του Ούλριχ Φίχτνερ
Συχνά η αίσθηση της κρίσης γύρω μας γίνεται συντριπτική, προκαλεί ασφυξία. Η καταφυγή στις σκέψεις ενός Ιταλού κομμουνιστή του πρώτου μισού του 20ού Αιώνα - και η αποφυγή της τηλεόρασης - δίνουν κουράγιο. Με τους Τραμπ, Πούτιν και Σία δεν ξεκινά «νέα εποχή». Είναι «νοσηρά φαινόμενα», φαντάσματα από μια εποχή περασμένη. «Πουλούν προϊόντα του 20ού Αιώνα απαρχαιωμένα εδώ και πολύ καιρό, διαψευσμένες ιδέες, παρωχημένα υποδείγματα». Θέλουν μόνον «να σταθεροποιήσουν το παλιό που αποσυντίθεται».
Ως προς την τηλεοπτική αφορμή, ο συγγραφέας αναφέρεται σε γερμανικό κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης. Όμως η ομοιότητα με την εν Ελλάδι τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου και καθημερινή προπόνηση για αποβλάκωση, είναι παραπάνω από εμφανής. Τα ημεδαπά έντυπα επιτεύγματα δεν πάνε πίσω. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ποιά πρόσωπα προβάλλουν οι έντυπες, τηλεοπτικές και διαδικτυακές ατζέντες και τις πέντε (τουλάχιστον) δημοσκοπήσεις κάθε εβδομάδα. Υπάρχει άλλη χώρα με τόσες εταιρείες δημοσκοπήσεων; Πόσες υπάρχουν σε χώρες με πληθυσμούς 50 και 80 εκατομμυρίων; «Προϊόντα του 20ού Αιώνα», ακόμη είναι στον 20ό Αιώνα. Δικαίωμα τους. Το πρόβλημα είναι η διπλή ζωή τους: Ζουν και ανάμεσα μας, τώρα, στον 21ο Αιώνα μας.
Ullrich Fichtner: Welt in Unordnung - Trump und Putin als letzte Verirrung des 20. Jahrhunderts, Der Spiegel, 17.1.2026, αποθηκευμένο και εδώ
Μερικές εβδομάδες πριν, βρέθηκα κατά λάθος να παρακολουθώ το Πρώτο Πρόγραμμα της δημόσιας τηλεόρασης, την ώρα που τελείωνε μια εμφάνιση του καγκελαρίου Μερτς στην εκπομπή «Arena». Αμέσως μετά, ένας μανιωδώς ενθουσιασμένος τηλεπαρουσιαστής, ο Ingo Zamperoni, μετακίνησε τους εκατό Γερμανούς καλεσμένους του στο στούντιο στο πλατώ του παράξενου εθνικού μας τηλεπαιχνιδιού με το όνομα «Οι 100». Το ερώτημα ήταν: «Μας κυβερνούν καλά»; Και ήταν ένα επεισόδιο αξέχαστο.
Εξ αιτίας αυτού του σόου ξέσπασε μεγάλη αναστάτωση. H ενόχληση ήταν τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και η ταμπλόιντ [και σκληρά εθνικολαϊκίστικη] εφημερίδα Bild, μπήκε στον κόπο να δημοσίευσε ένα μεγάλο άρθρο με το ερώτημα: «Τι ήταν αυτό το πράμα»; Για όσους δεν παρακολουθούσαν, το μόνο που χρειάζεται να ξέρουν είναι ότι η υποστηρίκτρια του «ναι» (ναι, μας κυβερνούν σωστά) τόνισε κυρίως την μείωση του αριθμού των αιτούντων άσυλο ως βασικό δείκτη καλής διακυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, ο «Schlandi», η μαυρο-κόκκινο-κίτρινη φτερωτή μασκότ, χόρευε στην οθόνη και έπαιζε ο ύμνος του καρναβαλιού και του γηπέδου «ω, τι όμορφο που είναι».
Μετά, ο συμπαρουσιαστής και αρμόδιος για τις ψήφους του «όχι» (όχι, δεν μας κυβερνούν σωστά), σήκωσε ψηλά ένα χρωματιστό διάγραμμα, με αποχρώσεις από λευκό έως σκούρο καφέ, και το κράτησε δίπλα στο κεφάλι ενός Αφρο-Γερμανού καλεσμένου στο στούντιο. Στο διάγραμμα, πιο ανοιχτές αποχρώσεις ήταν σημειωμένες με «ΟΚ», οι πιο σκούρες με «όχι ΟΚ».
Δεν επινοώ κάτι. Έυσι ακριβώς συνέβη. Και πιθανώς όλα ήταν καλοπροαίρετα. Όμως εμένα, ως ανυποψίαστο θεατή, όλος αυτός ο χαβαλές μου άφησε ένα αίσθημα βαθιάς κρίσης, μια αίσθηση γενικής παρακμής και αυτοεγκατάλειψης της ραδιοτηλεόρασης, ακόμη και της δημόσιας.
Από αυτές τις ζοφερές σκέψεις με έσωσε ο Αντόνιο Γκράμσι. Σήμερα, αυτόν τον λαμπρό Ιταλό κομμουνιστή, Σάρδο για την ακρίβεια, τον επικαλούνται κάθε λογής άνθρωποι, από αναρχικούς μέχρι νεοναζί, και ό,τι άλλο υπάρχει ανάμεσα. Αυτό, και από μόνο του, τον κάνει ενδιαφέροντα.
Από τον Γκράμσι προέρχεται η παρατήρηση, η οποία συχνά εμφανίζεται ακόμη και σε πανό σε διαδηλώσεις, ότι η ουσία της κρίσης έγκειται στο γεγονός «ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί».
Είναι απόφθεγμα διάσημο, και συνήθως έρχεται ως συνέχεια του μια ακόμη πρόταση. Μετά την παρατήρηση για το παλιό που πεθαίνει και για το νέο που εμποδίζεται, ακολουθεί το εξής: «Είναι η εποχή των τεράτων». Όποιος θέλει να κάνει την επαλήθευση, ας το ψάξει στο Google και θα βρει πάρα πολλές αναφορές. Το ρητό έχει καθιερωθεί ως υποτιθέμενα ακριβές από φιλολογική άποψη.
Μετά, ο συμπαρουσιαστής και αρμόδιος για τις ψήφους του «όχι» (όχι, δεν μας κυβερνούν σωστά), σήκωσε ψηλά ένα χρωματιστό διάγραμμα, με αποχρώσεις από λευκό έως σκούρο καφέ, και το κράτησε δίπλα στο κεφάλι ενός Αφρο-Γερμανού καλεσμένου στο στούντιο. Στο διάγραμμα, πιο ανοιχτές αποχρώσεις ήταν σημειωμένες με «ΟΚ», οι πιο σκούρες με «όχι ΟΚ».
Δεν επινοώ κάτι. Έυσι ακριβώς συνέβη. Και πιθανώς όλα ήταν καλοπροαίρετα. Όμως εμένα, ως ανυποψίαστο θεατή, όλος αυτός ο χαβαλές μου άφησε ένα αίσθημα βαθιάς κρίσης, μια αίσθηση γενικής παρακμής και αυτοεγκατάλειψης της ραδιοτηλεόρασης, ακόμη και της δημόσιας.
Από αυτές τις ζοφερές σκέψεις με έσωσε ο Αντόνιο Γκράμσι. Σήμερα, αυτόν τον λαμπρό Ιταλό κομμουνιστή, Σάρδο για την ακρίβεια, τον επικαλούνται κάθε λογής άνθρωποι, από αναρχικούς μέχρι νεοναζί, και ό,τι άλλο υπάρχει ανάμεσα. Αυτό, και από μόνο του, τον κάνει ενδιαφέροντα.
Από τον Γκράμσι προέρχεται η παρατήρηση, η οποία συχνά εμφανίζεται ακόμη και σε πανό σε διαδηλώσεις, ότι η ουσία της κρίσης έγκειται στο γεγονός «ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί».
Είναι απόφθεγμα διάσημο, και συνήθως έρχεται ως συνέχεια του μια ακόμη πρόταση. Μετά την παρατήρηση για το παλιό που πεθαίνει και για το νέο που εμποδίζεται, ακολουθεί το εξής: «Είναι η εποχή των τεράτων». Όποιος θέλει να κάνει την επαλήθευση, ας το ψάξει στο Google και θα βρει πάρα πολλές αναφορές. Το ρητό έχει καθιερωθεί ως υποτιθέμενα ακριβές από φιλολογική άποψη.



















