση ή την αμερικανική διάθεση. Όπως είπα και πριν, αυτό δεν είναι βιώσιμο. Δεν μπορεί πλέον να είναι το προεπιλεγμένο βασικό σενάριο μας ούτε η σανίδα σωτηρίας μας. Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική λύση;
Και άς είμαστε ειλικρινείς: Δεν έχουμε αρχίσει ακόμη να δίνουμε απαντήσεις στο τέταρτο ερώτημα. Για ποιο πολιτικό σκοπό εξοπλιζόμαστε; Για να αποτρέψουμε τη Ρωσία, ναι· όμως η αποτροπή είναι μέσο, όχι σκοπός. Εξοπλιζόμαστε για να δώσουμε στην Ουκρανία την δυνατότητα να νικήσει ή στοχεύουμε σε στασιμότητα και αδιέξοδο; Και τι πράγμα υπερασπιζόμαστε, σε τελευταία ανάλυση; Αυτά δεν είναι ακαδημαϊκά ερωτήματα. Αυτά καθορίζουν ποιες δυνάμεις χρειαζόμαστε, ποια βιομηχανική βάση χρειαζόμαστε και επίσης, ας μην διστάσουμε να εκφέρουμε τη λέξη, ποια θέση πρέπει να έχουμε για την πτυχή της πυρηνικής αποτροπής.
Δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που γνωρίζω καλύτερα, έχει δώσει μέχρι τώρα μια σαφή, ολοκληρωμένη απάντηση δημοσίως.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας δώσω τη δική μου.
Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο τέσσερις λέξεις και τόσο περίπλοκη όσο αυτές οι ίδιες τέσσερις λέξεις: Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση (European Defence Union). Αυτό δεν είναι - δεν πρόκειται να είναι - το εγχείρημα όλων των είκοσι επτά κρατών-μελών της ΕΕ συνολικά. Αν προσπαθούσαμε έτσι, αναμφίβολα θα αποτυγχάναμε. Και όσοι επιμένουν στον αριθμό 27 ως απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουμε, είναι είτε αφελείς είτε, πιθανότατα, ενάντια στην ίδια την ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας συνασπισμός των γενναίων. Ιδού τα μεγαλύτερα κράτη τα οποία πρέπει να είναι μέσα: Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Ισπανία, Ιταλία. Ιδού τα κράτη τα οποία χρεώνονται την πρώτη γραμμή και συνεισφέρουν την εμπειρία: Οι χώρες της Βαλτικής, οι Σκανδιναβικές χώρες. Ιδού τα κράτη τα οποία συνεισφέρουν σοβαρό αμυντικό-βιομηχανικό και ναυτικό βάρος: Προπαντός η Ολλανδία, ιδεωδώς και η Νορβηγία. Και, απαραίτητα, το Ηνωμένο Βασίλειο.
Για να μιλούμε συγκεκριμένα, μια Αμυντική Ένωση πρέπει να έχει τέσσερις πυλώνες, και μαζί θα αποτέσουν κάτι που η Ευρώπη δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα.
Πρώτον, ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις έτοιμες προς χρήση και ικανές να επιχειρούν. Όχι σχηματισμοί στα χαρτιά, ούτε μονάδες οι οποίες εκ περιτροπής θα αλλάζουν ονομασία, εθνόσημο και υπαγωγή σε στρατηγείο, αλλά μόνιμες μονάδες σε διαρκή ετοιμότητα, ικανές να ενεργούν υπό ευρωπαϊκή αλυσίδα διοίκησης όταν το απαιτεί η κατάσταση. Δεύτερον, δομές λήψης αποφάσεων οι οποίες πραγματικά λειτουργούν: Ταχύτερες από το ΝΑΤΟ, πιο αργές από τον πανικό, με σαφείς κανόνες για το ποιος αποφασίζει τί και για λογαριασμό τίνος. Τρίτον, κοινές προμήθειες υλικών ως κανόνας και όχι ως εξαίρεση, και ένας κατάλληλα ενδυναμωμένος ευρωπαϊκός οργανισμός οπλικών συστημάτων, εξουσιοδοτημένος να λαμβάνει αποφάσεις και με προϋπολογισμό ικανό για την υποστήριξή τους. Τέταρτον, ένα γνήσια ενοποιημένο ευρωπαϊκό βιομηχανικό σύμπλεγμα άμυνας και ασφάλειας: Όχι 27 εθνικοί πρωταθλητές σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά μια ενιαία αγορά για την άμυνα, δομημένη με μεθοδικό σχεδιασμό, στην οποία η Φινλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Τσεχία, η Βρετανία και όλα τα άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης - και όταν έρθει ο καιρός, η εφευρετικότητα και η τεχνογνωσία των Ουκρανών ηρωικών φίλων μας - θα συνυπάρχουν ως ενιαίο όλον.
Και πρέπει να έχουμε σαφή εικόνα για το τι έχει να προσφέρει αυτή η αρχιτεκτονική. Οι ελλείψεις και κενά σε ικανότητες τα οποία μετρούν πιο πολύ το 2026 δεν είναι μόνον αυτά που έφερε στο φως ο πόλεμος στην Ουκρανία (πυροβολικό, ολοκληρωμένη αεράμυνα, βλήματα μεγάλης εμβέλειας για πλήγματα ακριβείας, δορυφορική παρατήρηση και συλλογή πληροφοριών). Είναι επίσης, όλο και περισσότερο, ψηφιακά. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) όλων των κατηγοριών, έχουν ξαναγράψει την οικονομία του σύγχρονου πεδίου μάχης και εμείς αργήσαμε να αντλήσουμε διδάγματα. Όμως αυτό το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ το πιλοτήριο και το χαράκωμα. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση πρέπει να είναι ένα εγχείρημα ανάκτησης κυριαρχίας σ' ολόκληρο το πλαίσιο στο οποίο βασίζεται τώρα πια η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς: Δική μας καθαρά ευρωπαϊκή ψηφιακή υποδομή cloud, ασφαλείς επικοινωνίες, δικά μας chip, δικές μας ικανότητες τεχνητής νοημοσύνης για αμυντικές εφαρμογές· και μια σοβαρή, συνεχής προσπάθεια μείωσης της ευρωπαϊκής εξάρτησης από εισαγόμενες σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά. Χωρίς αυτήν την ψηφιακή και βιομηχανική ραχοκοκαλιά, κάθε βλήμα που παράγουμε και κάθε αεροσκάφος που αναπτύσσουμε, θα εξακολουθεί να λειτουργεί, σε τελευταία ανάλυση, έχοντας ως βάση υποδομές που θα ελέγχονται από αλλού. Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία. Αυτή είναι αυτονομία υπό τους όρους κάποιου άλλου.
Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Είναι η ελάχιστη αρχιτεκτονική η οποία είναι συμβατή με τη μοναξιά που περιέγραψα στην αρχή αυτής της διάλεξης. Με αυτήν - και μόνο με αυτήν - θα αρχίσουμε να έχουμε μια εύλογη απάντηση στο ερώτημα, για ποιο λόγο υπάρχουν τα μέσα και ποιός θα έχει την αρμοδιότητα και την εξουσία να τα χρησιμοποιεί.
Και ας είμαι σαφής για ένα πράγμα, πριν προχωρήσω περαιτέρω. Η ειρήνη είναι κάτι περισσότερο από τανκς και τουφέκια, κάτι περισσότερο από drones και chips· και η αποστολή της Ευρώπης δεν είναι μόνον να αποτρέπει, αλλά να παραμένει, όπως ήταν στην καλύτερη της εποχή, μια δύναμη ειρήνης μέσω της διπλωματίας, μέσω της ανάπτυξης, μέσω της υπομονετικής οικοδόμησης θεσμών δια των οποίων οι συγκρούσεις θα μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο πριν χρειαστεί να αντιμετωπισθούν με αμυντικές δυνάμεις.
Έχουμε αρχίσει να δίνουμε απαντήσεις στο πρώτο ερώτημα. Η Ρωσία είναι η πιο σοβαρή, η άμεση και άμεση απειλή για την ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας· και έτσι θα παραμείνει για τουλάχιστον μια γενιά, ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Δεν υπάρχει πλέον σοβαρή διχογνωμία γι' αυτό, σε καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προτιμούν να το αμφισβητούν ρητορικά.
Έχουμε αρχίσει να δίνουμε απαντήσεις στο δεύτερο ερώτημα· με χρήματα. Τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ είναι μια σοβαρή απάντηση στο ζήτημα των μέσων, εφόσον υλοποιηθούν. Αλλά δεν μπορείς να φτιάξεις οβίδες πυροβολικού απλά και μόνον με το να διαθέτεις κεφάλαια για αυτές. Και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων εξακολουθεί να ρέει μέσω εθνικών καναλιών: Είκοσι επτά ξεχωριστοί προϋπολογισμοί, είκοσι επτά ξεχωριστές προμήθειες, είκοσι επτά ξεχωριστές προτεραιότητες. Η δομή όπως έχει σήμερα, δεν παρέχει την κοινή ευρωπαϊκή διάσταση η οποία είναι αναγκαία για να οικοδομηθεί ένα ολοκληρωμένο και αξιόπιστο αποτρεπτικό μέσο εναντίον οποιουδήποτε πιθανού επιτιθέμενου.
Μόλις αρχίσαμε να απαντάμε και στο τρίτο ερώτημα. Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή διοίκηση. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας (European Defence Agency) είναι συντονιστής προμηθειών· το Στρατιωτικό Επιτελείο της ΕΕ (EU's Military Staff ) είναι μια μικρή ομάδα σχεδιασμού. Σήμερα, η διοίκηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων σε οποιοδήποτε πιθανό σενάριο παραμένει προνόμιο είτε των κρατών - μελών είτε της κοινής διοίκησης του ΝΑΤΟ, πράγμα που σημαίνει, για τα πιο απαιτητικά σενάρια, ότι εξαρτώμαστε από την αμερικανική θέληση ή την αμερικανική διάθεση. Όπως είπα και πριν, αυτό δεν είναι βιώσιμο. Δεν μπορεί πλέον να είναι το προεπιλεγμένο βασικό σενάριο μας ούτε η σανίδα σωτηρίας μας. Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική λύση;
Και άς είμαστε ειλικρινείς: Δεν έχουμε αρχίσει ακόμη να δίνουμε απαντήσεις στο τέταρτο ερώτημα. Για ποιο πολιτικό σκοπό εξοπλιζόμαστε; Για να αποτρέψουμε τη Ρωσία, ναι· όμως η αποτροπή είναι μέσο, όχι σκοπός. Εξοπλιζόμαστε για να δώσουμε στην Ουκρανία την δυνατότητα να νικήσει ή στοχεύουμε σε στασιμότητα και αδιέξοδο; Και τι πράγμα υπερασπιζόμαστε, σε τελευταία ανάλυση; Αυτά δεν είναι ακαδημαϊκά ερωτήματα. Αυτά καθορίζουν ποιες δυνάμεις χρειαζόμαστε, ποια βιομηχανική βάση χρειαζόμαστε και επίσης, ας μην διστάσουμε να εκφέρουμε τη λέξη, ποια θέση πρέπει να έχουμε για την πτυχή της πυρηνικής αποτροπής.
Δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που γνωρίζω καλύτερα, έχει δώσει μέχρι τώρα μια σαφή, ολοκληρωμένη απάντηση δημοσίως.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας δώσω τη δική μου.
Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο τέσσερις λέξεις και τόσο περίπλοκη όσο αυτές οι ίδιες τέσσερις λέξεις: Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση (European Defence Union). Αυτό δεν είναι - δεν πρόκειται να είναι - το εγχείρημα όλων των είκοσι επτά κρατών-μελών της ΕΕ συνολικά. Αν προσπαθούσαμε έτσι, αναμφίβολα θα αποτυγχάναμε. Και όσοι επιμένουν στον αριθμό 27 ως απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουμε, είναι είτε αφελείς είτε, πιθανότατα, ενάντια στην ίδια την ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας συνασπισμός των γενναίων. Ιδού τα μεγαλύτερα κράτη τα οποία πρέπει να είναι μέσα: Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Ισπανία, Ιταλία. Ιδού τα κράτη τα οποία χρεώνονται την πρώτη γραμμή και συνεισφέρουν την εμπειρία: Οι χώρες της Βαλτικής, οι Σκανδιναβικές χώρες. Ιδού τα κράτη τα οποία συνεισφέρουν σοβαρό αμυντικό-βιομηχανικό και ναυτικό βάρος: Προπαντός η Ολλανδία, ιδεωδώς και η Νορβηγία. Και, απαραίτητα, το Ηνωμένο Βασίλειο.
Για να μιλούμε συγκεκριμένα, μια Αμυντική Ένωση πρέπει να έχει τέσσερις πυλώνες, και μαζί θα αποτέσουν κάτι που η Ευρώπη δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα.
Πρώτον, ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις έτοιμες προς χρήση και ικανές να επιχειρούν. Όχι σχηματισμοί στα χαρτιά, ούτε μονάδες οι οποίες εκ περιτροπής θα αλλάζουν ονομασία, εθνόσημο και υπαγωγή σε στρατηγείο, αλλά μόνιμες μονάδες σε διαρκή ετοιμότητα, ικανές να ενεργούν υπό ευρωπαϊκή αλυσίδα διοίκησης όταν το απαιτεί η κατάσταση. Δεύτερον, δομές λήψης αποφάσεων οι οποίες πραγματικά λειτουργούν: Ταχύτερες από το ΝΑΤΟ, πιο αργές από τον πανικό, με σαφείς κανόνες για το ποιος αποφασίζει τί και για λογαριασμό τίνος. Τρίτον, κοινές προμήθειες υλικών ως κανόνας και όχι ως εξαίρεση, και ένας κατάλληλα ενδυναμωμένος ευρωπαϊκός οργανισμός οπλικών συστημάτων, εξουσιοδοτημένος να λαμβάνει αποφάσεις και με προϋπολογισμό ικανό για την υποστήριξή τους. Τέταρτον, ένα γνήσια ενοποιημένο ευρωπαϊκό βιομηχανικό σύμπλεγμα άμυνας και ασφάλειας: Όχι 27 εθνικοί πρωταθλητές σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά μια ενιαία αγορά για την άμυνα, δομημένη με μεθοδικό σχεδιασμό, στην οποία η Φινλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Τσεχία, η Βρετανία και όλα τα άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης - και όταν έρθει ο καιρός, η εφευρετικότητα και η τεχνογνωσία των Ουκρανών ηρωικών φίλων μας - θα συνυπάρχουν ως ενιαίο όλον.
Και πρέπει να έχουμε σαφή εικόνα για το τι έχει να προσφέρει αυτή η αρχιτεκτονική. Οι ελλείψεις και κενά σε ικανότητες τα οποία μετρούν πιο πολύ το 2026 δεν είναι μόνον αυτά που έφερε στο φως ο πόλεμος στην Ουκρανία (πυροβολικό, ολοκληρωμένη αεράμυνα, βλήματα μεγάλης εμβέλειας για πλήγματα ακριβείας, δορυφορική παρατήρηση και συλλογή πληροφοριών). Είναι επίσης, όλο και περισσότερο, ψηφιακά. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) όλων των κατηγοριών, έχουν ξαναγράψει την οικονομία του σύγχρονου πεδίου μάχης και εμείς αργήσαμε να αντλήσουμε διδάγματα. Όμως αυτό το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ το πιλοτήριο και το χαράκωμα. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση πρέπει να είναι ένα εγχείρημα ανάκτησης κυριαρχίας σ' ολόκληρο το πλαίσιο στο οποίο βασίζεται τώρα πια η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς: Δική μας καθαρά ευρωπαϊκή ψηφιακή υποδομή cloud, ασφαλείς επικοινωνίες, δικά μας chip, δικές μας ικανότητες τεχνητής νοημοσύνης για αμυντικές εφαρμογές· και μια σοβαρή, συνεχής προσπάθεια μείωσης της ευρωπαϊκής εξάρτησης από εισαγόμενες σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά. Χωρίς αυτήν την ψηφιακή και βιομηχανική ραχοκοκαλιά, κάθε βλήμα που παράγουμε και κάθε αεροσκάφος που αναπτύσσουμε, θα εξακολουθεί να λειτουργεί, σε τελευταία ανάλυση, έχοντας ως βάση υποδομές που θα ελέγχονται από αλλού. Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία. Αυτή είναι αυτονομία υπό τους όρους κάποιου άλλου.
Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Είναι η ελάχιστη αρχιτεκτονική η οποία είναι συμβατή με τη μοναξιά που περιέγραψα στην αρχή αυτής της διάλεξης. Με αυτήν - και μόνο με αυτήν - θα αρχίσουμε να έχουμε μια εύλογη απάντηση στο ερώτημα, για ποιο λόγο υπάρχουν τα μέσα και ποιός θα έχει την αρμοδιότητα και την εξουσία να τα χρησιμοποιεί.
Και ας είμαι σαφής για ένα πράγμα, πριν προχωρήσω περαιτέρω. Η ειρήνη είναι κάτι περισσότερο από τανκς και τουφέκια, κάτι περισσότερο από drones και chips· και η αποστολή της Ευρώπης δεν είναι μόνον να αποτρέπει, αλλά να παραμένει, όπως ήταν στην καλύτερη της εποχή, μια δύναμη ειρήνης μέσω της διπλωματίας, μέσω της ανάπτυξης, μέσω της υπομονετικής οικοδόμησης θεσμών δια των οποίων οι συγκρούσεις θα μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο πριν χρειαστεί να αντιμετωπισθούν με αμυντικές δυνάμεις.
Εδώ θέλω να στραφώ στο ερώτημα, το οποίο, ειδικά σ΄ αυτήν εδώ την αίθουσα, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Το ζήτημα της Γερμανίας. Και θέλω να στραφώ σε αυτό ως Γερμανίδα.
Ο Timothy Garton Ash, καθηγητής στην έδρα Isaiah Berlin τούτου εδώ του Κολλεγίου, έγραψε ένα άρθρο στην Guardian την περασμένη εβδομάδα, την παραμονή της ογδοηκοστής πρώτης επετείου από το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη [«Germany’s military power is on the rise. This time it must be firmly embedded in Europe», 4.5.2026]. Ανέφερε ένα γεγονός και έθεσε ένα ερώτημα. Το γεγονός είναι ότι η Γερμανία θα γίνει και πάλι η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ήδη από το επόμενο έτος, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες θα είναι τόσες όσο αυτές της Γαλλίας και της Βρετανίας μαζί. Μέχρι το 2030 θα είναι σημαντικά μεγαλύτερες. Ο δηλωμένος στόχος της γερμανικής κυβέρνησης, όπως ορίζεται στην πρώτη εθνική στρατιωτική στρατηγική της με τίτλο Ευθύνη για την Ευρώπη (Verantwortung für Europa), είναι να έχει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην ήπειρο μας. Επιτρέψτε μου να το επαναλάβω: Τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Εκτός απρόβλεπτων εξελίξεων, αυτό θα συμβεί.
Ο Γκάρτον Ας ρωτάει: Πώς μπορούμε (και με το πρώτο πληθυντικό «εμείς» εννοώ τους συμπατριώτες μου, άνδρες και γυναίκες, και μέσω ημών ολόκληρη την Ευρώπη) να διασφαλίσουμε ότι, αυτή τη φορά, η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος θα είναι μια θετική εξέλιξη για όλη την Ευρώπη; Επιλέγω αυτές τις τρεις λέξεις προσεκτικά: Αυτή τη φορά.
Ας το θέσω ευθέως. Η έλλειψη ιστορικής οξυδέρκειας την οποία έδειξε ο καγκελάριος Μερτς με τον τρόπο που μίλησε για τη γερμανική στρατιωτική ισχύ (και, από όλες τις εβδομάδες του χρόνου, διάλεξε να το κάνει την εβδομάδα της 8ης Μαΐου [επέτειος λήξης του Β΄ ΠΠ], χωρίς να αφιερώσει μια σκέψη για το τί σημαίνουν και εξακολουθούν να σημαίνουν αυτές οι λέξεις στη συλλογική μνήμη αυτής της ηπείρου), προκαλεί, στην καλύτερη περίπτωση, κατάπληξη. Γεννήθηκα στα σύνορα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Είμαι παιδί του γαλλο-γερμανικού σχεδίου συμφιλίωσης και αναρωτιέμαι πόσο γρήγορα οι συμπολίτες μου «ξεχνούν» τις πληγές που άφησαν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός και ο ναζισμός σε όλη την Ευρώπη. Αυτές οι λέξεις σημαίνουν Βερντέν και Σομμ (Somme). Σημαίνουν Βαρσοβία και Κόβεντρι (Coventry), Λίντιτσε (Lidice) και Ρότερνταμ. Σημαίνουν Άουσβιτς. Η μεταπολεμική γερμανική δημοκρατία (και το λέω αυτό με την ευγνωμοσύνη κάποιας η οποία ολόκληρη την ενήλικη ζωή της την έζησε υπό την προστασία της) κατασκευάστηκε ακριβώς με την αναγνώριση ότι αυτό δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να συμβεί ποτέ ξανά. Nie wieder. Οι δύο πιο απλές και ισχυρές λέξεις στη σύγχρονη γερμανική πολιτική γλώσσα. Ποτέ ξανά.
Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, το nie wieder σήμαινε αυτοσυγκράτηση. Μέχρι σήμερα υπονοεί μια συνταγματική απροθυμία για χρήση βίας. Αυτό σήμαινε την σκόπιμη καλλιέργεια μιας στρατηγικής κουλτούρας τόσο προσεκτικής, ώστε μερικές φορές εξόργιζε τους συμμάχους μας. Αυτό σήμαινε την μετάθεση των δύσκολων ζητητημάτων χρήσης στρατιωτικής ισχύος στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Αυτή η αυτοσυγκράτηση, ενσωματωμένη πρώτα στο ΝΑΤΟ και στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί θεμελιώδες επίτευγμα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουμε για να γίνουμε δεκτοί σε μια κοινότητα εθνών, τα οποία είχαν κάθε λόγο να μας βλέπουν δύσπιστα και καχύποπτα.
Όμως, το nie wieder υπό αυτή τη μορφή - αυτοσυγκράτηση, μετάθεση σε άλλους, μικρότερος στρατός από ό,τι απαιτούσαν οι περιστάσεις - δεν είναι πια το nie wieder που απαιτεί ο σημερινός κόσμος. Το σημερινό nie wieder πρέπει να είναι, στην πιο βαθιά μορφή του, μια δέσμευση και συμβολή της Γερμανίας ώστε οι καταστροφές του 20ού Αιώνα να μην επιστρέψουν ποτέ σε αυτήν την ήπειρο. Αυτοσυγκράτηση ενόψει μιας επιθετικής, εξοπλισμένης με πυρηνικά Ρωσία και ενόψει μιας αναξιόπιστης Αμερικής, είναι μια παρερμηνεία του nie wieder. Yπάρχει κίνδυνος να μην συνιστά πια συμβολή στην ευρωπαϊκή ειρήνη. Υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε υπεκφυγή και αδιαφορία.
Το nie wieder πρέπει να είναι μια συμβολή στην ευρωπαϊκή ειρήνη.
Πρέπει λοιπόν να επανεξοπλιστούμε. Το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει, αλλά πώς. Και το πώς, είναι, με την πιο σοβαρή σημασία, ερώτημα σχετικό με την αυτογνωσία της Γερμανίας.
Ας έρθω σ' αυτό που θεωρώ πιο αναγκαίο να ειπωθεί απόψε· και αυτό είναι κάτι που σχεδόν κανείς δεν το λέει αρκετά καθαρά στην χώρα μου. Οι γείτονές μας παρακολουθούν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τις προσπάθειες της και τις προθέσεις της. Η γερμανική πολιτική τάξη θα ήθελε να πιστεύει ότι όλα βαίνουν καλώς στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας, αλλά οι έρευνες και τα μετρήσιμα δεδομένα αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία: Μια ιστορία για το πόσο άβολα νιώθουν οι γείτονές μας δίπλα σε μια Γερμανία η οποία επαναστρατιωτικοποιείται, αλλά και για το πόσο απρόθυμοι δείχνουμε εμείς, να καταπιαστούμε με τους φόβους τους. Δεν το λέω αυτό για να επιπλήξω. Το λέω επειδή είναι αλήθεια. Και επειδή όσο περισσότερο απωσιωπάται μεταξύ ημών των Γερμανών, τόσο μεγαλύτερη ζημιά θα κάνει. Στο Βερολίνο, τα τελευταία τρία χρόνια, έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι ισχύει μια ιστορία πολύ βολική για μας: Ότι η αντίδραση μας λόγω της «αλλαγής των καιρών» («Zeitenwende», βλ. Olaf Scholz) ήταν εδώ πολύ καιρό αναγκαία, ότι η Ευρώπη είναι ευγνώμων γι' αυτό που κάνουμε, ότι οι εταίροι μας περίμεναν να αναλάβουμε δράση και τώρα που το κάνουμε το καλωσορίζουν. Σ' αυτή την ιστορία υπάρχει κάποια αλήθεια. Οι εταίροι μας, σε γενικές γραμμές, ανακουφίζονται που η Γερμανία ξύπνησε από τον μακρύ στρατηγικό της λήθαργο. Όμως αυτό το αφήγημα είναι ημιτελές. Και το μέρος που παραλείπει, είναι το μέρος που έχει τη μεγαλύτερη σημασία.
Το μέρος που παραλείπει έχει ως εξής: Κάτω από την ανακούφιση, οι ίδιοι εταίροι οι οποίοι καλωσορίζουν μια ισχυρότερη Bundeswehr, νιώθουν επίσης και κάτι που δεν μπορούν να το πουν δυνατά, ίσως λόγω υπερβολικής ευγένειας: Μια ήρεμη, επίμονη, ιστορικά ριζωμένη ανησυχία, για τις προοπτικές μιας ηπείρου στην οποία κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη, και με σημαντική διαφορά, θα είναι για άλλη μια φορά η Γερμανία. Δεν το λένε δυνατά επειδή είναι φίλοι μας· επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομηθεί πάνω στην υπομονετική καταστολή ακριβώς αυτών των ανησυχιών· και επειδή αναγνωρίζουν ότι η άμεση απειλή προέρχεται από τη Μόσχα, όχι από το Βερολίνο. Αλλά η ανησυχία είναι εκεί. Είναι πραγματική. Και δεν είναι μια παράνοια. Γίνεται όλο και ισχυρότερη, όχι ασθενέστερη, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος αποδυναμώνει τη δέσμευσή του στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο Λόρδος Ismay, ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, είχε πει την διάσημη φράση ότι σκοπός αυτής της Συμμαχίας ήταν «να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω». Ήταν μια επιπόλαιη διατύπωση και έκτοτε αναφέρεται με σαρκαστικό και πικρόχολο τρόπο. Αλλά πίσω από τον σαρκασμό κρυβόταν μια πραγματική αρχιτεκτονική. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ήταν «μέσα», ήταν αυτό που έκανε τους Γερμανούς να παραμένουν σταθερά «κάτω». Και ήταν αυτό που καθιστούσε δυνατό, όταν επέστρεψε η γερμανική ισχύς, να είναι ενσωματώσιμη στις ευρωπαϊκές δομές αντί να τις απειλεί. Καθώς απομακρύνονται οι Αμερικανοί, επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα που ανέστειλε η παρουσία των Αμερικανών. Οι γείτονές μας το νιώθουν αυτό το ζήτημα. Πρέπει να το νιώσουμε και εμείς οι Γερμανοί .
Η αντίδραση της πολωνικής Δεξιάς στον γερμανικό επανεξοπλισμό και την αμερικανική αποχώρηση, μια αντίδραση την οποία ο Γκάρτον Ας υποβάθμισε εσκεμμένα και την ονόμασε «υστερική», δεν είναι απλός παραλογισμός που πρέπει να εξαλειφθεί με ενημέρωση και επιχειρηματολογία. Είναι η συλλογική μνήμη που μιλάει. Η ίδια μνήμη μιλάει στην Πράγα, στο Παρίσι, στη Χάγη, στην Αθήνα, στις Βρυξέλλες. Μιλάει με τη μορφή της αποσιώπησης, ακόμη και μέσα σε κύκλους των Βρετανών φίλων μας. Υποψιάζομαι ότι μιλάει ακόμη και σε κύκλους Αμερικανών μιας συγκεκριμένης γενιάς. Εμείς οι Γερμανοί πρέπει να την ακούσουμε. Πρέπει να την ακούσουμε όχι επειδή οι γείτονές μας σφάλλουν, αλλά επειδή έχουν δίκιο από ιστορική άποψη. Στη σύγχρονη ιστορία αυτής της ηπείρου, ποτέ δεν υπήρξε στο κέντρο της μια Γερμανία που να ήταν ταυτόχρονα ειρηνική και στρατιωτικά κυριαρχούσα. Αυτό καταγράφει η ιστορία. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε ή να το υποβαθμίσουμε με το να επισημαίνουμε τα επιτεύγματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όσο πραγματικά και να ήταν αυτά τα επιτεύγματα. Πρέπει, ενάντια στην ιστορική εμπειρία και ενάντια στα ίδια τα ένστικτα, να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη εκείνων που έχουν κάθε λόγο να μην μας εμπιστεύονται.
Αυτό είναι το μέρος της συζήτησης στη Γερμανία, το οποίο δεν έγινε από το 2022 μέχρι τώρα. Στην χώρα μου μιλάμε για την «αλλαγή των καιρών» («Zeitenwende») ως ένα γερμανικό εγχείρημα: Τι πρέπει να κάνουμε, πόσα πρέπει να ξοδέψουμε, τι πρέπει να οικοδομήσουμε. Σπάνια μιλάμε για το πώς φαίνονται όλα αυτά όταν τα βλέπουν από τη Βαρσοβία, από το Παρίσι, από το Λονδίνο. Σπάνια ρωτάμε αν ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούμε αυτόν τον επανεξοπλισμό (μεγάλο μέρος του οποίου είναι προμήθειες από την Αμερική, το υπόλοιπο σε πολύ μεγάλο βαθμό εγχώριας παραγωγής, προερχόμενο από την δική μας βιομηχανική βάση, από τα δικά μας εργοστάσια, από τις δικές μας γεωγραφικές περιφέρειες), είναι τέτοιος ώστε να καθησυχάζει τους γείτονές μας. Ή μήπως είναι ένας τρόπος που ξυπνά σιγά-σιγά τους πιο παλιούς φόβους των γειτόνων μας; Δεν θέτουμε το ερώτημα. Πρέπει να το θέσουμε.
Η δυσφορία που νιώθουν οι γείτονές μας εντείνεται, φυσικά, από την πολιτική συγκυρία στη χώρα μου. Η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) προηγείται αυτή τη στιγμή στις εθνικές μας δημοσκοπήσεις. Κατά ειρωνικό τρόπο, η πιο πιθανή συμπεριφορά μιας κυβέρνησης υπό την ηγεσία της AfD θα ήταν ο κατευνασμός της Μόσχας και όχι οποιαδήποτε επιθετική χρήση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος. Αυτή είναι η ιστορική ειρωνεία του γερμανικού εθνικισμού σήμερα. Όμως ο ορίζοντας του σχεδιασμού της νέας γερμανικής στρατιωτικής στρατηγικής εκτείνεται μέχρι το 2035. Κανένα σοβαρό άτομο σε τούτη την αίθουσα δεν θα μπορούσε να προβλέψει ποιά θα είναι η πολιτική κατάσταση στην Γερμανία το 2035. Την νέα Bundeswehr που χτίζουμε σήμερα, θα την κληρονομήσουν πολιτικοί συνασπισμοί τους οποίους δεν μπορούμε ακόμη να κατονομάσουμε, μέσα σε γεωπολιτικές συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε ακόμη να προβλέψουμε. Αυτό πρέπει να βάλει κάθε Γερμανό σε σοβαρό προβληματισμό. Και το γεγονός ότι σήμερα, τους περισσότερους από εμάς δεν τους βάζει σε σοβαρό προβληματισμό, είναι από μόνο του λόγος ανησυχίας.
Γι' αυτό, θέλω να προτείνω απόψε ότι η γερμανική στρατηγική κουλτούρα χρειάζεται να διατυπωθεί με νέο τρόπο. Όχι να αντικατασταθεί το «nie wieder» με κάτι άλλο. Το «ποτέ ξανά» παραμένει το θεμέλιο και πρέπει να παραμείνει το θεμέλιο. Χρειάζεται όμως μια εξέλιξη και ανάπτυξη αυτού του θεμελίου, προσαρμοσμένη στον κόσμο στον οποίο ζούμε τώρα. Το «ποτέ ξανά» του σήμερα πρέπει επίσης να σημαίνει «ποτέ ξανά» γερμανική ιδιαιτερότητα. Πρέπει να σημαίνει ότι η Γερμανία είναι πάντα εντός της Ευρώπης και με την Ευρώπη, υπέρ της ευρωπαϊκής ειρήνης.
Η διατύπωση που θα πρότεινα είναι η εξής: Nie wieder allein.
Ποτέ ξανά μόνη.
Ο Timothy Garton Ash, καθηγητής στην έδρα Isaiah Berlin τούτου εδώ του Κολλεγίου, έγραψε ένα άρθρο στην Guardian την περασμένη εβδομάδα, την παραμονή της ογδοηκοστής πρώτης επετείου από το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη [«Germany’s military power is on the rise. This time it must be firmly embedded in Europe», 4.5.2026]. Ανέφερε ένα γεγονός και έθεσε ένα ερώτημα. Το γεγονός είναι ότι η Γερμανία θα γίνει και πάλι η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ήδη από το επόμενο έτος, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες θα είναι τόσες όσο αυτές της Γαλλίας και της Βρετανίας μαζί. Μέχρι το 2030 θα είναι σημαντικά μεγαλύτερες. Ο δηλωμένος στόχος της γερμανικής κυβέρνησης, όπως ορίζεται στην πρώτη εθνική στρατιωτική στρατηγική της με τίτλο Ευθύνη για την Ευρώπη (Verantwortung für Europa), είναι να έχει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην ήπειρο μας. Επιτρέψτε μου να το επαναλάβω: Τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Εκτός απρόβλεπτων εξελίξεων, αυτό θα συμβεί.
Ο Γκάρτον Ας ρωτάει: Πώς μπορούμε (και με το πρώτο πληθυντικό «εμείς» εννοώ τους συμπατριώτες μου, άνδρες και γυναίκες, και μέσω ημών ολόκληρη την Ευρώπη) να διασφαλίσουμε ότι, αυτή τη φορά, η αύξηση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος θα είναι μια θετική εξέλιξη για όλη την Ευρώπη; Επιλέγω αυτές τις τρεις λέξεις προσεκτικά: Αυτή τη φορά.
Ας το θέσω ευθέως. Η έλλειψη ιστορικής οξυδέρκειας την οποία έδειξε ο καγκελάριος Μερτς με τον τρόπο που μίλησε για τη γερμανική στρατιωτική ισχύ (και, από όλες τις εβδομάδες του χρόνου, διάλεξε να το κάνει την εβδομάδα της 8ης Μαΐου [επέτειος λήξης του Β΄ ΠΠ], χωρίς να αφιερώσει μια σκέψη για το τί σημαίνουν και εξακολουθούν να σημαίνουν αυτές οι λέξεις στη συλλογική μνήμη αυτής της ηπείρου), προκαλεί, στην καλύτερη περίπτωση, κατάπληξη. Γεννήθηκα στα σύνορα μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Είμαι παιδί του γαλλο-γερμανικού σχεδίου συμφιλίωσης και αναρωτιέμαι πόσο γρήγορα οι συμπολίτες μου «ξεχνούν» τις πληγές που άφησαν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός και ο ναζισμός σε όλη την Ευρώπη. Αυτές οι λέξεις σημαίνουν Βερντέν και Σομμ (Somme). Σημαίνουν Βαρσοβία και Κόβεντρι (Coventry), Λίντιτσε (Lidice) και Ρότερνταμ. Σημαίνουν Άουσβιτς. Η μεταπολεμική γερμανική δημοκρατία (και το λέω αυτό με την ευγνωμοσύνη κάποιας η οποία ολόκληρη την ενήλικη ζωή της την έζησε υπό την προστασία της) κατασκευάστηκε ακριβώς με την αναγνώριση ότι αυτό δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να συμβεί ποτέ ξανά. Nie wieder. Οι δύο πιο απλές και ισχυρές λέξεις στη σύγχρονη γερμανική πολιτική γλώσσα. Ποτέ ξανά.
Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, το nie wieder σήμαινε αυτοσυγκράτηση. Μέχρι σήμερα υπονοεί μια συνταγματική απροθυμία για χρήση βίας. Αυτό σήμαινε την σκόπιμη καλλιέργεια μιας στρατηγικής κουλτούρας τόσο προσεκτικής, ώστε μερικές φορές εξόργιζε τους συμμάχους μας. Αυτό σήμαινε την μετάθεση των δύσκολων ζητητημάτων χρήσης στρατιωτικής ισχύος στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Αυτή η αυτοσυγκράτηση, ενσωματωμένη πρώτα στο ΝΑΤΟ και στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί θεμελιώδες επίτευγμα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουμε για να γίνουμε δεκτοί σε μια κοινότητα εθνών, τα οποία είχαν κάθε λόγο να μας βλέπουν δύσπιστα και καχύποπτα.
Όμως, το nie wieder υπό αυτή τη μορφή - αυτοσυγκράτηση, μετάθεση σε άλλους, μικρότερος στρατός από ό,τι απαιτούσαν οι περιστάσεις - δεν είναι πια το nie wieder που απαιτεί ο σημερινός κόσμος. Το σημερινό nie wieder πρέπει να είναι, στην πιο βαθιά μορφή του, μια δέσμευση και συμβολή της Γερμανίας ώστε οι καταστροφές του 20ού Αιώνα να μην επιστρέψουν ποτέ σε αυτήν την ήπειρο. Αυτοσυγκράτηση ενόψει μιας επιθετικής, εξοπλισμένης με πυρηνικά Ρωσία και ενόψει μιας αναξιόπιστης Αμερικής, είναι μια παρερμηνεία του nie wieder. Yπάρχει κίνδυνος να μην συνιστά πια συμβολή στην ευρωπαϊκή ειρήνη. Υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε υπεκφυγή και αδιαφορία.
Το nie wieder πρέπει να είναι μια συμβολή στην ευρωπαϊκή ειρήνη.
Πρέπει λοιπόν να επανεξοπλιστούμε. Το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει, αλλά πώς. Και το πώς, είναι, με την πιο σοβαρή σημασία, ερώτημα σχετικό με την αυτογνωσία της Γερμανίας.
Ας έρθω σ' αυτό που θεωρώ πιο αναγκαίο να ειπωθεί απόψε· και αυτό είναι κάτι που σχεδόν κανείς δεν το λέει αρκετά καθαρά στην χώρα μου. Οι γείτονές μας παρακολουθούν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τις προσπάθειες της και τις προθέσεις της. Η γερμανική πολιτική τάξη θα ήθελε να πιστεύει ότι όλα βαίνουν καλώς στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας, αλλά οι έρευνες και τα μετρήσιμα δεδομένα αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία: Μια ιστορία για το πόσο άβολα νιώθουν οι γείτονές μας δίπλα σε μια Γερμανία η οποία επαναστρατιωτικοποιείται, αλλά και για το πόσο απρόθυμοι δείχνουμε εμείς, να καταπιαστούμε με τους φόβους τους. Δεν το λέω αυτό για να επιπλήξω. Το λέω επειδή είναι αλήθεια. Και επειδή όσο περισσότερο απωσιωπάται μεταξύ ημών των Γερμανών, τόσο μεγαλύτερη ζημιά θα κάνει. Στο Βερολίνο, τα τελευταία τρία χρόνια, έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι ισχύει μια ιστορία πολύ βολική για μας: Ότι η αντίδραση μας λόγω της «αλλαγής των καιρών» («Zeitenwende», βλ. Olaf Scholz) ήταν εδώ πολύ καιρό αναγκαία, ότι η Ευρώπη είναι ευγνώμων γι' αυτό που κάνουμε, ότι οι εταίροι μας περίμεναν να αναλάβουμε δράση και τώρα που το κάνουμε το καλωσορίζουν. Σ' αυτή την ιστορία υπάρχει κάποια αλήθεια. Οι εταίροι μας, σε γενικές γραμμές, ανακουφίζονται που η Γερμανία ξύπνησε από τον μακρύ στρατηγικό της λήθαργο. Όμως αυτό το αφήγημα είναι ημιτελές. Και το μέρος που παραλείπει, είναι το μέρος που έχει τη μεγαλύτερη σημασία.
Το μέρος που παραλείπει έχει ως εξής: Κάτω από την ανακούφιση, οι ίδιοι εταίροι οι οποίοι καλωσορίζουν μια ισχυρότερη Bundeswehr, νιώθουν επίσης και κάτι που δεν μπορούν να το πουν δυνατά, ίσως λόγω υπερβολικής ευγένειας: Μια ήρεμη, επίμονη, ιστορικά ριζωμένη ανησυχία, για τις προοπτικές μιας ηπείρου στην οποία κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη, και με σημαντική διαφορά, θα είναι για άλλη μια φορά η Γερμανία. Δεν το λένε δυνατά επειδή είναι φίλοι μας· επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομηθεί πάνω στην υπομονετική καταστολή ακριβώς αυτών των ανησυχιών· και επειδή αναγνωρίζουν ότι η άμεση απειλή προέρχεται από τη Μόσχα, όχι από το Βερολίνο. Αλλά η ανησυχία είναι εκεί. Είναι πραγματική. Και δεν είναι μια παράνοια. Γίνεται όλο και ισχυρότερη, όχι ασθενέστερη, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος αποδυναμώνει τη δέσμευσή του στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο Λόρδος Ismay, ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, είχε πει την διάσημη φράση ότι σκοπός αυτής της Συμμαχίας ήταν «να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω». Ήταν μια επιπόλαιη διατύπωση και έκτοτε αναφέρεται με σαρκαστικό και πικρόχολο τρόπο. Αλλά πίσω από τον σαρκασμό κρυβόταν μια πραγματική αρχιτεκτονική. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ήταν «μέσα», ήταν αυτό που έκανε τους Γερμανούς να παραμένουν σταθερά «κάτω». Και ήταν αυτό που καθιστούσε δυνατό, όταν επέστρεψε η γερμανική ισχύς, να είναι ενσωματώσιμη στις ευρωπαϊκές δομές αντί να τις απειλεί. Καθώς απομακρύνονται οι Αμερικανοί, επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα που ανέστειλε η παρουσία των Αμερικανών. Οι γείτονές μας το νιώθουν αυτό το ζήτημα. Πρέπει να το νιώσουμε και εμείς οι Γερμανοί .
Η αντίδραση της πολωνικής Δεξιάς στον γερμανικό επανεξοπλισμό και την αμερικανική αποχώρηση, μια αντίδραση την οποία ο Γκάρτον Ας υποβάθμισε εσκεμμένα και την ονόμασε «υστερική», δεν είναι απλός παραλογισμός που πρέπει να εξαλειφθεί με ενημέρωση και επιχειρηματολογία. Είναι η συλλογική μνήμη που μιλάει. Η ίδια μνήμη μιλάει στην Πράγα, στο Παρίσι, στη Χάγη, στην Αθήνα, στις Βρυξέλλες. Μιλάει με τη μορφή της αποσιώπησης, ακόμη και μέσα σε κύκλους των Βρετανών φίλων μας. Υποψιάζομαι ότι μιλάει ακόμη και σε κύκλους Αμερικανών μιας συγκεκριμένης γενιάς. Εμείς οι Γερμανοί πρέπει να την ακούσουμε. Πρέπει να την ακούσουμε όχι επειδή οι γείτονές μας σφάλλουν, αλλά επειδή έχουν δίκιο από ιστορική άποψη. Στη σύγχρονη ιστορία αυτής της ηπείρου, ποτέ δεν υπήρξε στο κέντρο της μια Γερμανία που να ήταν ταυτόχρονα ειρηνική και στρατιωτικά κυριαρχούσα. Αυτό καταγράφει η ιστορία. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε ή να το υποβαθμίσουμε με το να επισημαίνουμε τα επιτεύγματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όσο πραγματικά και να ήταν αυτά τα επιτεύγματα. Πρέπει, ενάντια στην ιστορική εμπειρία και ενάντια στα ίδια τα ένστικτα, να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη εκείνων που έχουν κάθε λόγο να μην μας εμπιστεύονται.
Αυτό είναι το μέρος της συζήτησης στη Γερμανία, το οποίο δεν έγινε από το 2022 μέχρι τώρα. Στην χώρα μου μιλάμε για την «αλλαγή των καιρών» («Zeitenwende») ως ένα γερμανικό εγχείρημα: Τι πρέπει να κάνουμε, πόσα πρέπει να ξοδέψουμε, τι πρέπει να οικοδομήσουμε. Σπάνια μιλάμε για το πώς φαίνονται όλα αυτά όταν τα βλέπουν από τη Βαρσοβία, από το Παρίσι, από το Λονδίνο. Σπάνια ρωτάμε αν ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούμε αυτόν τον επανεξοπλισμό (μεγάλο μέρος του οποίου είναι προμήθειες από την Αμερική, το υπόλοιπο σε πολύ μεγάλο βαθμό εγχώριας παραγωγής, προερχόμενο από την δική μας βιομηχανική βάση, από τα δικά μας εργοστάσια, από τις δικές μας γεωγραφικές περιφέρειες), είναι τέτοιος ώστε να καθησυχάζει τους γείτονές μας. Ή μήπως είναι ένας τρόπος που ξυπνά σιγά-σιγά τους πιο παλιούς φόβους των γειτόνων μας; Δεν θέτουμε το ερώτημα. Πρέπει να το θέσουμε.
Η δυσφορία που νιώθουν οι γείτονές μας εντείνεται, φυσικά, από την πολιτική συγκυρία στη χώρα μου. Η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) προηγείται αυτή τη στιγμή στις εθνικές μας δημοσκοπήσεις. Κατά ειρωνικό τρόπο, η πιο πιθανή συμπεριφορά μιας κυβέρνησης υπό την ηγεσία της AfD θα ήταν ο κατευνασμός της Μόσχας και όχι οποιαδήποτε επιθετική χρήση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος. Αυτή είναι η ιστορική ειρωνεία του γερμανικού εθνικισμού σήμερα. Όμως ο ορίζοντας του σχεδιασμού της νέας γερμανικής στρατιωτικής στρατηγικής εκτείνεται μέχρι το 2035. Κανένα σοβαρό άτομο σε τούτη την αίθουσα δεν θα μπορούσε να προβλέψει ποιά θα είναι η πολιτική κατάσταση στην Γερμανία το 2035. Την νέα Bundeswehr που χτίζουμε σήμερα, θα την κληρονομήσουν πολιτικοί συνασπισμοί τους οποίους δεν μπορούμε ακόμη να κατονομάσουμε, μέσα σε γεωπολιτικές συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε ακόμη να προβλέψουμε. Αυτό πρέπει να βάλει κάθε Γερμανό σε σοβαρό προβληματισμό. Και το γεγονός ότι σήμερα, τους περισσότερους από εμάς δεν τους βάζει σε σοβαρό προβληματισμό, είναι από μόνο του λόγος ανησυχίας.
Γι' αυτό, θέλω να προτείνω απόψε ότι η γερμανική στρατηγική κουλτούρα χρειάζεται να διατυπωθεί με νέο τρόπο. Όχι να αντικατασταθεί το «nie wieder» με κάτι άλλο. Το «ποτέ ξανά» παραμένει το θεμέλιο και πρέπει να παραμείνει το θεμέλιο. Χρειάζεται όμως μια εξέλιξη και ανάπτυξη αυτού του θεμελίου, προσαρμοσμένη στον κόσμο στον οποίο ζούμε τώρα. Το «ποτέ ξανά» του σήμερα πρέπει επίσης να σημαίνει «ποτέ ξανά» γερμανική ιδιαιτερότητα. Πρέπει να σημαίνει ότι η Γερμανία είναι πάντα εντός της Ευρώπης και με την Ευρώπη, υπέρ της ευρωπαϊκής ειρήνης.
Η διατύπωση που θα πρότεινα είναι η εξής: Nie wieder allein.
Ποτέ ξανά μόνη.
Ποτέ ξανά μόνη η Γερμανία.
Nie wieder allein σημαίνει να αναγνωρίσουμε εμείς οι Γερμανοί ότι το βαθύτερο συμφέρον μας έγκειται στο να είμαστε μέρος μιας ισχυρής Ευρώπης· και να συνεισφέρουμε γενναιόδωρα, ώστε αυτή η Ευρώπη να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει οποιονδήποτε πιθανό επιτιθέμενο από το να σκεφτεί, πόσο μάλλον να προσπαθήσει, να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων.
Είναι επίσης και μια αρχή η οποία απευθύνεται στους εταίρους μας. Και, κατά τη γνώμη μου, τούτο ακριβώς είναι για μάς η πιο δύσκολη όψη της, αυτή που ούτε καν έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε. Nie wieder allein πρέπει να σημαίνει ότι η Γερμανία δεν θα χρησιμοποιήσει ποτέ ξανά μόνη της την δύναμη της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε εθνικό στρατό. Φυσικά και πρέπει. Αλλά σημαίνει ότι οι μεγάλες επιλογές, δηλαδή τί να φτιάξουμε, τί δυνάμεις να παρατάξουμε, πού να τις στείλουμε, υπό ποια διοίκηση, για ποιο σκοπό, όλα αυτά θα γίνονται από κοινού και σε συνεργασία, σε κοινές δομές, σε δεσμευτικά πλαίσια, μαζί με συμμάχους οι οποίοι να έχουν πραγματικό λόγο στις αποφάσεις, δηλαδή να συναποφασίζουν, και όχι απλώς να συμμετέχουν σε μια διαβούλευση αβροφροσύνης. Πρέπει να το θέλουμε αυτό εμείς οι Γερμανοί. Πρέπει να το προτείνουμε εμείς οι ίδιοι, πριν οι γείτονές μας νιώσουν ότι πρέπει να το απαιτήσουν από εμάς.
Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι η πιο βαθιά ανάγνωση των μαθημάτων του 1914 και του 1939 η οποία μπορεί να γίνει. Οι καταστροφές του 2ού Αιώνα δεν συνέβησαν επειδή η Γερμανία ήταν υπερβολικά ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Συνέβησαν επειδή εμείς δεν ήμασταν αρκετά ενσωματωμένοι στην Ευρώπη. Ο Χέλμουτ Κολ το κατάλαβε αυτό στην δεκαετία του 1990, όταν ενσωμάτωσε την πρόσφατα ενωμένη Γερμανία στην ενιαία αγορά και στο ενιαίο νόμισμα, παρά τις αμφιβολίες πολλών συμπατριωτών μου. Τελικά, καμία χώρα δεν ωφελήθηκε περισσότερο από τη δική μας.
Τα πλαίσια για την ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα είναι τόσο σαφή όπως η ενιαία αγορά. Η ασφάλεια δεν είναι μόνον οικονομία. Και αυτά τα πλαίσια, ούτε καν θα σχεδιαστούν πρωτίστως εντός των δομών της ΕΕ και μόνον. Αλλά η αρχή είναι η ίδια. Η γερμανική ισχύς, άν είναι ενσωματωμένη, είναι ευλογία για την Ήπειρο μας. Η γερμανική ισχύς, αν είναι αποσυνδεδεμένη, είναι άγχος και κατάσταση αγωνίας για την Ήπειρο μας. Και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας για το πώς ήταν η χώρα μας όταν στάθηκε μόνη και ξεχωριστή, η γερμανική ισχύς, αν είναι αποσυνδεδεμένη, είναι επίσης άγχος και κατάσταση αγωνίας για την Γερμανία.
Το nie wieder allein, εάν το εφαρμόσουμε στην υπό εξέλιξη διαδικασία επανεξοπλισμού στη χώρα μου, έχει τουλάχιστον τέσσερις επιπτώσεις.
Πρώτον, όσον αφορά την πτυχή της βιομηχανίας, η μεγάλη αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών δεν πρέπει να διοχετεύεται, ως προεπιλογή, σε μια δική μας εθνική βιομηχανική βάση. Οι πιέσεις που πιέζουν για να πάμε προς αυτή την κατεύθυνση είναι τρομερές. Το οικονομικό μας μοντέλο, το οποίο βασίζεται στις εξαγωγές, βρίσκεται σε κρίση. Η άμυνα είναι ένας από τους λίγους αναπτυσσόμενους τομείς που έχουμε στη διάθεσή μας. Μερικά από τα μεγάλα εργοστάσια μας μεταστρέφονται ήδη προς την παραγωγή όπλων. Κάθε σύμβαση προμήθειας άνω των είκοσι πέντε εκατομμυρίων ευρώ πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή Προϋπολογισμού της Bundestag. Αυτό είναι ένας τέλειος μηχανισμός για την μετατροπή των στρατηγικών αποφάσεων σε εσωτερικές διαμάχες μεταξύ περιφερειών. Εάν βγούμε από αυτόν τον επανεξοπλισμό με μια εξαιρετικά μεγεθυμένη εθνική αμυντική βιομηχανία, η οποία απλώς θα έχει αντικαταστήσει τις Αμερικανικές εισαγωγές, αλλά χωρίς να συνδυάζεται και να ενοποιείται πραγματικά με το Γαλλικό, Ολλανδικό, Πολωνικό, Ιταλικό, Ισπανικό, Σουηδικό και, βέβαια, με το Βρετανικό βιομηχανικό δυναμικό, δεν θα έχουμε χτίσει ευρωπαϊκή άμυνα. Θα έχουμε χτίσει μια Γερμανική αμυντική βιομηχανία. Και θα έχουμε δημιουργήσει την ίδια ακριβώς Ευρωπαϊκή ανησυχία, την οποία θέλει να αποτρέψει το nie wieder allein.
Δεύτερον, όσον αφορά την αγορά και τις προμήθειες: Θα μπορούσαμε να γελάμε με αυτό, αν δεν ήταν τόσο τραγικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν 33 κύρια οπλικά συστήματα. Σε όλους τους εθνικούς στρατούς μας, η Ευρώπη χρησιμοποιεί 174, συμπεριλαμβανομένων 12 διαφορετικών ειδών αρμάτων μάχης και 14 διαφορετικών ειδών μαχητικών αεροσκαφών. Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία. Είναι στρατηγική ασυναρτησία, εμφανής και σε κωδικούς προϋπολογισμών. Η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος αγοραστής, έχει τόσο το πλεονέκτημα όσο και την ευθύνη να προωθήσει ενοποίηση και συνένωση. Εδώ περιλαμβάνεται και το εξής: Όταν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά τα έχει το Γαλλικό ή Πολωνικό ή Ιταλικό ή Βρετανικό προϊόν, να αγοράζουμε αυτό, αντί να κατασκευάζουμε ένα δικό μας. Αυτή είναι μια πειθαρχία την οποία δεν θα αποδεχτεί εύκολα η χώρα μου. Πρέπει να την επιβάλουμε στον εαυτό μας ούτως ή άλλως.
Τρίτον, όσον αφορά την διοίκηση και τα στρατιωτικά επιχειρησιακά επί του πεδίου, το nie wieder allein σημαίνει δέσμευση των νέων γερμανικών δυνάμεων σε πολυεθνικές δομές, από τις οποίες δεν θα μπορεί εύκολα να τις αποσύρει μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση. Μόνιμο πολυεθνικό σώμα. Ενιαία ολοκληρωμένη αεράμυνα. Από κοινού διαχειριζόμενοι στρατηγικοί παράγοντες λήψης αποφάσεων. Προωθημένες αναπτύξεις δυνάμεων στα ανατολικά οι οποίες θα σημαίνουν δέσμευση, όχι χειρονομίες. Για την Γερμανία του 2026, το ζήτημα είναι, πώς θα καταφέρει, έχοντας καθαρό βλέμμα, έχοντας επίγνωση της ιστορίας της και λαμβάνοντας υπόψη τις δικές της πολιτικές αδυναμίες, να περιορίσει εκ των προτέρων την άδηλη, μη προγνώσιμη Γερμανία του 2035. Πρέπει να καλωσορίσουμε αυτούς τους περιορισμούς. Πρέπει να τους προτείνουμε εμείς οι ίδιοι.
Τέταρτον, που είναι και το πιο λεπτό θέμα: Το nie wieder allein πρέπει να επεκταθεί, από τη Γαλλία, από το Ηνωμένο Βασίλειο, και εν τέλει για εμάς, στην πυρηνική αποτροπή. Η συζήτηση για την επέκταση της βρετανικής και γαλλικής πυρηνικής κάλυψης προς τα ανατολικά, η οποία μέχρι πρόσφατα ήταν αδιανόητη, τώρα ξεκινά. Είναι μια συζήτηση την οποία εμείς οι Γερμανοί δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας. Και είναι μια συζήτηση την οποία η Βρετανία και η Γαλλία δεν μπορούν να αποφύγουν. Είναι η πιο δύσκολη συζήτηση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και έχει καθυστερήσει.
Ήρθα στην Οξφόρδη απόψε, εκτός των άλλων και για να πω πράγματα στους συμπολίτες μου Γερμανούς. Η γερμανική συζήτηση για την άμυνα πρέπει να περιλαμβάνει το πώς μας βλέπουν οι εταίροι μας. Χωρίς αυτό, χωρίς την ικανότητα να κατανοούμε πώς μας βλέπουν οι γείτονές μας, με συμπάθεια αλλά και με μνήμη, ο επανεξοπλισμός τον οποίο επιχειρούμε τώρα κινδυνεύει να γίνει η πιο δαπανηρή και πιο επικίνδυνη παρεξήγηση στην πρόσφατη ιστορία μας.
Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο από αυτό. Και έχουμε κάνει κάτι καλύτερο από αυτό στο παρελθόν.
Nie wieder allein σημαίνει να αναγνωρίσουμε εμείς οι Γερμανοί ότι το βαθύτερο συμφέρον μας έγκειται στο να είμαστε μέρος μιας ισχυρής Ευρώπης· και να συνεισφέρουμε γενναιόδωρα, ώστε αυτή η Ευρώπη να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει οποιονδήποτε πιθανό επιτιθέμενο από το να σκεφτεί, πόσο μάλλον να προσπαθήσει, να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων.
Είναι επίσης και μια αρχή η οποία απευθύνεται στους εταίρους μας. Και, κατά τη γνώμη μου, τούτο ακριβώς είναι για μάς η πιο δύσκολη όψη της, αυτή που ούτε καν έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε. Nie wieder allein πρέπει να σημαίνει ότι η Γερμανία δεν θα χρησιμοποιήσει ποτέ ξανά μόνη της την δύναμη της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε εθνικό στρατό. Φυσικά και πρέπει. Αλλά σημαίνει ότι οι μεγάλες επιλογές, δηλαδή τί να φτιάξουμε, τί δυνάμεις να παρατάξουμε, πού να τις στείλουμε, υπό ποια διοίκηση, για ποιο σκοπό, όλα αυτά θα γίνονται από κοινού και σε συνεργασία, σε κοινές δομές, σε δεσμευτικά πλαίσια, μαζί με συμμάχους οι οποίοι να έχουν πραγματικό λόγο στις αποφάσεις, δηλαδή να συναποφασίζουν, και όχι απλώς να συμμετέχουν σε μια διαβούλευση αβροφροσύνης. Πρέπει να το θέλουμε αυτό εμείς οι Γερμανοί. Πρέπει να το προτείνουμε εμείς οι ίδιοι, πριν οι γείτονές μας νιώσουν ότι πρέπει να το απαιτήσουν από εμάς.
Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι η πιο βαθιά ανάγνωση των μαθημάτων του 1914 και του 1939 η οποία μπορεί να γίνει. Οι καταστροφές του 2ού Αιώνα δεν συνέβησαν επειδή η Γερμανία ήταν υπερβολικά ενσωματωμένη στην Ευρώπη. Συνέβησαν επειδή εμείς δεν ήμασταν αρκετά ενσωματωμένοι στην Ευρώπη. Ο Χέλμουτ Κολ το κατάλαβε αυτό στην δεκαετία του 1990, όταν ενσωμάτωσε την πρόσφατα ενωμένη Γερμανία στην ενιαία αγορά και στο ενιαίο νόμισμα, παρά τις αμφιβολίες πολλών συμπατριωτών μου. Τελικά, καμία χώρα δεν ωφελήθηκε περισσότερο από τη δική μας.
Τα πλαίσια για την ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα είναι τόσο σαφή όπως η ενιαία αγορά. Η ασφάλεια δεν είναι μόνον οικονομία. Και αυτά τα πλαίσια, ούτε καν θα σχεδιαστούν πρωτίστως εντός των δομών της ΕΕ και μόνον. Αλλά η αρχή είναι η ίδια. Η γερμανική ισχύς, άν είναι ενσωματωμένη, είναι ευλογία για την Ήπειρο μας. Η γερμανική ισχύς, αν είναι αποσυνδεδεμένη, είναι άγχος και κατάσταση αγωνίας για την Ήπειρο μας. Και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας για το πώς ήταν η χώρα μας όταν στάθηκε μόνη και ξεχωριστή, η γερμανική ισχύς, αν είναι αποσυνδεδεμένη, είναι επίσης άγχος και κατάσταση αγωνίας για την Γερμανία.
Το nie wieder allein, εάν το εφαρμόσουμε στην υπό εξέλιξη διαδικασία επανεξοπλισμού στη χώρα μου, έχει τουλάχιστον τέσσερις επιπτώσεις.
Πρώτον, όσον αφορά την πτυχή της βιομηχανίας, η μεγάλη αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών δεν πρέπει να διοχετεύεται, ως προεπιλογή, σε μια δική μας εθνική βιομηχανική βάση. Οι πιέσεις που πιέζουν για να πάμε προς αυτή την κατεύθυνση είναι τρομερές. Το οικονομικό μας μοντέλο, το οποίο βασίζεται στις εξαγωγές, βρίσκεται σε κρίση. Η άμυνα είναι ένας από τους λίγους αναπτυσσόμενους τομείς που έχουμε στη διάθεσή μας. Μερικά από τα μεγάλα εργοστάσια μας μεταστρέφονται ήδη προς την παραγωγή όπλων. Κάθε σύμβαση προμήθειας άνω των είκοσι πέντε εκατομμυρίων ευρώ πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή Προϋπολογισμού της Bundestag. Αυτό είναι ένας τέλειος μηχανισμός για την μετατροπή των στρατηγικών αποφάσεων σε εσωτερικές διαμάχες μεταξύ περιφερειών. Εάν βγούμε από αυτόν τον επανεξοπλισμό με μια εξαιρετικά μεγεθυμένη εθνική αμυντική βιομηχανία, η οποία απλώς θα έχει αντικαταστήσει τις Αμερικανικές εισαγωγές, αλλά χωρίς να συνδυάζεται και να ενοποιείται πραγματικά με το Γαλλικό, Ολλανδικό, Πολωνικό, Ιταλικό, Ισπανικό, Σουηδικό και, βέβαια, με το Βρετανικό βιομηχανικό δυναμικό, δεν θα έχουμε χτίσει ευρωπαϊκή άμυνα. Θα έχουμε χτίσει μια Γερμανική αμυντική βιομηχανία. Και θα έχουμε δημιουργήσει την ίδια ακριβώς Ευρωπαϊκή ανησυχία, την οποία θέλει να αποτρέψει το nie wieder allein.
Δεύτερον, όσον αφορά την αγορά και τις προμήθειες: Θα μπορούσαμε να γελάμε με αυτό, αν δεν ήταν τόσο τραγικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν 33 κύρια οπλικά συστήματα. Σε όλους τους εθνικούς στρατούς μας, η Ευρώπη χρησιμοποιεί 174, συμπεριλαμβανομένων 12 διαφορετικών ειδών αρμάτων μάχης και 14 διαφορετικών ειδών μαχητικών αεροσκαφών. Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία. Είναι στρατηγική ασυναρτησία, εμφανής και σε κωδικούς προϋπολογισμών. Η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος αγοραστής, έχει τόσο το πλεονέκτημα όσο και την ευθύνη να προωθήσει ενοποίηση και συνένωση. Εδώ περιλαμβάνεται και το εξής: Όταν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά τα έχει το Γαλλικό ή Πολωνικό ή Ιταλικό ή Βρετανικό προϊόν, να αγοράζουμε αυτό, αντί να κατασκευάζουμε ένα δικό μας. Αυτή είναι μια πειθαρχία την οποία δεν θα αποδεχτεί εύκολα η χώρα μου. Πρέπει να την επιβάλουμε στον εαυτό μας ούτως ή άλλως.
Τρίτον, όσον αφορά την διοίκηση και τα στρατιωτικά επιχειρησιακά επί του πεδίου, το nie wieder allein σημαίνει δέσμευση των νέων γερμανικών δυνάμεων σε πολυεθνικές δομές, από τις οποίες δεν θα μπορεί εύκολα να τις αποσύρει μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση. Μόνιμο πολυεθνικό σώμα. Ενιαία ολοκληρωμένη αεράμυνα. Από κοινού διαχειριζόμενοι στρατηγικοί παράγοντες λήψης αποφάσεων. Προωθημένες αναπτύξεις δυνάμεων στα ανατολικά οι οποίες θα σημαίνουν δέσμευση, όχι χειρονομίες. Για την Γερμανία του 2026, το ζήτημα είναι, πώς θα καταφέρει, έχοντας καθαρό βλέμμα, έχοντας επίγνωση της ιστορίας της και λαμβάνοντας υπόψη τις δικές της πολιτικές αδυναμίες, να περιορίσει εκ των προτέρων την άδηλη, μη προγνώσιμη Γερμανία του 2035. Πρέπει να καλωσορίσουμε αυτούς τους περιορισμούς. Πρέπει να τους προτείνουμε εμείς οι ίδιοι.
Τέταρτον, που είναι και το πιο λεπτό θέμα: Το nie wieder allein πρέπει να επεκταθεί, από τη Γαλλία, από το Ηνωμένο Βασίλειο, και εν τέλει για εμάς, στην πυρηνική αποτροπή. Η συζήτηση για την επέκταση της βρετανικής και γαλλικής πυρηνικής κάλυψης προς τα ανατολικά, η οποία μέχρι πρόσφατα ήταν αδιανόητη, τώρα ξεκινά. Είναι μια συζήτηση την οποία εμείς οι Γερμανοί δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας. Και είναι μια συζήτηση την οποία η Βρετανία και η Γαλλία δεν μπορούν να αποφύγουν. Είναι η πιο δύσκολη συζήτηση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και έχει καθυστερήσει.
Ήρθα στην Οξφόρδη απόψε, εκτός των άλλων και για να πω πράγματα στους συμπολίτες μου Γερμανούς. Η γερμανική συζήτηση για την άμυνα πρέπει να περιλαμβάνει το πώς μας βλέπουν οι εταίροι μας. Χωρίς αυτό, χωρίς την ικανότητα να κατανοούμε πώς μας βλέπουν οι γείτονές μας, με συμπάθεια αλλά και με μνήμη, ο επανεξοπλισμός τον οποίο επιχειρούμε τώρα κινδυνεύει να γίνει η πιο δαπανηρή και πιο επικίνδυνη παρεξήγηση στην πρόσφατη ιστορία μας.
Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο από αυτό. Και έχουμε κάνει κάτι καλύτερο από αυτό στο παρελθόν.
Επιτρέψτε μου, πριν κλείσω, να πω δυο λόγια που απευθύνονται απευθείας στη χώρα στην οποία μιλάω. Δυο λόγια από μια Ευρωπαία, η οποία έρχεται εδώ ως φίλη, όχι για να σας στρατολογήσει.
Η Βρετανία δεν είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός που πρέπει να ασχοληθεί με τα επιχειρήματα για το αν αυτό πρέπει να αλλάξει μια μέρα ή όχι, είναι ο βρετανικός λαός. Και πρέπει να το κάνει σε χρόνο της δικής του επιλογής, με τους δικούς του όρους. Δεν θα αποπειραθώ να υπεισέλθω στο θέμα αυτό απόψε. Υποψιάζομαι, μάλλον, ότι έχετε αποπειραθεί συχνά να το κάνετε μεταξύ σας.
Αυτό που πρόκειται να κάνουμε, είναι το να συνεργαστούμε μαζί σας. Στενά, σοβαρά και ως ίσοι. Διότι δεν υπάρχει σοβαρός χάρτης της ευρωπαϊκής άμυνας που να μην έχει τη Βρετανία στο κέντρο του. Ένα στα δύο πυρηνικά μέσα αποτροπής της ηπείρου μας είναι βρετανικό. Ένας από τους δύο στρατούς της ηπείρου, τους πραγματικά ικανούς να επιχειρούν μακριά από την χώρα τους, είναι βρετανικός. Μια από τις εθνικές βάσεις της αμυντικής βιομηχανίας (αναφέρω τις BAE, Rolls-Royce, τα ναυπηγεία στο Barrow), χωρίς την οποία εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε, είναι η βρετανική. Η Συμφωνία του Trinity House με την Γερμανία, το πλαίσιο του Lancaster House με τη Γαλλία, η αρχιτεκτονική της βρετανικής σύνδεσης με την SAFE: Αυτά δεν είναι έπαθλα παρηγοριάς για την μη συμμετοχή σας στην ΕΕ. Είναι, από μόνα τους, πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας την οποία τώρα χτίζουμε μαζί. Και αυτό που έχει σημασία, δεν είναι μόνον η υλική βάση. Είναι η βρετανική στρατηγική παράδοση, ένα είδος ενστικτωδών αντιδράσεων που προέρχονται από μια μακρά ιστορία του να παίρνετε στα σοβαρά την ασφάλεια αυτής της ηπείρου. Είδαμε ξανά αυτές τις αντιδράσεις, έντονες και καθαρές, στην βρετανική απάντηση στην επίθεση του Πούτιν στην Ουκρανία. Πρόκειται για ένστικτο το οποίο έχουμε ανάγκη και οι υπόλοιποι.
Έτσι, το μήνυμα που θέλω να αφήσω σε τούτο το κοινό, είναι απλό: Σας χρειαζόμαστε. Ξέρουμε ότι σας χρειαζόμαστε. Δεν σας ζητάμε να επιλέξετε ανάμεσα στην κυριαρχία σας και στην επίδειξη αλληλεγγύης σε εμάς. Σας ζητάμε να θέσετε την πρώτη στην υπηρεσία της δεύτερης. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση θα οικοδομηθεί μαζί με την Βρετανία ή θα αποτύχει άν μείνει χωρίς τη Βρετανία.
Η Βρετανία δεν είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός που πρέπει να ασχοληθεί με τα επιχειρήματα για το αν αυτό πρέπει να αλλάξει μια μέρα ή όχι, είναι ο βρετανικός λαός. Και πρέπει να το κάνει σε χρόνο της δικής του επιλογής, με τους δικούς του όρους. Δεν θα αποπειραθώ να υπεισέλθω στο θέμα αυτό απόψε. Υποψιάζομαι, μάλλον, ότι έχετε αποπειραθεί συχνά να το κάνετε μεταξύ σας.
Αυτό που πρόκειται να κάνουμε, είναι το να συνεργαστούμε μαζί σας. Στενά, σοβαρά και ως ίσοι. Διότι δεν υπάρχει σοβαρός χάρτης της ευρωπαϊκής άμυνας που να μην έχει τη Βρετανία στο κέντρο του. Ένα στα δύο πυρηνικά μέσα αποτροπής της ηπείρου μας είναι βρετανικό. Ένας από τους δύο στρατούς της ηπείρου, τους πραγματικά ικανούς να επιχειρούν μακριά από την χώρα τους, είναι βρετανικός. Μια από τις εθνικές βάσεις της αμυντικής βιομηχανίας (αναφέρω τις BAE, Rolls-Royce, τα ναυπηγεία στο Barrow), χωρίς την οποία εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε, είναι η βρετανική. Η Συμφωνία του Trinity House με την Γερμανία, το πλαίσιο του Lancaster House με τη Γαλλία, η αρχιτεκτονική της βρετανικής σύνδεσης με την SAFE: Αυτά δεν είναι έπαθλα παρηγοριάς για την μη συμμετοχή σας στην ΕΕ. Είναι, από μόνα τους, πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας την οποία τώρα χτίζουμε μαζί. Και αυτό που έχει σημασία, δεν είναι μόνον η υλική βάση. Είναι η βρετανική στρατηγική παράδοση, ένα είδος ενστικτωδών αντιδράσεων που προέρχονται από μια μακρά ιστορία του να παίρνετε στα σοβαρά την ασφάλεια αυτής της ηπείρου. Είδαμε ξανά αυτές τις αντιδράσεις, έντονες και καθαρές, στην βρετανική απάντηση στην επίθεση του Πούτιν στην Ουκρανία. Πρόκειται για ένστικτο το οποίο έχουμε ανάγκη και οι υπόλοιποι.
Έτσι, το μήνυμα που θέλω να αφήσω σε τούτο το κοινό, είναι απλό: Σας χρειαζόμαστε. Ξέρουμε ότι σας χρειαζόμαστε. Δεν σας ζητάμε να επιλέξετε ανάμεσα στην κυριαρχία σας και στην επίδειξη αλληλεγγύης σε εμάς. Σας ζητάμε να θέσετε την πρώτη στην υπηρεσία της δεύτερης. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση θα οικοδομηθεί μαζί με την Βρετανία ή θα αποτύχει άν μείνει χωρίς τη Βρετανία.
Ονόμασα αυτή τη διάλεξη «η πιο Μοναχική Ήπειρος». Δεν εννοώ ότι η Ευρώπη είναι προορισμένη να παρακμάσει, ή να γίνει ασήμαντη, ή να αρκείται στις πικρές παρηγοριές της νοσταλγίας. Όπως είπα στην αρχή, εννοώ ότι δεν υπάρχει κανείς εγγυητής. Εννοώ να αναγνωρίσουμε ότι τώρα, κατά πρώτο λόγο, εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας.
Αλλά θέλω, κλείνοντας, να διευρύνω το νόημα αυτής της μοναξιάς. Επειδή δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, και κατά την γνώμη μου τούτο είναι κάτι πιο βαθύ, η μοναξιά εκείνου που έχει ρόλο θεματοφύλακα.
Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τί εννοώ.
Απόψε, μίλησα έως τώρα για την ευρωπαϊκή άμυνα ως ζήτημα ικανοτοτήτων: Βλημάτων πυροβολικού, ολοκληρωμένης αεράμυνας, κοινών προμηθειών, ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος. Αυτά είναι τα σωστά ερωτήματα και είναι επείγοντα. Όμως δεν είναι το ερώτημα, με την βαθύτερη έννοια. Το βαθύτερο ερώτημα είναι τί υπερασπιζόμαστε. Και σ΄ αυτό το ερώτημα, εδώ σ' αυτή την αίθουσα, σ' αυτό το Κολλέγιο, το οποίο έχει την κλίση να σκέφτεται για την Ευρώπη νηφάλια και χωρίς βιασύνη, αξίζει να δοθεί λίγος χρόνος.
Πρόσφατα διάβασα, και πολλοί από εσάς θα το έχετε δει, το βιβλίο της Helena Rosenblatt The Lost History of Liberalism (Η Χαμένη Ιστορία του Φιλελευθερισμού). Το επιχείρημα της Rosenblatt είναι ότι η πολιτική παράδοση την οποία τώρα ονομάζουμε φιλελευθερισμό, δεν ήταν, ως προς την προέλευσή της, το αγγλοαμερικανικό δόγμα των ατομικών δικαιωμάτων και των ελεύθερων αγορών με το οποίο έχουμε καταλήξει να τη συνδέουμε. Ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής της, μια παράδοση της ηπειρωτικής Ευρώπης. Γαλλική, Γερμανική, Ελβετική, Ιταλική. Ήταν μια παράδοση η οποία είχε ως κύριο προβληματισμό την αρετή του πολίτη, τα καθήκοντα απέναντι στην κοινότητα, την ηθική και εκπαιδευτική μόρφωση πολιτών ικανών να αυτοκυβερνώνται. Η ίδια η λέξη «φιλελεύθερος», με τη σύγχρονη πολιτική της έννοια, επινοήθηκε στις αρχές του 19ου Αιώνα όχι στο Λονδίνο ή στην Βοστώνη, αλλά στο Παρίσι, στη Μαδρίτη και στο Βερολίνο. Ο φιλελευθερισμός του Κονστάν (Benjamin Constant), του Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), του Γκιζό (François Guizot), της γερμανικής παράδοσης του Κράτους Δικαίου [Rechtsstaat, με τις διαφορές της από το αγγλοσαξονικό Rule of Law, π.χ. ως προς τη δέσμευση της κρατικής διοίκησης από Σύνταγμα και αυστηρούς γραπτούς νόμους - Θετικό Δίκαιο], δεν αφορούσε πρωτίστως την απαλλαγή του πολίτη από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης και του κράτους. Αφορούσε το να γίνουν οι πολίτες ικανοί να αντέχουν την ελευθερία που είχαν κερδίσει.
Η Χάνα Άρεντ, η οποία γνώριζε αυτή την παράδοση εις βάθος και εκ των έσω, τόνισε το ίδιο πράγμα χρησιμοποιώντας ένα διαφορετικό εννοιολογικό ιδίωμα. Η ελευθερία, σύμφωνα με την Άρεντ, δεν είναι ιδιότητα του απομονωμένου ατόμου. Δεν είναι η απουσία παρέμβασης. Και πρωτίστως, δεν είναι ούτε καν μια εσωτερική κατάσταση της βούλησης. Η Άρεντ υποστήριζε ότι η ελευθερία εμφανίζεται μόνον στον χώρο μεταξύ των ανθρώπων: Εκεί όπου υπάρχει πληθυντικός αριθμός, στον δημόσιο χώρο, σε αυτό που ονόμαζε δράση από κοινού (acting in concert). Το να είσαι ελεύθερος δεν σημαίνει να σε αφήνουν μόνο. Σημαίνει να ενεργείς μαζί με άλλους, δημόσια, σε θέματα που μας αφορούν όλους. Το να είσαι ελεύθερος - frei sein - είναι μια πρακτική, όχι κάτι που κατέχεις. Υπάρχει μόνον, όσο διαρκεί η επιτέλεση (performance) της ελευθερίας.
Τόσο η Ρόζενμπλατ όσο και η Άρεντ ανακτούν κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: Ότι η ελευθερία είναι ένα επίτευγμα του πολίτη, όχι μια δωρεά ιδιωτικής φύσης. Ότι απαιτεί θεσμούς, συνήθειες, αρετές, και, προπαντός, μια κοινότητα πολιτών οι οποίοι επιθυμούν να τη διατηρήσουν. Ότι το μεμονωμένο άτομο, το κυρίαρχο στις δικές του επιλογές αλλά αδιάφορο για την δημόσια σφαίρα, δεν είναι η ενσάρκωση της ελευθερίας, αλλά αυτός που διαλύει την ελευθερία.
Και γιατί αυτό το θέμα έχει σημασία σε μια διάλεξη για την ευρωπαϊκή άμυνα;
Έχει σημασία, επειδή η πολιτική παράδοση την οποία, σε τελική ανάλυση, υποστηρίζει η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, η παράδοση για την υπεράσπιση της οποίας ξοδεύουμε τώρα 800 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ακριβώς αυτή η παλαιότερη, η πληρέστερη αντίληψη περί ελευθερίας με βάση τον πολίτη. Δεν είναι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ελευθερία είναι αυτό που έχει κανείς όταν μένει μόνος, αλλά είναι αυτό που κάνει όταν ενεργεί από κοινού. Είναι η αντίληψη η οποία οικοδόμησε την Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ιδέα ότι η από κοινού άσκηση κυριαρχίας με σύμπραξη κρατών, δεν είναι μείωση της ελευθερίας αλλά διεύρυνσή της, επειδή η ελευθερία υπάρχει μόνον στον μεταξύ μας χώρο.
Αυτός ο τρόπος κατανόησης της ελευθερίας πιέζεται τώρα σοβαρά στον άλλο μεγάλο δημοκρατικό πολιτισμό. Σ' εκείνον, για τον οποίο υποθέταμε μέχρι πρόσφατα, ότι μοιράζεται μαζί μας αυτόν τον τρόπο κατανόησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο μέσο της αντιπαράθεσης με τον δικό τους ανελεύθερο (illiberal) γρίφο, το αποτέλεσμα της οποίας κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Αμερικανοί φίλοι τους οποίους σέβομαι, αναρωτιούνται ανοιχτά εάν η φιλελεύθερη παράδοσή τους έχει ακόμη την ικανότητα να επανεφεύρει τον εαυτό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στρέφονται προς Ευρωπαίους στοχαστές για να βρουν τα εναύσματα, τους τρόπους σκέψεις που έχουν ξεχαστεί. Κονστάν. Τοκβίλ. Άρεντ. Προς τον φιλελευθερισμό του πολίτη, τον ηπειρωτικό, τον φορτισμένο με αρετές φιλελευθερισμό, τον οποίο εμείς οι Ευρωπαίοι, μάλλον ντροπαλά, μισο-θυμόμαστε ως τον δικό μας φιλελευθερισμό.
Αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της ευρωπαϊκής μοναξιάς. Δεν είμαστε μόνοι μόνον με την προφανή έννοια, ότι πρέπει τώρα να υπερασπιστούμε οι ίδιοι την επικράτειά μας. Είμαστε μόνοι, με την έννοια ότι έχουμε γίνει (και αυτό μας προκαλεί αρκετή έκπληξη), θεματοφύλακες μιας πολιτικής παράδοσης, της οποίας το άλλο γεωγραφικό κέντρο έχει μπει σε μεγάλη περιπέτεια. Η πιο μοναχική ήπειρος είναι επίσης, μέχρι νεωτέρας, και ο πιο μοναχικός φιλελευθερισμός.
Θα πρέπει να σταματήσω εδώ, επειδή η φράση «η πιο μοναχική ήπειρος» μπορεί να παρερμηνευτεί, και αυτό δεν το θέλω. Δεν εννοώ ότι η Ευρώπη στέκεται μόνη της στον κόσμο ως ο μόνος υπερασπιστής της ελευθερίας. Κάτι τέτοιο θα ήταν και αλαζονικό και αναληθές. Ινδοί, Βραζιλιάνοι και Νοτιοκορεάτες υπερασπίζονται τις δημοκρατίες τους υπό εντονότατη πίεση. Δημοκράτες από τη Νότια Αφρική μέχρι την Ταϊβάν, από την Σενεγάλη μέχρι την Κόστα Ρίκα, δίνουν τις δικές τους μάχες για την πολιτική ελευθερία. Πολλοί από αυτούς αγωνίζονται σκληρότερα και με πολύ μεγαλύτερο προσωπικό κόστος, από όσο οι περισσότεροι Ευρωπαίοι έχουν κληθεί να υποστούν στην ιστορία τους όλη. Η μοναξιά μας είναι η μοναξιά ενός παλιού θεματοφύλακα, ο οποίος ανακαλύπτει ότι η δομή στην οποία βασιζόταν έχει αποδυναμωθεί. Όχι η μοναξιά του να είσαι ο τελευταίος που έχει απομείνει.
Αυτό σημαίνει ότι μια ισχυρή Ευρώπη δεν θα είναι το τέλος του αυτού του εγχειρήματος. Είναι η πλατφόρμα από την οποία ξεκινά το επόμενο εγχείρημα: Η οικοδόμηση συμμαχιών, σε όλο τον κόσμο, με όλους όσοι συμμετάχουν στην αντίληψη της ελευθερίας με βάση τον πολίτη, την οποία προσπάθησα να περιγράψω σ' αυτή την διάλεξη. Μια ήπειρος η οποία θα έχει ανοικοδομήσει την άμυνά της, θα έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της και θα έχει θυμηθεί την δική της πνευματική παράδοση, είναι μια ήπειρος που θα έχει κάτι να προσφέρει σε τέτοιους συνασπισμούς· και θα έχει, επίσης, την υποχρέωση να τους αναζητήσει. Ο μετα-αμερικανικός κόσμος δεν είναι ένας κόσμος στον οποίο η Ευρώπη αντικαθιστά την Αμερική ως μοναδικό εγγυητή. Είναι ένας κόσμος στον οποίο η ίδια η εγγύηση πρέπει να γίνει πλουραλιστική, να οικοδομηθεί με σύμπραξη πολλών δημοκρατιών, καθεμία με τη δική της ιστορία, με τα δικά της τραύματα και με τη δική της συμβολή.
Αυτό μας επιβάλλει μια ευθύνη για την οποία, νομίζω, δεν είμαστε ακόμη νοητικά και ψυχικά προετοιμασμένοι. Δεν αρκεί να επανεξοπλιστούμε. Δεν αρκεί να ενσωματώσουμε την γερμανική ισχύ στις ευρωπαϊκές δομές. Δεν αρκεί να επεκτείνουμε την γαλλική και βρετανική πυρηνική αποτρεπτική ομπρέλα προς τα ανατολικά. Πρέπει επίσης να κάνουμε και κάτι πολύ πιο δύσκολο και πιο επαχθές, το οποίο, σε τελευταία ανάλυση, καμία χρηματοδότηση δεν θα μας βοηθήσει να το φέρουμε σε πέρας με επιτυχία: Να μας γίνει βίωμα πραγματικό η έννοια της ελευθερίας που υπερασπιζόμαστε. Πρέπει να φροντίσουμε να είναι οι δημόσιες σφαίρες μας δυναμικές και ανθούσες. Στις δικές μας πολιτικές κοινότητες, πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό που έχει κυριεύσει πολύ μεγάλο μέρος του δημοκρατικού κόσμου: Τον πειρασμό να φανταζόμαστε την ελευθερία ως ιδιωτικό απόκτημα, το οποίο η πολιτική μπορεί μόνον να απειλήσει, και όχι ως δημόσια πρακτική την οποία μόνον η πολιτική καθιστά δυνατή. Πρέπει, με τα λόγια της Άρεντ, να συνεχίσουμε να ενεργούμε από κοινού (acting in concert): εμείς οι ίδιοι ως άνθρωποι, τα κράτη ως κράτη, και μάλιστα με δημοκρατικούς εταίρους παντού, στους χώρους που έχουν δημιουργήσει οι θεσμοί μας για εμάς.
Κλείνοντας, θέλω να επεκτείνω την αρχή την οποία ανέφερα νωρίτερα σε αυτή τη διάλεξη. Nie wieder allein, ποτέ ξανά μόνη, είναι η κατευθυντήρια αρχή για τη νέα στάση της Γερμανίας στα στρατιωτικά. Νομίζω όμως, ότι η αρχή έχει και μια ευρύτερη εφαρμογή. Ισχύει, τελικά, για την ευρωπαϊκή κατάσταση ως τέτοια.
Ποτέ ξανά μόνη: Για τη Γερμανία, στην άσκηση στρατιωτικής ισχύος.
Ποτέ ξανά μόνη: Για την Ευρώπη, με την εικασία ότι κάποιος άλλος θα την υπερασπιστεί.
Και ποτέ ξανά μόνος και μόνη: Για κανέναν από εμάς, με την βαθύτερη έννοια, επειδή η ίδια η ελευθερία, εάν κατανοηθεί σωστά, δεν είναι κάτι που έχει κάποιος άνθρωπος μόνος του.
Η ελευθερία είναι αυτό που κάνουν οι πολίτες μαζί, στον μεταξύ τους χώρο, δημόσια, πληθυντικά. Η υπεράσπιση της Ευρώπης και η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ελευθερίας είναι η ίδια αμυντική πρσπάθεια, η οποία λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά μέτωπα και απαιτεί τις ίδιες αρετές: Την αλληλεγγύη, την πολλαπλότητα, την βούληση για δράση από κοινού, την άρνηση να είναι κανείς μόνος.
Μια ήπειρος η οποία μαθαίνει αυτό το μάθημα, καθυστερημένα, δαπανηρά, επώδυνα, θα έχει κάνει περισσότερα από το να αναδομήσει τους στρατούς της. Θα έχει θυμηθεί για ποιο λόγο υπάρχουν οι στρατοί.
Αυτή είναι η αρχή. Αυτό είναι το σχέδιο. Αυτό είναι το έργο της γενιάς μας.
Η Γαλλίδα φιλόσοφος Ελιζαμπέθ Μπαντεντέρ (Élisabeth Badinter) πέρασε μια ζωή επιμένοντας ότι ο Διαφωτισμός δεν είναι μια περίοδος της ιστορίας αλλά ένα σχέδιο. Δεν είναι κάτι που κληρονομούμε, τελειωμένο και έτοιμο, από τον 18ο Αιώνα, αλλά κάτι που κάθε γενιά πρέπει να το αναλάβει, να το υπερασπιστεί και να το συνεχίσει, ή να το δει να διαβρώνεται. Έχει δίκιο. Ο Διαφωτισμός είναι ένα σχέδιο. Ο φιλελευθερισμός είναι ένα σχέδιο. Η Ευρώπη είναι ένα σχέδιο. Η ελευθερία, με την έννοια την συνδεδεμένη με τον πολίτη, όπως την αντιλαμβάνονται οι Ρόζενμπλατ και Άρεντ, είναι ένα σχέδιο. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν είναι κάτι που μπορεί κάποιος να κατέχει. Όλα αυτά πρέπει να γίνονται πράξη, να εφαρμόζονται.
Σε αυτήν την ήπειρο, αυτή την ώρα, τούτη η πράξη έχει αφεθεί στα χέρια μας. Είθε να αποδειχθούμε αντάξιοι της.
Ευχαριστώ.
Αλλά θέλω, κλείνοντας, να διευρύνω το νόημα αυτής της μοναξιάς. Επειδή δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι επίσης, και κατά την γνώμη μου τούτο είναι κάτι πιο βαθύ, η μοναξιά εκείνου που έχει ρόλο θεματοφύλακα.
Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τί εννοώ.
Απόψε, μίλησα έως τώρα για την ευρωπαϊκή άμυνα ως ζήτημα ικανοτοτήτων: Βλημάτων πυροβολικού, ολοκληρωμένης αεράμυνας, κοινών προμηθειών, ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος. Αυτά είναι τα σωστά ερωτήματα και είναι επείγοντα. Όμως δεν είναι το ερώτημα, με την βαθύτερη έννοια. Το βαθύτερο ερώτημα είναι τί υπερασπιζόμαστε. Και σ΄ αυτό το ερώτημα, εδώ σ' αυτή την αίθουσα, σ' αυτό το Κολλέγιο, το οποίο έχει την κλίση να σκέφτεται για την Ευρώπη νηφάλια και χωρίς βιασύνη, αξίζει να δοθεί λίγος χρόνος.
Πρόσφατα διάβασα, και πολλοί από εσάς θα το έχετε δει, το βιβλίο της Helena Rosenblatt The Lost History of Liberalism (Η Χαμένη Ιστορία του Φιλελευθερισμού). Το επιχείρημα της Rosenblatt είναι ότι η πολιτική παράδοση την οποία τώρα ονομάζουμε φιλελευθερισμό, δεν ήταν, ως προς την προέλευσή της, το αγγλοαμερικανικό δόγμα των ατομικών δικαιωμάτων και των ελεύθερων αγορών με το οποίο έχουμε καταλήξει να τη συνδέουμε. Ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής της, μια παράδοση της ηπειρωτικής Ευρώπης. Γαλλική, Γερμανική, Ελβετική, Ιταλική. Ήταν μια παράδοση η οποία είχε ως κύριο προβληματισμό την αρετή του πολίτη, τα καθήκοντα απέναντι στην κοινότητα, την ηθική και εκπαιδευτική μόρφωση πολιτών ικανών να αυτοκυβερνώνται. Η ίδια η λέξη «φιλελεύθερος», με τη σύγχρονη πολιτική της έννοια, επινοήθηκε στις αρχές του 19ου Αιώνα όχι στο Λονδίνο ή στην Βοστώνη, αλλά στο Παρίσι, στη Μαδρίτη και στο Βερολίνο. Ο φιλελευθερισμός του Κονστάν (Benjamin Constant), του Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), του Γκιζό (François Guizot), της γερμανικής παράδοσης του Κράτους Δικαίου [Rechtsstaat, με τις διαφορές της από το αγγλοσαξονικό Rule of Law, π.χ. ως προς τη δέσμευση της κρατικής διοίκησης από Σύνταγμα και αυστηρούς γραπτούς νόμους - Θετικό Δίκαιο], δεν αφορούσε πρωτίστως την απαλλαγή του πολίτη από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης και του κράτους. Αφορούσε το να γίνουν οι πολίτες ικανοί να αντέχουν την ελευθερία που είχαν κερδίσει.
Η Χάνα Άρεντ, η οποία γνώριζε αυτή την παράδοση εις βάθος και εκ των έσω, τόνισε το ίδιο πράγμα χρησιμοποιώντας ένα διαφορετικό εννοιολογικό ιδίωμα. Η ελευθερία, σύμφωνα με την Άρεντ, δεν είναι ιδιότητα του απομονωμένου ατόμου. Δεν είναι η απουσία παρέμβασης. Και πρωτίστως, δεν είναι ούτε καν μια εσωτερική κατάσταση της βούλησης. Η Άρεντ υποστήριζε ότι η ελευθερία εμφανίζεται μόνον στον χώρο μεταξύ των ανθρώπων: Εκεί όπου υπάρχει πληθυντικός αριθμός, στον δημόσιο χώρο, σε αυτό που ονόμαζε δράση από κοινού (acting in concert). Το να είσαι ελεύθερος δεν σημαίνει να σε αφήνουν μόνο. Σημαίνει να ενεργείς μαζί με άλλους, δημόσια, σε θέματα που μας αφορούν όλους. Το να είσαι ελεύθερος - frei sein - είναι μια πρακτική, όχι κάτι που κατέχεις. Υπάρχει μόνον, όσο διαρκεί η επιτέλεση (performance) της ελευθερίας.
Τόσο η Ρόζενμπλατ όσο και η Άρεντ ανακτούν κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: Ότι η ελευθερία είναι ένα επίτευγμα του πολίτη, όχι μια δωρεά ιδιωτικής φύσης. Ότι απαιτεί θεσμούς, συνήθειες, αρετές, και, προπαντός, μια κοινότητα πολιτών οι οποίοι επιθυμούν να τη διατηρήσουν. Ότι το μεμονωμένο άτομο, το κυρίαρχο στις δικές του επιλογές αλλά αδιάφορο για την δημόσια σφαίρα, δεν είναι η ενσάρκωση της ελευθερίας, αλλά αυτός που διαλύει την ελευθερία.
Και γιατί αυτό το θέμα έχει σημασία σε μια διάλεξη για την ευρωπαϊκή άμυνα;
Έχει σημασία, επειδή η πολιτική παράδοση την οποία, σε τελική ανάλυση, υποστηρίζει η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, η παράδοση για την υπεράσπιση της οποίας ξοδεύουμε τώρα 800 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ακριβώς αυτή η παλαιότερη, η πληρέστερη αντίληψη περί ελευθερίας με βάση τον πολίτη. Δεν είναι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ελευθερία είναι αυτό που έχει κανείς όταν μένει μόνος, αλλά είναι αυτό που κάνει όταν ενεργεί από κοινού. Είναι η αντίληψη η οποία οικοδόμησε την Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ιδέα ότι η από κοινού άσκηση κυριαρχίας με σύμπραξη κρατών, δεν είναι μείωση της ελευθερίας αλλά διεύρυνσή της, επειδή η ελευθερία υπάρχει μόνον στον μεταξύ μας χώρο.
Αυτός ο τρόπος κατανόησης της ελευθερίας πιέζεται τώρα σοβαρά στον άλλο μεγάλο δημοκρατικό πολιτισμό. Σ' εκείνον, για τον οποίο υποθέταμε μέχρι πρόσφατα, ότι μοιράζεται μαζί μας αυτόν τον τρόπο κατανόησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο μέσο της αντιπαράθεσης με τον δικό τους ανελεύθερο (illiberal) γρίφο, το αποτέλεσμα της οποίας κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Αμερικανοί φίλοι τους οποίους σέβομαι, αναρωτιούνται ανοιχτά εάν η φιλελεύθερη παράδοσή τους έχει ακόμη την ικανότητα να επανεφεύρει τον εαυτό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στρέφονται προς Ευρωπαίους στοχαστές για να βρουν τα εναύσματα, τους τρόπους σκέψεις που έχουν ξεχαστεί. Κονστάν. Τοκβίλ. Άρεντ. Προς τον φιλελευθερισμό του πολίτη, τον ηπειρωτικό, τον φορτισμένο με αρετές φιλελευθερισμό, τον οποίο εμείς οι Ευρωπαίοι, μάλλον ντροπαλά, μισο-θυμόμαστε ως τον δικό μας φιλελευθερισμό.
Αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της ευρωπαϊκής μοναξιάς. Δεν είμαστε μόνοι μόνον με την προφανή έννοια, ότι πρέπει τώρα να υπερασπιστούμε οι ίδιοι την επικράτειά μας. Είμαστε μόνοι, με την έννοια ότι έχουμε γίνει (και αυτό μας προκαλεί αρκετή έκπληξη), θεματοφύλακες μιας πολιτικής παράδοσης, της οποίας το άλλο γεωγραφικό κέντρο έχει μπει σε μεγάλη περιπέτεια. Η πιο μοναχική ήπειρος είναι επίσης, μέχρι νεωτέρας, και ο πιο μοναχικός φιλελευθερισμός.
Θα πρέπει να σταματήσω εδώ, επειδή η φράση «η πιο μοναχική ήπειρος» μπορεί να παρερμηνευτεί, και αυτό δεν το θέλω. Δεν εννοώ ότι η Ευρώπη στέκεται μόνη της στον κόσμο ως ο μόνος υπερασπιστής της ελευθερίας. Κάτι τέτοιο θα ήταν και αλαζονικό και αναληθές. Ινδοί, Βραζιλιάνοι και Νοτιοκορεάτες υπερασπίζονται τις δημοκρατίες τους υπό εντονότατη πίεση. Δημοκράτες από τη Νότια Αφρική μέχρι την Ταϊβάν, από την Σενεγάλη μέχρι την Κόστα Ρίκα, δίνουν τις δικές τους μάχες για την πολιτική ελευθερία. Πολλοί από αυτούς αγωνίζονται σκληρότερα και με πολύ μεγαλύτερο προσωπικό κόστος, από όσο οι περισσότεροι Ευρωπαίοι έχουν κληθεί να υποστούν στην ιστορία τους όλη. Η μοναξιά μας είναι η μοναξιά ενός παλιού θεματοφύλακα, ο οποίος ανακαλύπτει ότι η δομή στην οποία βασιζόταν έχει αποδυναμωθεί. Όχι η μοναξιά του να είσαι ο τελευταίος που έχει απομείνει.
Αυτό σημαίνει ότι μια ισχυρή Ευρώπη δεν θα είναι το τέλος του αυτού του εγχειρήματος. Είναι η πλατφόρμα από την οποία ξεκινά το επόμενο εγχείρημα: Η οικοδόμηση συμμαχιών, σε όλο τον κόσμο, με όλους όσοι συμμετάχουν στην αντίληψη της ελευθερίας με βάση τον πολίτη, την οποία προσπάθησα να περιγράψω σ' αυτή την διάλεξη. Μια ήπειρος η οποία θα έχει ανοικοδομήσει την άμυνά της, θα έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της και θα έχει θυμηθεί την δική της πνευματική παράδοση, είναι μια ήπειρος που θα έχει κάτι να προσφέρει σε τέτοιους συνασπισμούς· και θα έχει, επίσης, την υποχρέωση να τους αναζητήσει. Ο μετα-αμερικανικός κόσμος δεν είναι ένας κόσμος στον οποίο η Ευρώπη αντικαθιστά την Αμερική ως μοναδικό εγγυητή. Είναι ένας κόσμος στον οποίο η ίδια η εγγύηση πρέπει να γίνει πλουραλιστική, να οικοδομηθεί με σύμπραξη πολλών δημοκρατιών, καθεμία με τη δική της ιστορία, με τα δικά της τραύματα και με τη δική της συμβολή.
Αυτό μας επιβάλλει μια ευθύνη για την οποία, νομίζω, δεν είμαστε ακόμη νοητικά και ψυχικά προετοιμασμένοι. Δεν αρκεί να επανεξοπλιστούμε. Δεν αρκεί να ενσωματώσουμε την γερμανική ισχύ στις ευρωπαϊκές δομές. Δεν αρκεί να επεκτείνουμε την γαλλική και βρετανική πυρηνική αποτρεπτική ομπρέλα προς τα ανατολικά. Πρέπει επίσης να κάνουμε και κάτι πολύ πιο δύσκολο και πιο επαχθές, το οποίο, σε τελευταία ανάλυση, καμία χρηματοδότηση δεν θα μας βοηθήσει να το φέρουμε σε πέρας με επιτυχία: Να μας γίνει βίωμα πραγματικό η έννοια της ελευθερίας που υπερασπιζόμαστε. Πρέπει να φροντίσουμε να είναι οι δημόσιες σφαίρες μας δυναμικές και ανθούσες. Στις δικές μας πολιτικές κοινότητες, πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό που έχει κυριεύσει πολύ μεγάλο μέρος του δημοκρατικού κόσμου: Τον πειρασμό να φανταζόμαστε την ελευθερία ως ιδιωτικό απόκτημα, το οποίο η πολιτική μπορεί μόνον να απειλήσει, και όχι ως δημόσια πρακτική την οποία μόνον η πολιτική καθιστά δυνατή. Πρέπει, με τα λόγια της Άρεντ, να συνεχίσουμε να ενεργούμε από κοινού (acting in concert): εμείς οι ίδιοι ως άνθρωποι, τα κράτη ως κράτη, και μάλιστα με δημοκρατικούς εταίρους παντού, στους χώρους που έχουν δημιουργήσει οι θεσμοί μας για εμάς.
Κλείνοντας, θέλω να επεκτείνω την αρχή την οποία ανέφερα νωρίτερα σε αυτή τη διάλεξη. Nie wieder allein, ποτέ ξανά μόνη, είναι η κατευθυντήρια αρχή για τη νέα στάση της Γερμανίας στα στρατιωτικά. Νομίζω όμως, ότι η αρχή έχει και μια ευρύτερη εφαρμογή. Ισχύει, τελικά, για την ευρωπαϊκή κατάσταση ως τέτοια.
Ποτέ ξανά μόνη: Για τη Γερμανία, στην άσκηση στρατιωτικής ισχύος.
Ποτέ ξανά μόνη: Για την Ευρώπη, με την εικασία ότι κάποιος άλλος θα την υπερασπιστεί.
Και ποτέ ξανά μόνος και μόνη: Για κανέναν από εμάς, με την βαθύτερη έννοια, επειδή η ίδια η ελευθερία, εάν κατανοηθεί σωστά, δεν είναι κάτι που έχει κάποιος άνθρωπος μόνος του.
Η ελευθερία είναι αυτό που κάνουν οι πολίτες μαζί, στον μεταξύ τους χώρο, δημόσια, πληθυντικά. Η υπεράσπιση της Ευρώπης και η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ελευθερίας είναι η ίδια αμυντική πρσπάθεια, η οποία λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά μέτωπα και απαιτεί τις ίδιες αρετές: Την αλληλεγγύη, την πολλαπλότητα, την βούληση για δράση από κοινού, την άρνηση να είναι κανείς μόνος.
Μια ήπειρος η οποία μαθαίνει αυτό το μάθημα, καθυστερημένα, δαπανηρά, επώδυνα, θα έχει κάνει περισσότερα από το να αναδομήσει τους στρατούς της. Θα έχει θυμηθεί για ποιο λόγο υπάρχουν οι στρατοί.
Αυτή είναι η αρχή. Αυτό είναι το σχέδιο. Αυτό είναι το έργο της γενιάς μας.
Η Γαλλίδα φιλόσοφος Ελιζαμπέθ Μπαντεντέρ (Élisabeth Badinter) πέρασε μια ζωή επιμένοντας ότι ο Διαφωτισμός δεν είναι μια περίοδος της ιστορίας αλλά ένα σχέδιο. Δεν είναι κάτι που κληρονομούμε, τελειωμένο και έτοιμο, από τον 18ο Αιώνα, αλλά κάτι που κάθε γενιά πρέπει να το αναλάβει, να το υπερασπιστεί και να το συνεχίσει, ή να το δει να διαβρώνεται. Έχει δίκιο. Ο Διαφωτισμός είναι ένα σχέδιο. Ο φιλελευθερισμός είναι ένα σχέδιο. Η Ευρώπη είναι ένα σχέδιο. Η ελευθερία, με την έννοια την συνδεδεμένη με τον πολίτη, όπως την αντιλαμβάνονται οι Ρόζενμπλατ και Άρεντ, είναι ένα σχέδιο. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν είναι κάτι που μπορεί κάποιος να κατέχει. Όλα αυτά πρέπει να γίνονται πράξη, να εφαρμόζονται.
Σε αυτήν την ήπειρο, αυτή την ώρα, τούτη η πράξη έχει αφεθεί στα χέρια μας. Είθε να αποδειχθούμε αντάξιοι της.
Ευχαριστώ.
Η Franziska Katharina Brantner (1979), γεννημένη στην Βάδη-Βυρτεμβέργη, είναι Γερμανίδα πολιτικός του Κόμματος Συμμαχία 90/Πράσινοι, μέλος του Γερμανικού Ομοσποδιακού Κοινοβουλίου από το 2013. Από το 2024 είναι επίσης συμπρόεδρος του Κόμματος μαζί με τον Felix Banaszak (Φέλιξ Μπανάστσακ).
Από το 2009 έως το 2013 η Μπράντνερ ήταν μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Εκτός από την κοινοβουλευτική της θητεία, η Μπράντνερ διετέλεσε από το 2021 έως το 2025 Γενική Γραμματέας (αντίστοιχο του Υφυπουργού στις ελληνικές κυβερνήσεις) στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας στην κυβέρνηση συνασπισμού του Καγκελάριου Όλαφ Σολτς, υπό τον Υπουργό Ρόμπερτ Χάμπεκ. Υπ' αυτή την ιδιότητα της, το χαρτοφυλάκιό της περιελάμβανε τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, την εμπορική πολιτική και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Εκτός από την κοινοβουλευτική της θητεία, η Μπράντνερ διετέλεσε από το 2021 έως το 2025 Γενική Γραμματέας (αντίστοιχο του Υφυπουργού στις ελληνικές κυβερνήσεις) στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας στην κυβέρνηση συνασπισμού του Καγκελάριου Όλαφ Σολτς, υπό τον Υπουργό Ρόμπερτ Χάμπεκ. Υπ' αυτή την ιδιότητα της, το χαρτοφυλάκιό της περιελάμβανε τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, την εμπορική πολιτική και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Σπούδασε Πολιτική Επιστήμη με εξειδίκευση στις Διεθνείς Υποθέσεις και την Ευρωπαϊκή Πολιτική στο Sciences Po στο Παρίσι και στην Σχολή Διεθνών και Δημοσίων Υποθέσεων (School of International and Public Affairs) του Πανεπιστημίου Κολούμπια στη Νέα Υόρκη, από όπου αποφοίτησε το 2004. Διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Η δυνατότητα μεταρρύθμισης των Ηνωμένων Εθνών» στο Πανεπιστήμιο του Μάνχαϊμ, όπου δίδαξε μετά διεθνή πολιτική. Από το 2006 έως το 2007 στη διάρκεια της εκπόνησης του διδακτορικού, εργάστηκε ταυτόχρονα ως ερευνήτρια στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Κολλεγίου St Antony's στην Οξφόρδη.
Εργάστηκε επίσης ως σύμβουλος για το Ταμείο Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες (UNIFEM), τον Οργανισμό για τα Δικαιώματα των Γυναικών του ΟΗΕ. Στις Βρυξέλλες, το 2008, σε συνεργασία με τη γαλλική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συντόνισε σχετικό το ευρωπαϊκό γενικό σχέδιο για την απόφαση 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Εργάστηκε επίσης ως σύμβουλος για το Ταμείο Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες (UNIFEM), τον Οργανισμό για τα Δικαιώματα των Γυναικών του ΟΗΕ. Στις Βρυξέλλες, το 2008, σε συνεργασία με τη γαλλική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συντόνισε σχετικό το ευρωπαϊκό γενικό σχέδιο για την απόφαση 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Κατά την θητεία της στο Ευρωκοινοβούλιο, η Μπράντνερ διετέλεσε Μέλος και Συντονίστρια στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων. Επίσης ήταν αναπληρωματικό μέλος στην Υποεπιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας, στην Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων και στην Επιτροπή Προϋπολογισμών. Διετέλεσε επίσης εκπρόσωπος εξωτερικών υποθέσεων της ομάδας Πράσινων/Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μόνιμη εισηγήτρια του Κοινοβουλίου για το Μέσο Σταθερότητας (Instrument for Stability). Ήταν επίσης η επικεφαλής διαπραγματευτής της ομάδας της για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (EEAD). Το 2010 υποστήριξε την πρωτοβουλία του Ομίλου Spinelli για περισσότερη Ευρώπη.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ (2009-2015), η Μπράντνερ υποστήριξε την ενδοκοινοτική αλληλεγγύη και τον από κοινού δανεισμό με έκδοση ευρωομολόγων.





.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου